Κύπρος, Ουκρανία, Ταϊβάν: Η υποκρισία της Δύσης κραυγάζει, ταξινομώντας τα αυταρχικά καθεστώτα σε δυο κατηγορίες  

Του ΠΑΝΙΚΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ

«Ο κόσμος βρίσκεται αντιμέτωπος με μια επιλογή ανάμεσα στον αυταρχισμό και τη δημοκρατία» τόνισε η πρόεδρος της Βουλής των Ηνωμένων Πολιτειών, Νάνσι Πελόζι, κατά την επίσκεψή της στην Ταϊβάν για να εκδηλώσει, όπως είπε, «την αλληλεγγύη της Αμερικής» στα 23 εκατομμύρια πολίτες της χώρας.

Πολλοί χαρακτήρισαν αυτή την επίσκεψη «τολμηρή» και άλλοι «προκλητική». Μερίδα αναλυτών θεωρεί ότι, ειδικά τώρα, λόγω των συνεπειών της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία και με τις ΗΠΑ να πασχίζουν για να διατηρηθεί (σε κάποιο βαθμό) η «κινεζική ουδετερότητα», κάθε πρόκληση προς το Πεκίνο ενισχύει περαιτέρω τη «συμμαχία του Πούτιν» και δημιουργεί νέους τριγμούς στην παγκόσμια οικονομία και ασφάλεια.

Τέτοια γεγονότα όμως επαναφέρουν στο προσκήνιο και βασικά ερωτήματα που αφορούν τα αυταρχικά καθεστώτα και τους κάθε λογής δικτάτορες, όπως:

Πώς θα πρέπει να αντιμετωπίζονται από το «διεθνές σύστημα δημοκρατικών αξιών»;

Με μια σταθερή πολιτική που θα αποβλέπει στην απομόνωση και την πτώση τους, ανεξαρτήτως κόστους και συνεπειών, ή είναι προτιμότερο να δίνεται προτεραιότητα στο εμπόριο, τις μπίζνες και στα λεγόμενα «κοινά οφέλη», υποβαθμίζοντας συνάμα την ανάγκη για σεβασμό του κράτους δικαίου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων;

Εάν ακολουθηθεί η πολιτική της πρώτης επιλογής, τότε η ευαισθησία και η αποφασιστικότητα για την υπεράσπιση της δημοκρατίας, του διεθνούς δικαίου και της κυριαρχίας κάθε ανεξάρτητου κράτους θα πρέπει να είναι για όλους και για όλα.

Όταν η αντίσταση στον αυταρχισμό, τον ιμπεριαλισμό, τον ολοκληρωτισμό είναι επιλεκτική και βασίζεται πρωτίστως σε οικονομικά και γεωπολιτικά συμφέροντα, τότε όχι μόνο δεν πρόκειται για αντίσταση, αλλά για υποκριτικές τακτικές, που, τις πλείστες φορές, επιφέρουν το ακριβώς αντίθετο από το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα.

Η Μόσχα, αλλά και δεξαμενές σκέψης και αναγνωρισμένοι αναλυτές σε Αμερική και Ευρώπη είχαν υποστηρίξει επανειλημμένα, με στοιχεία και αποκαλύψεις, ότι είχαν δοθεί ρητές υποσχέσεις από ηγέτες των ΗΠΑ, της Βρετανίας, της Γαλλίας και της Γερμανίας περί μη επέκτασης του ΝΑΤΟ προς τα ανατολικά.

Τα τελευταία χρόνια, το καθεστώς του Πούτιν απαιτούσε από το ΝΑΤΟ να αποκηρύξει δημόσια την επέκτασή του στις πρώην Σοβιετικές Δημοκρατίες της Γεωργίας και της Ουκρανίας και να ανακαλέσει τις αμερικανικές δυνάμεις στα όρια του «μπλοκ του 1997».

Το Πεκίνο υπενθύμιζε διαρκώς στην Ουάσιγκτον ότι έχει δεσμευτεί στην πολιτική της Μίας Κίνας και έχει δεσμευτεί επίσης να μην αναπτύξει επίσημες σχέσεις με την Ταϊβάν. Την ίδια άποψη συμμερίζεται υπολογίσιμη μερίδα Αμερικανών πολιτικών και αναλυτών.

Η Άγκυρα πραγματοποίησε το 1974 τη βάρβαρη εισβολή της στην Κύπρο (την οποία σχεδίαζε από τις αρχές της δεκαετίας του 1960) επειδή της είχε δοθεί η ευκαιρία που αναζητούσε, επικαλούμενη πρόνοιες των συμφωνιών Ζυρίχης – Λονδίνου, στο πλαίσιο των εγγυήσεων και των «επεμβατικών δικαιωμάτων».

Αφού λοιπόν η χούντα του Ιωαννίδη και τα όργανά της στην Κύπρο διέπραξαν εσχάτη προδοσία με το πραξικόπημα, ο τουρκικός στρατός εισέβαλε στο νησί και για 48 χρόνια κατέχει το 37% των εδαφών του και το 52% των ακτών του.

Δεν λέμε ότι αν οι Δυτικοί τηρούσαν τις υποσχέσεις τους και τα συμφωνηθέντα, ο Πούτιν δεν θα ήταν αυτός που είναι και ότι θα αποκλειόταν κάθε πιθανότητα ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία. Όμως θα ήταν πολύ πιο δύσκολο να δικαιολογήσει το έγκλημά του και ενδεχομένως θα ήταν αδύνατον να πείσει ένα μεγάλο μέρος του ρωσικού λαού, σε αντίθεση με την σημερινή πραγματικότητα, γιατί ακόμη και στις δικτατορίες, η λαϊκή σιωπή και η ανοχή έχουν όρια.

Δεν λέμε ότι αν η Δύση (η κ. Πελόζι, για παράδειγμα) ήταν «φρόνιμη» για το θέμα της Ταϊβάν, το καθεστώς της Κίνας δεν θα απειλούσε με χρήση βίας και δεν θα φυλάκιζε αντιφρονούντες. Όμως θα ήταν ίσως πολύ πιο δύσκολο να προχωρήσει στην υλοποίηση της εισβολής που σχεδιάζει.

Δεν λέμε ότι αν δεν γινόταν το πραξικόπημα στην Κύπρο, η Τουρκία δεν θα έκανε την εισβολή, αλλά θα ήταν πολύ πιο δύσκολο, μάλλον και αδύνατον, να βρει μια τέτοια «χρυσή ευκαιρία».

Τις περισσότερες φορές λοιπόν οι αλήθειες δεν είναι μονόπλευρες και η Δύση δείχνει συνεχώς με τις πολιτικές της ότι ταξινόμησε τα αυταρχικά καθεστώτα σε δυο κατηγορίες. Η υποκρισία κραυγάζει με την τακτική των δυο μέτρων και δυο σταθμών.

Δεν μπορεί από τη μια να πολεμά τα αυταρχικά καθεστώτα της Ρωσίας και της Κίνας και από την άλλη να στηρίζει τα αυταρχικά καθεστώτα της Τουρκίας και της Σαουδικής Αραβίας.

Όσο η Δύση δεν συμπεριφέρεται τίμια και με ειλικρίνεια σ’ αυτή τη μάχη ανάμεσα στον αυταρχισμό και τη δημοκρατία, όχι μόνο δεν θα ενισχύεται το παγκόσμιο μέτωπο κατά του εθνικιστικού επεκτατισμού, αλλά θα ενισχύεται ο «άξονας του κακού».

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.