Κυπριακή Ιστορία-Αγνοήστε με δική σας ευθύνη Κυπριακό- Μια «σύγχρονη» προσέγγιση

Ο θυρεός της Κυπριακής Δημοκρατίας τα αποκαλυπτήρια του οποίου έγιναν στις 20 Ιουλίου 2014. Φώτο Φιλελεύθερος

Της Άννας Κουκκίδη-Προκοπίου Τι βρίσκεται τελικά πίσω από την επιφάνεια του Κυπριακού; Η όλο και πιο δημοφιλής απάντηση σε αυτή την ερώτηση είναι μια «σύγχρονη» προσέγγιση, μέσα από το πρίσμα του μετα-μοντερνισμού και του κονστροκτουβισμού, η οποία αναφέρει τα εξής:

  1. Μπορούμε να εξηγήσουμε το τι εστί κυπριακό πρόβλημα, αν αντιληφθούμε τα διαφορετικά ιστορικά αφηγήματα τα οποία προτάσσουν οι δύο κοινότητες και τα οποία αφορούν στην πάλη για τον διαμοιρασμό της εξουσίας στο νησί μεταξύ τους, η οποία χαρακτηρίζεται από πολλά στερεότυπα και προκαταλήψεις.
  2. Οι αντιλήψεις, λανθασμένες ή μη, που έχουν η μία κοινότητα για την άλλη και για τη σύγκρουση μεταξύ τους, είναι πολύ πιο σημαντικές από κάποιου είδους ιστορική αλήθεια, η οποία βασίζεται στην ανάλυση γεγονότων, αρχειακού υλικού, ντοκουμέντων και μαρτυριών. Ανάμεσα σε πολλούς Ελληνοκύπριους, κατ’ ακρίβεια, επικρατεί ακόμη και η τάση Ιησουίτικου αυτό-μαστιγώματος, με την πρόταξη της λογικής του «εκάμαμεν τζιαι εμείς πολλά». Τουναντίον, το αντίστοιχο φαινόμενο δεν παρατηρείται εκτεταμένα ανάμεσα στην τουρκοκυπριακή κοινότητα. Καταληκτικά, εξάγονται υπό αυτό το πρίσμα, απλοϊκά συμπεράσματα μιας υποτιθέμενης ανεπίσημης «δια βοής» ανάληψης ευθυνών για το Κυπριακό από Ελληνοκυπρίους, τα οποία χρησιμοποιούνται τα τελευταία χρόνια από τη διεθνή κοινότητα για εξάσκηση πίεσης προς την Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας, αφού αναιρούν τα επίσημα πολιτικά της επιχειρήματα περί διεθνούς ζητήματος, εισβολής, κατοχής, εγκλημάτων πολέμου από την Τουρκία, ενώ ενισχύουν το τουρκοκυπριακό αφήγημα περί δικοινοτικού προβλήματος και την υπόσταση και τη σημασία του Ακιντζί, ως ηγέτη του ενός από τα δύο συμβαλλόμενα μέρη.
  3. Προτεραιότητα δίνεται στην πολύπλοκη και λεπτομερή ανάλυση της σχέσης μεταξύ των δύο κοινοτήτων (ξεχνώντας τις άλλες κοινότητες που, επίσης, ζουν στο νησί), οι οποίες εξακολουθούν να παλεύουν για τον καθορισμό της δικής τους εθνικής-κρατικής ταυτότητας, εγκλωβισμένες στο παρελθόν και συγχυσμένες για το μέλλον. Η επιμονή για την επιβολή μιας και μοναδικής «κυπριακής» ταυτότητας, η οποία θα υποσκελίσει οποιαδήποτε άλλη μορφή θρησκευτικής/εθνικής ταυτότητας υπάρχει, μπορεί να αποτελέσει τη λύση σε τέτοια υπάρχοντα διλήμματα και το κλειδί για τη λύση του Κυπριακού, το οποίο και μπορεί να λυθεί φτάνει οι δύο κοινότητες να θέλουν να τα βρουν μεταξύ τους. Η απόρριψη του Σχεδίου Ανάν, λόγου χάριν το 2004, αποτελεί ετσιθελική άρνηση της ελληνοκυπριακής κοινότητας να αγκαλιάσει τη συμβίωση με τους Τουρκοκυπρίους και ως εκ τούτου η επιθυμία ή έστω η ανάγκη αυτή θα πρέπει να εδραιωθεί για να υπάρξει οποιαδήποτε αλλαγή στο στάτους κβο.
  4. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί που επανειλημμένα προβάλλονται καταλήγουν στο εξής συμπέρασμα: αν τα αφηγήματα και οι αντιλήψεις των δύο κοινοτήτων αλλάξουν, ίσως μπορέσουμε να αναστηλώσουμε ένα νέο, βιώσιμο, δικοινοτικό κράτος μέσα από τις στάχτες της δικοινοτικής, εθνικής σύγκρουσης, προσπερνώντας το παρελθόν και βαδίζοντας προς ένα κοινό μέλλον.

Κυπριακό-Μια ιστορική προσέγγιση

Η Ιστορία είναι αυστηρός κριτής και βίαιος δάσκαλος και δύσκολα μπορούμε να την αγνοήσουμε. Μελετώντας την ιστορία της Κύπρου, εύκολα μπορεί κάποιος να αντιληφθεί ότι η ιστορία του νησιού καθορίζεται από μια σειρά πολιτικές συγκρούσεις, οι οποίες αντικατόπτριζαν ενίοτε τις πολιτικές συγκρούσεις στην ευρύτερη περιφέρεια της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής. Όποιος κι αν ήταν ο ηγεμόνας της περιοχής, κατέληγε να κυβερνά την Κύπρο. Όποιος κυβερνούσε την Κύπρο, κατέληγε να είναι ο ηγεμόνας της περιοχής. Το Κυπριακό, παραμένοντας ακόμη και σήμερα το τελευταίο ανοικτό κεφάλαιο του Ανατολικού Ζητήματος, δύσκολα θα περίμενε κανείς να είχε διαφορετική κατάληξη από τη σημερινή. Με τα λάφυρα της πάλαι ποτέ Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ανοιχτά ακόμη και σήμερα προς λεηλασία, ήταν σχεδόν αναπόφευκτο ότι με την πρώτη τρικυμία, τα κύματα της Ιστορίας θα μας πρόφταιναν.

Νιώθοντας τον κίνδυνο της αποικιοκρατικής αστάθειας που άρχισε να συγκλονίζει το νησί το πρώτο μισό του 20ού αιώνα, οι Βρετανοί προχώρησαν στην προσφιλή τους τακτική του «διαίρει και βασίλευε», όπως άλλωστε έκαναν κι αλλού στην αυτοκρατορία. Πρώτα, ήρθε η επίταξη των ντόπιων «Μωαμεθανών», όπως τους αποκαλούσαν, ως αντίπαλο δέος στον αποφασιστικό αντιαποικιοκρατικό αγώνα των Ελλήνων και μετά, ως τελευταίο μέτρο, ήρθε η πρόσκληση προς την Τουρκία να διαλέξει ανάμεσα στα λάφυρα το δικό της μερίδιο –παρά τη Συνθήκη της Λωζάνης του 1923, η οποία της αναιρούσε τέτοιου είδους δικαιώματα. Οι Βρετανοί πρόσθεσαν, δηλαδή, συνειδητά, έναν εξωτερικό παίκτη και περιφερειακό καταλύτη, σε έναν κατά τα άλλα συνηθισμένο για την εποχή αντιαποικιακό αγώνα ενός λαού για αυτοδιάθεση –ο οποίος μέχρι τότε βρισκόταν υπό την αιγίδα αποκλειστικά και μόνο της Ελλάδας για εθνικούς κυρίως λόγους.

Το σκηνικό προετοιμάστηκε για το τι ακολούθησε. Η δυναμική ενός τέτοιου κράματος συμφερόντων έγινε ναι μεν εκρηκτική από τη δράση των δύο κοινοτήτων αλλά στην πραγματικότητα δεν δημιουργήθηκε από αυτές. Παρότι καμία από τις δύο κοινότητες δεν ενδιαφέρθηκε στ’ αλήθεια για τις ανάγκες και τις ανησυχίες της άλλης πλευράς αυτή την περίοδο, αυτό ήταν ένα απόλυτα συνηθισμένο φαινόμενο, αν ανατρέξει κανείς στην ιστορία του νησιού, η οποία υποδεικνύει την απουσία κοινής συνισταμένης μεταξύ του ελληνικού και του τουρκικού στοιχείου σε πολιτικό επίπεδο. Κατά τη διάρκεια της Οθωμανοκρατίας, οι Έλληνες της Κύπρου βρέθηκαν υπό τον ζυγό των Τούρκων, τους οποίους αναγνώριζαν ως αφέντες και από τους οποίους το 1821, θέλησαν να απελευθερωθούν, όπως οι υπόλοιποι Έλληνες. Το 1878, την πρώτη μέρα που πάτησαν το πόδι τους στη Σκάλα οι Βρετανοί, ως νέοι κυβερνήτες πλέον του νησιού, οι Έλληνες προύχοντες τους παρέδωσαν το αίτημα της Κύπρου για ένωση με το ελληνικό κράτος, το οποίο ανακτούσε ολοένα και περισσότερα εδάφη από τη μέρα της επίσημης ίδρυσής του, ενώ ταυτόχρονα, οι οθωμανικές ελίτ, που παρέμειναν στο νησί, έστειλαν το δικό τους αίτημα στην Υψηλή Πύλη, φοβούμενοι τις επιδράσεις στη δική τους ευημερία και επιβίωση από την παραχώρηση της Κύπρου στους Βρετανούς.

Αν εξαιρέσουμε τις προσωπικές, καθημερινές, ανθρώπινες σχέσεις μεταξύ των δύο κοινοτήτων, δεν υπήρξε ποτέ ιστορικό προηγούμενο, όπου οι δύο κοινότητες συνυπήρξαν υπό καθεστώς πολιτικής ισοτιμίας. Για αιώνες, είχαν συνηθίσει να αντιπαρατίθενται η μια στην άλλη και να καθορίζουν την ύπαρξή τους με βάση την αντίθεσή τους –Χριστιανοί-Μουσουλμάνοι, δούλοι-αφέντες, Έλληνες-Τούρκοι–. Παρότι υπήρξαν ομολογουμένως ειρηνικά διαστήματα συνύπαρξης, οι δυο κοινότητες ζούσαν πλάι-πλάι και ποτέ μαζί. Αυτό μπορεί να μην είχε και τόση σημασία, αν δεν μεσολαβούσε η πολιτική απόφαση του Τουρκικού κράτους να θέσει τους Τούρκους της Κύπρου υπό την κηδεμονία του, με τον τρόπο ακριβώς που οι Μεγάλες Δυνάμεις κατά διαστήματα δρουν για να θέσουν υπό την κηδεμονία τους την ύπαρξη μιας βολικής μειονότητας –καθοριστικά, ασφυκτικά και προς εξυπηρέτηση προκαθορισμένων στρατηγικών συμφερόντων. Η Ουκρανία, παραδείγματος χάριν, αποτελεί το πιο πρόσφατο θύμα παρόμοιου προσφιλούς εναγκαλισμού.

Εδώ είναι Μεσόγειος, δεν είναι παίξε-γέλασε

Η ίδια η ιστορία της Κύπρου αποτελεί μάρτυρα πως η περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου δύσκολα μπορεί να επεξηγηθεί με μετα-μοντερνιστικά αφηγήματα. Στο δικό μας μέρος του χάρτη, οι διαφωνίες σπάνια επιλύονται μόνο με ευγενικά, έστω εκβιαστικά, επιχειρήματα διπλωματίας και πολιτισμένες δυτικές μεθόδους επίλυσης διαφορών. Ο αντίλαλος από τη βουή των όπλων δύσκολα σιωπά. Έτσι κι αλλιώς, εδώ και χιλιάδες χρόνια, η παλίρροια της Ιστορίας, καθώς αυτοκρατορίες στην περιοχή αναδύονται και διαλύονται, ξερνά στα παράλια της Μεσογείου παρόμοιους επίδοξους κατακτητές, παρόμοιους με τους 40.000 χιλιάδες στρατιώτες της «ειρηνευτικής» επιχείρησης της Τουρκίας στην Κύπρο, με το τόσο κατάλληλο όνομα για ειρηνευτική επιχείρηση – Αττίλας ο Ούννος!

Η Τουρκία σήμερα πράττει ακριβώς τα ίδια που έπραξαν άλλοι φιλόδοξοι ηγεμόνες πριν από αυτή. Ευκαιρίας δοθείσης, άρπαξε την Κύπρο, ως σημαντικό μέρος του πλαισίου ασφάλειας και του ισοζυγίου δυνάμεων που οικοδομά στην περιοχή. Σαράντα-τέσσερα χρόνια μετά, βρίσκουμε την  Τουρκία να προσπαθεί να κυβερνήσει υπό το καθεστώς «ειρήνης» τα εδάφη που κέρδισε με πόλεμο -τόσο ρεαλιστικά απλό και τόσο πολιτισμένα παράνομο συνάμα εν έτει 2018.

Εν μέσω ίσως αμηχανίας, φόβου, καμιάς φοράς και ρομαντισμού, οι Ελληνοκύπριοι συχνά παραβλέπουν  τα αιώνια παιγνίδια επιβολής ισχύος και εξουσίας στην περιοχή και εστιάζουν το ενδιαφέρον τους στο λίγο πιο εύκολο δικοινοτικό κομμάτι επίλυσης «εσωτερικών» διαφορών του κυπριακού παζλ, αυτό που νομίζουμε ότι ίσως μπορούμε να ελέγξουμε και να επηρεάσουμε λίγο περισσότερο. Αυτό όμως δεν αλλάζει  τα σκληρά ιστορικά δεδομένα. Είναι  το ίδιο πολιτικά αφελές όσο το να θεωρούμε την ύπαρξη της τουρκοκυπριακής μειονότητας στην Κύπρο ως τον λόγο και όχι τη δικαιολογία για τη μόνιμη ύπαρξη τουρκικών στρατευμάτων στο νησί. Το ίδιο μυωπικό όσο το να χρίζουμε την παρουσία  παράνομων Τούρκων εποίκων στο νησί ως ζήτημα ανθρωπιστικής μέριμνας και όχι ως συγκεκριμένη κίνηση στρατηγικής  για τη δημογραφική αλλαγή του πληθυσμού της χώρας. To ίδιο ανιστόρητο όσο το να ξεχνούμε την Αλεξανδρέττα, να παραβλέπουμε το Αφρίν.

Τελικά, πόσο χρήσιμα είναι τα μαθήματα της Ιστορίας; Τοποθετώντας το Κυπριακό στο μεγαλύτερο γεωπολιτικό πλαίσιο της περιοχής, παρότι απολύτως απαραίτητο, δεν αλλάζει έτσι κι αλλιώς το παρελθόν και δεν προσφέρει και πολλές ελπίδες για το μέλλον. Ακριβώς γι’ αυτό, η εξέταση της δυναμικής των σχέσεων των δύο κοινοτήτων στο νησί, παρότι δεν είναι αρκετή από μόνη της, μπορεί να αποτελέσει πυξίδα για να αντιληφθούμε τι μας περιμένει παρακάτω. Το μέλλον ξεδιπλώνεται πατώντας πάνω στα βήματα του παρελθόντος.

Οι Ελληνοκύπριοι ιστορικά ένιωθαν ως οι δικαιούχοι ιδιοκτήτες και αργότερα οι κληρονόμοι του κυπριακού κράτους, αν και αρχικά για την πλειοψηφία τους η Κυπριακή Δημοκρατία αποτελούσε το μέσο για την τελική πραγμάτωση ενός ανώτερου σκοπού – την Ένωση με την Ελλάδα. Παρόλα ταύτα, το κυπριακό κράτος ήταν απότοκο του δικού τους περήφανου, αν και οδυνηρού, αγώνα ενάντια στο Βρετανικό Στέμμα, στο οποίο παρά το πλευρό κι ενάντια στους Ελληνοκύπριους δεν δίστασαν να ταχθούν ευθύς εξαρχής οι Τουρκοκύπριοι συμπατριώτες τους. Δεν ήταν καθόλου παράλογο ότι η υπεραυξημένη συμμετοχή των Τουρκοκυπρίων (η οποία επιτεύχθηκε μόνο και μόνο χάρη στην παρέμβαση της Τουρκίας) στην κρατική δομή που κτίστηκε με τις θυσίες και τον αγώνα των Ελληνοκυπρίων και στην οποία όχι μόνο δεν είχαν συνεισφέρει αλλά αντιτάχθηκαν οι Τουρκοκύπριοι να θεωρηθεί άδικη και προσβλητική. Ταυτόχρονα, οι Τουρκοκύπριοι δεν έτρεφαν καμία συμπάθεια προς την έννοια της κυριαρχίας της άποψης της πλειοψηφίας στην Κύπρο, αφού αυτό θα υποδήλωνε έμμεση στήριξη προς την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα ή έστω στη δημιουργία ενός δεύτερου ελληνικού κράτους στην περιοχή. Η μόνη τους ελπίδα ενάντια σε μια τέτοια επικείμενη καταστροφή (η δεύτερη καταστροφική αλλαγή στο στάτους τους που θα δέχονταν σε λιγότερο από έναν αιώνα) ήταν η χείρα βοηθείας που έτεινε με το αζημίωτο η Τουρκία (με το πατρονάρισμα των Βρετανών), την οποία δεν δίστασαν  να δεχτούν αλλά και να την καθοδηγήσουν, όπου και όποτε τους βόλευε.

Παρά την περιστασιακή αγιοποίησή τους, υπό το φως της «σύγχρονης» ρητορικής για το Κυπριακό, οι τουρκοκυπριακές ηγετικές ελίτ σπάνια ήταν θύματα της Τουρκίας και σπάνια ήταν άμοιρες ευθυνών για το τι συνέβη στην Κύπρο. Η σχέση Τουρκοκυπρίων-Τουρκίας εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από δούναι και λαβείν.  Ό,τι σου δοθεί χωρίς να χρειαστεί να το κερδίσεις μόνος σου μπορεί  το ίδιο εύκολα να σου αφαιρεθεί και δύσκολα το ξανακερδίζεις. Σπάνια έτσι κι αλλιώς δαγκώνει κανείς το χέρι που τον ταΐζει και οι πρώτοι που μπορούν εύκολα να το αναγνωρίσουν αυτό παραμένουν οι ηγέτες οι οποίοι σκαρφάλωσαν με επιτυχία τα επισφαλή σκαλοπάτια της τουρκοκυπριακής εξουσίας και κατάφεραν να παραμείνουν εκεί με το πατρονάρισμα της Άγκυρας, υπό την προστασία του τουρκικού στρατού. Απομονώνοντας ή αγνοώντας την αμείλικτη τουρκική άσκηση ισχύος στην περιοχή, ακόμα και προς σε αυτούς που εξυπηρετούν τους σκοπούς της, κι εστιάζοντας μόνο στο δικοινοτικό αφήγημα του Κυπριακού δεν εξορκίζουν την αλήθεια. Δεν παύουν όμως να καθίστανται οι Τουρκοκύπριοι συνυπεύθυνοι για το δράμα της Κύπρου, με ό,τι κι αν συνεπάγεται αυτό.

Η αναδόμηση της ιστορίας της Κύπρου μέσα από το δικοινοτικό αφήγημα, με έμφαση στις αντιλήψεις που το διέπουν, μπορεί να επιδράσει μόνο ως ένα σημείο πάνω στις σκληρές πραγματικότητες που βιώνουμε καθημερινά. Δεν είναι καθόλου τυχαίο που οι προσπάθειες για επαναπροσέγγιση ανάμεσα στις δύο κοινότητες, τα τελευταία τριάντα περίπου χρόνια, απέτυχαν να έχουν οποιαδήποτε σημαντική επίδραση ή να αποβούν πειστικές στη βάση της κυπριακής κοινωνίας, αφού επικεντρώθηκαν στον περιορισμένο διάλογο με συγκεκριμένους κύκλους στην άλλη πλευρά και απέφυγαν τον ειλικρινή διάλογο μέσα στην ίδιά τους την κοινότητα, εξοστρακίζοντας και αναθεματίζοντας την αντίθετη άποψη ως εσωστρεφή και οπισθοδρομική και υπερθεματίζοντας τη δική τους πολλές φορές σαν Ιερό Δισκοπότηρο. Η ηθελημένη περιφρόνηση της Ιστορίας, στα πλαίσια τέτοιας επαναπροσέγγισης, δημιουργεί περισσότερες και πιο βίαιες αντιδράσεις από αυτές που προσπαθεί να επικαλύψει.  Η Ιστορία τραυματίζει, στοιχίζει, αλλά δύσκολα μπορεί να της ξεφύγει κανείς. Τα τουρκικά κατοχικά στρατεύματα στην Κύπρο δεν είναι αντίληψη. Οι περιουσίες των Ελληνοκυπρίων τις οποίες παράνομα κρατούν παράνομοι έποικοι δεν είναι αντίληψη. Οι πρόσφυγες, οι αγνοούμενοι, οι βιασθείσες της εισβολής δεν είναι αντίληψη.

Άρα, πώς προχωράμε τότε; Ακόμα κι αν προσπαθήσουμε να ξεπεράσουμε τη βίαια εμπειρία της εισβολής του 1974 (στην οποία οι Τουρκοκύπριοι θα αντιπαραθέσουν πάραυτα τις διακοινοτικές συγκρούσεις του 1963), για πολλούς Ελληνοκύπριους τα πρόσφατα τραύματα της δεκαετίας του ’90 παραμένουν ακόμα ανοιχτά. Το λιντσάρισμα του Τάσου Ισαάκ από ένα μανιασμένο όχλο υπό το ατάραχο βλέμμα της «αστυνομίας» του ψευδοκράτους και υπό την απραξία των ΗΕ, όπως, επίσης, η εν ψυχρώ δολοφονία του Σολάκη Σολωμού που ακολούθησε (από κάποιον ο οποίος πέρα από τη λίστα καταζητούμενων της Ίντερπολ βρίσκεται και στα ανώτατα δώματα της τουρκοκυπριακής ηγεσίας) δρουν ως υπενθύμιση για την αναρχία και την ανομία που κυριαρχεί στα κατεχόμενα, την έλλειψη πραγματικής δημοκρατίας την οποία δεν έχουν γευτεί ακόμη οι Τουρκοκύπριοι, καθώς και ως απόδειξη για τη διαφορετική ιστορική, κοινωνική, οικονομική και πολιτική κατεύθυνση στην οποία βαδίζουν σε σχέση με τους Ελληνοκύπριους. Μια κατεύθυνση που δύσκολα θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή από έναν ελεύθερα σκεπτόμενο πολίτη μιας ευρωπαϊκής, δημοκρατικής χώρας.

Η Κύπρος σήμερα θυμίζει το πρόσωπο του Ιανού, το κατεχόμενο κομμάτι της στραμμένο προς την Ανατολή, ενώ συνάμα το ελεύθερο κομμάτι της στραμμένο προς τη Δύση. Συνεπώς, εύκολα αποδέχεται κανείς την παρουσία στρατού ως εγγυητή για τα πολιτικά του δικαιώματα αν ανήκει στην Ανατολή, αδύνατον να το δεχτεί κάποιος αν ενστερνίζεται τη δημοκρατική, φιλελεύθερη παράδοση της Δύσης. Ο δικτατορικός κ. Ερντογάν δύσκολα μπορεί να εγγυηθεί τις πολιτικές ελευθερίες και τα δικαιώματα των πολιτών της ίδιάς του της χώρας. Οξύμωρο θα ήταν να του ζητήσουμε να το πράξει αλλού. Κανείς Ελληνοκύπριος δεν θα μπορούσε να τον εμπιστευτεί άλλωστε. Εδώ ακριβώς είναι που οι αντιλήψεις μετρούν. Οι μελλοντικές συζητήσεις για το Κυπριακό ας το λάβουν αυτό υπόψη.

Η Άννα Κουκκίδη-Προκοπίου είναι ιστορικός-διεθνολόγος.

*Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στα αγγλικά, τον Μάιο του 2018, στο επιστημονικό περιοδικό «InDepth» του Κέντρου Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων του Πανεπιστημίου Λευκωσίας, ενώ έχει, επίσης, δημοσιευτεί στο Modern Diplomacy.

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *