Κύπρος: Η νομικοπολιτική πραγματικότητα και το περιεχόμενο της Συνθήκης Εγγυήσεων

FILE PHOTO. Ο υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδας Νίκος Κοτζιάς με τον Κύπριο ομόλογό του Γιάννη Κασουλίδη. ΑΠΕ/ΜΠΕ/Λευτέρης Διαμαντίδης

Του Γιαννάκη Ομήρου
Μετά τη συνάντηση της Νέας Υόρκης και τη συμφωνία «επανασύγκλησης» Διάσκεψης στη Γενεύη καθίσταται επιτακτική η ανάγκη επιμονής της Ελληνικής Κυπριακής πλευράς αλλά και της Κυπριακής Δημοκρατίας στη συζήτηση του θέματος της ασφάλειας και των εγγυήσεων. Και όχι μόνο. Θα πρέπει να υπάρξουν συγκλίσεις σε βαθμό ακτίνας συμφωνίας, προκειμένου να υπάρχει νόημα περαιτέρω συζητήσεων στα κεφάλαια της εσωτερικής πτυχής. Συζητώντας ωστόσο τα θέματα ασφάλειας – εγγυήσεων, καλό είναι να μην εγκαταλειφθεί η θέση του παράνομου της τουρκικής επέμβασης του 1974.

Ένα ζήτημα το οποίο τυγχάνει λανθασμένης προσέγγισης όχι μόνο δυστυχώς από ξένους αλλά και Κύπριους.  Κατά πόσον δηλαδή η Τουρκία εκέκτητο το δικαίωμα επέμβασης με βάση τη Συνθήκη Εγγυήσεως και Συμμαχίας του 1960. 57 χρόνια από τη συνομολόγησή της και 43 χρόνια από τη στρατιωτική επέμβαση της Τουρκίας. 

Αποδεικνυόμενοι, επικίνδυνα αγνοούντες διεθνείς συνθήκες συνδεδεμένες με τη σύσταση του Κυπριακού Κράτους, αλλά και προσφέροντες ανέλπιστα επιχειρήματα στην τουρκική προπαγάνδα, η οποία επιμελώς αναπτύσσεται επί 43 χρόνια προς δικαιολόγηση της τουρκικής εισβολής του 1974. Εμπεδώνοντας διεθνώς την άποψη ότι νομίμως, εξ απόψεως διεθνούς δικαίου, ενήργησε η Τουρκία.

Ελαυνόμενοι από ταπεινά ελατήρια  υπεράσπισης ανεδαφικών απόψεων στον εσωτερικό πολιτικό διάλογο για το θέμα των εγγυήσεων και της ασφάλειας, προσφέρουν με αυτό τον τρόπο συνηγορία στη θέση της τουρκικής πλευράς για νομιμότητα της τουρκικής ανομίας.

Ποια όμως είναι η νομικοπολιτική πραγματικότητα, όπως προκύπτει από ρητές πρόνοιες του Διεθνούς Δικαίου και γνωματεύσεις διαπρεπών διεθνολόγων;

Είναι κοινός τόπος για τους διεθνολόγους ότι η Συνθήκη Εγγυήσεως του 1960 δεν παρέχει το δικαίωμα χρήσεως βίας σε κάποια από τις εγγυήτριες δυνάμεις. Μια τέτοια ερμηνεία αντίκειται προς τον Καταστατικό Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και τις διατάξεις διεθνούς αναγκαστικού δικαίου και καθιστά τη συνθήκη άκυρη. Αυτό βέβαια δεν εμπόδισε την Τουρκία να εισβάλει στην Κύπρο το 1974 και έκτοτε να κατέχει στρατιωτικά το 36,4% του εδάφους επικαλούμενη τη συνθήκη Εγγυήσεως. Είναι  προφανές ότι η Τουρκία θέλει να έχει τη δυνατότητα να παρεμβαίνει στα τεκταινόμενα στην Κύπρο, είτε στρατιωτικά είτε με την απειλή χρήσεως βίας, είτε με άλλα μέσα. Και είναι εμφανές ότι η Τουρκία είναι η μόνη από τις τρεις εγγυήτριες δυνάμεις που βλέπει τη Συνθήκη του 1960 ως προς τη στρατιωτική της διάσταση.

Το νομικά έωλο και πολιτικά παράδοξο των ισχυρισμών της Τουρκίας, ότι η εισβολή στην Κύπρο ήταν νόμιμη και ότι πήγαζε από τις Συνθήκες Εγγυήσεως, δεν βρίσκει κανένα έρεισμα στο Διεθνές Δίκαιο, αλλά σε μια νοοτροπία επεκτατισμού νεοθωμανικής έμπνευσης.

Η επίσημη θέση της Κυπριακής Δημοκρατίας, η οποία βασίζεται στο Διεθνές Δίκαιο, υπήρξε διαχρονικά ότι:

α) Η Συνθήκη Εγγυήσεως δεν παρέχει δικαίωμα στρατιωτικής επέμβασης.

β) Η Συνθήκη Εγγυήσεως εγγυάται τη διατήρηση της συνταγματικής τάξης του 1960 και όχι τη διχοτόμηση και τη΄ στρατιωτική κατοχή της Κύπρου και τη συστηματική παραβίαση των δικαιωμάτων των πολιτών που το Σύνταγμα προστατεύει. Είναι σαφής η Συνθήκη (άρθρο 2): « Η Ελλάς, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Τουρκία, λαμβάνουσαι υπό σημείωσιν τας υποχρεώσεις της Δημοκρατίας της Κύπρου τας καθιερουμένας υπό του άρθρου 1, αναγνωρίζουν και εγγυώνται την ανεξαρτησίαν, την εδαφικήν ακεραιότητα και την ασφάλειαν της Δημοκρατίας της Κύπρου, ως και την κατάστασιν πραγμάτων την καθιερωθείσαν υπό των θεμελιωδών άρθρων του Συντάγματος της.

Αναλαμβάνουν επίσης την υποχρέωσιν όπως απαγορεύσουν, καθ’ όσον εξαρτάται εξ αυτών, πάσαν δραστηριότηταν έχουσαν σκοπόν να ευνοήσει αμέσως ή εμμέσως τόσον την ένωσιν της Δημοκρατίας της Κύπρου με παν άλλο Κράτος όσον και την διχοτόμησιν της Νήσου».

Για τη μονομερή αυθαίρετη και εξόχως αντινομική ερμηνεία της Συνθήκης Εγγυήσεως από την Τουρκία  για να δικαιολογήσει την τουρκική εισβολή είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσες και γνωματεύσεις διεθνούς κύρους διεθνολόγων. Προτού τεθεί σε ισχύ η Συνθήκη Εγγυήσεως ζητήθηκε από τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, όπως γνωματεύσει επί του κύρους τής εν λόγω Συνθήκης. Η γνωμάτευση, την οποία ετοίμασε ένας από τους σημαντικότερους διεθνόλογους του αιώνα που μας πέρασε, ο Hans Kelsen, παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον ως προς τον τρόπο με τον οποίο θα έπρεπε να ερμηνεύεται η Συνθήκη Εγγυήσεως. Ο Kelsen, αν και παρατήρησε ότι η σύναψη μιας συνθήκης εγγυήσεως είναι κατ’ αρχήν έγκυρη, σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο, εντούτοις προχώρησε σε περαιτέρω σχόλια αναφορικά με το άρθρο 3 της Συνθήκης που προβλέπει για δικαίωμα επέμβασης. Παραθέτουμε ορισμένα σημαντικά αποσπάσματα από τις σχετικές επισημάνσεις:

« Το άρθρο 3 της Συνθήκης Εγγυήσεως φαίνεται ότι, όπως προκύπτει τόσο από τους όρους του όσο και από τις περιστάσεις υπό τις οποίες συνάφθηκε, αποσκοπεί να καλύψει κυρίως περίπτωση κατά την οποία το Κυπριακό Σύνταγμα ανατρέπεται από εσωτερική επανάσταση, η οποία στοχεύει είτε στον περιορισμό των μειονοτικών δικαιωμάτων, είτε σε ένωση με άλλο κράτος ή σε διχοτόμηση. Αν οι εγγυήτριες δυνάμεις είχαν δικαίωμα να αναλάβουν δράση στρατιωτικού χαρακτήρα, αυτό θα μπορούσε υπό ορισμένες προϋποθέσεις να δικαιολογηθεί ως αυτοάμυνα. Αυτές οι περιστάσεις θα προέκυπταν αν, κατά τη διάρκεια μιας επανάστασης, γινόταν ένοπλη επέμβαση κατά των στρατευμάτων μιας εγγυήτριας δύναμης που βρίσκονται σταθμευμένα στην Κύπρο. Το δικαίωμα αυτό της αυτοάμυνας όμως, δεν πηγάζει από τη Συνθήκη Εγγυήσεως, αλλά από το γενικό Διεθνές Δίκαιο, όπως περιορίζεται από το άρθρο 51 του Καταστατικού Χάρτη.

Η νομική κατάσταση είναι πιο περίπλοκη, αν οι ταραχές στην Κύπρο τείνουν να αναστατώσουν το καθεστώς που δημιουργήθηκε με τη Συνθήκη, αλλά δεν οδηγούν σε επίθεση επί των στρατευμάτων κάποιας εγγυήτριας δύναμης. Στο σημείο αυτό οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 2 του Καταστατικού Χάρτη καθίστανται οι κυρίαρχες νομικές παράμετροι του ζητήματος…Πολλές νομικές συζητήσεις έχουν επικεντρωθεί στην ερμηνεία των πιο πάνω άρθρων, ιδιαίτερα για τον ορισμό της επιθετικότητας …O Quincy Wright έχει εκφράσει την πιο δημοφιλή άποψη, όταν όρισε την έννοια της επιθετικότητας, όπως προκύπτει από το άρθρο 2 (4) ως ακολούθως: «Η απειλή για χρήση ένοπλης βίας πέραν από ένα διεθνώς αναγνωρισμένο σύνορο, για το οποίο μια κυβέρνηση είναι  de facto ή de jurer υπεύθυνη, εκτός αν δικαιολογείται από ανάγκη για ατομική ή συλλογική αυτοάμυνα, μετά από εξουσιοδότηση του ΟΗΕ για αποκατάσταση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας ή με τη συναίνεση του κράτους εντός των περιοχών του οποίου χρησιμοποιούνται οι ένοπλες δυνάμεις».

Αν η πιο πάνω άποψη είναι ορθή και αν οι εγγυήτριες δυνάμεις καταφύγουν σε ένοπλη βία στην Κύπρο, σε περιστάσεις που δεν συνιστούν αυτοάμυνα, θα μπορούσε η Συνθήκη Εγγυήσεως να ερμηνευθεί ως παρέχουσα συναίνεση της Κύπρου για χρήση ένοπλης βίας. Η άποψη του Quincy Wright φαίνεται να είναι πως η συναίνεση θα πρέπει να είναι πραγματική και να δίδεται κατά τον χρόνο που η επέμβαση λαμβάνει χώρα και από μια κυβέρνηση που να έχει πλήρη έλεγχο και να θεωρείται αρμόδια να εκφράζει το κράτος για το ζήτημα. Σύμφωνα με τα πιο πάνω θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να ερμηνεύσει κάποιος τη Συνθήκη Εγγυήσεως ως παρέχουσα πραγματική συναίνεση και κατά συνέπεια το άρθρο 3 της Συνθήκης, για να συνάδει  με το διεθνές δίκαιο, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι παρέχει δικαιώματα, εξαιρουμένης της δυνατότητας χρήσης ένοπλης βίας.

Και καταλήγει ο Kelsen μετά από επιπρόσθετες αναλύσεις: «Στη βάση όλων των πιο πάνω υποβάλλεται ότι η Συνθήκη Εγγυήσεως θα είναι μια έγκυρη διεθνής συμφωνία όταν τεθεί σε ισχύ. Εντούτοις στο παρόν στάδιο της ανάπτυξης του διεθνούς δικαίου, το άρθρο 3 της Συνθήκης δεν μπορεί έγκυρα να ερμηνευθεί ότι παρέχει στις εγγυήτριες δυνάμεις απεριόριστο δικαίωμα επέμβασης με χρήση ενόπλων δυνάμεων σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων της Συνθήκης. Παρόμοια χρήση βίας θα μπορούσε να δικαιολογηθεί μόνο σε περιπτώσεις αυτοάμυνας ή με την εξουσιοδότηση του ΟΗΕ ή μετά από πρόσκληση του κυπριακού κράτους κατά το δεδομένο χρόνο. Κανένα δικαίωμα ένοπλης επέμβασης δεν πηγάζει αυτόματα από τους όρους της Συνθήκης και ακόμα και αν είχε υιοθετηθεί η ακραία άποψη ότι παρόμοιο δικαίωμα προκύπτει, τότε αυτό θα περιοριζόταν πρώτα από την ανάγκη για καταφυγή σε μέσα ειρηνικής επίλυσης των διαφορών που είναι διαθέσιμα στα ενδιαφερόμενα κράτη».

Η Τουρκία παραβίασε τις υποχρεώσεις της

Από τη γνωμάτευση Kelsen φαίνεται ξεκάθαρα ότι η Τουρκία παραβίασε τις υποχρεώσεις της, όπως πήγαζαν από τη Συνθήκη Εγγυήσεως και καταρρίπτονται οι τουρκικοί ισχυρισμοί ότι η τουρκική εισβολή μπορούσε να δικαιολογηθεί από τις διατάξεις της Συνθήκης Εγγυήσεως. Παρόμοιες απόψεις εξέφρασε και ο Frank Soskice σε άλλη γνωμάτευση, ενώ σε παρόμοιες αναλύσεις προέβησαν και οι περισσότεροι αναγνωρισμένοι διεθνολόγοι μετά την τουρκική εισβολή. Η Τουρκία παραβίασε τις υποχρεώσεις της. Ερμήνευσε αυθαίρετα τη Συνθήκη Εγγυήσεως κατά τον τρόπο που η ίδια επιθυμούσε. Οποιαδήποτε αναγνώριση εγγυητικών δικαιωμάτων στην Τουρκία σε ενδεχόμενη λύση του Κυπριακού προβλήματος θα ισοδυναμεί ουσιαστικά με παράδοση της Κύπρου στα χέρια της Τουρκίας, εφόσον θα ανανεώνει τα δικαιώματα που η Τουρκία παραβίασε και εξακολουθεί να παρερμηνεύει. Θα συνιστά σε τελική ανάλυση μια δικαίωση της τουρκικής εισβολής και της τουρκικής παραβίασης του Διεθνούς Δικαίου.

Όλα αυτά τα συντριπτικά, ως προς την έκδηλη παρανομία της Τουρκίας που συνεχίζεται για 43 ολόκληρα χρόνια, καλό είναι να τα μελετήσουν και να τα εμπεδώσουν όσοι άκριτα, άσοφα και επιπόλαια προβάλλουν απόψεις που χύνουν νερό στην τουρκική προπαγάνδα.

Στη Διάσκεψη της Γενεύης, θα πρέπει η αδικοπραγία της Τουρκίας κατά παραβίαση της συνθήκης εγγυήσεως του 1960, να προβάλλεται και να μη διαγράφεται. Ως επιχείρημα της ανάγκης οριστικής κατάργησης, για να μην υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ότι η Κύπρος θα είναι πραγματικά ανεξάρτητο και κυρίαρχο κράτος που λειτουργεί μόνο στη βάση του Διεθνούς Δικαίου και όχι στη βάση αποικιοκρατικής αντίληψης και νοοτροπίας κηδεμονευτικών βαρών.

Δεν έχει το δικαίωμα της εισβολής

Είναι ηλίου φαεινότερον ότι η Τουρκία δεν έχει βάσει της Συνθήκης Εγγυήσεως το δικαίωμα εισβολής και κατοχής. Αν επιθυμούμε κατάργηση των οποιωνδήποτε εγγυήσεων, είναι για να μη δίδεται το πρόσχημα στην Τουρκία να επεμβαίνει στην Κυπριακή Δημοκρατία και για να μη θεωρήσει ότι η εισβολή και η κατοχή έχουν νομιμοποιηθεί. Και η Κυπριακή Δημοκρατία πρέπει να μείνει αταλάντευτη στη θέση για οριστική κατάργηση της Συνθήκης Εγγυήσεως.

*Τέως Πρόεδρος Βουλής των Αντιπροσώπων

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *