Λίγοι είναι οι δημιουργοί στο χώρο της τέχνης που καταφέρνουν να γίνουν εθνικά σύμβολα και ταυτόχρονα να αποκτήσουν και μια οικουμενική εμβέλεια, ο Θεοδωράκης τα πέτυχε και τα δύο

Του ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ

Η αναχώρηση του Μίκη Θεοδωράκη από τη ζωή σηματοδοτεί το τέλος μιας εποχής. Έφυγε ο τελευταίος που σημάδεψε με τους αγώνες και το έργο του την προδικτατορική Ελλάδα αλλά και αυτή της Μεταπολίτευσης. Μεγαλώσαμε με τα τραγούδια του και πορευτήκαμε μαζί του στους αγώνες για τη δημοκρατία, την ελευθερία και την κοινωνική δικαιοσύνη. Μπορεί να μη ήμασταν πάντα σύμφωνοι με τα πολιτικά του σκαμπανεβάσματα, και δεν ήταν λίγα, αλλά αυτός ήταν ο Μίκης! Το σίγουρο είναι πως χωρίς την εμβέλεια του στον πολιτισμό, χωρίς τα τραγούδια του, δεν θα είχε την ίδια επίδραση στον χώρο της πολιτικής. Κι αυτό ανεξάρτητα από τους αγώνες του για τη δημοκρατία, τα εθνικά θέματα, την κοινωνική δικαιοσύνη. Κυριαρχούσε πάντα ο Μίκης του πολιτισμού. Η μεγάλη του επιτυχία ήταν η ένωση της ποίησης με τη μουσική που έκανε γνωστούς στο ευρύ κοινό σημαντικούς νεοέλληνες ποιητές από τον Κάλβο ως τον Σεφέρη, τον Ρίτσο και τον Ελύτη. Μέσα από τους ποιητές αλλά και σημαντικούς στιχουργούς, έφερε κοντά στο ευρύ κοινό ένα άγνωστο πολιτισμό, την πνοή μιας ποίησης που ξεπερνούσε στενούς κομματικούς ορίζοντες, ξεπερνούσε ακόμη και τους ελληνικούς ορίζοντες και γινόταν κραυγή οικουμενικής ελευθερίας. Κάπου εκεί γεννήθηκε ο οικουμενικός Θεοδωράκης που άγγιξε άλλωστε και μελοποίησε ποίηση και ξένων ποιητών, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την ποίηση του Νερούντα. Φυσικά ο Θεοδωράκης, η μουσική του, δεν είναι μόνο οι μελοποιημένοι ποιητές. Είναι ένα έργο ευρύτερο με βαθιές ρίζες στον λαϊκό πολιτισμό και την παράδοση.

Στην πολιτική και εθνική ζωή παραμένει πολύ πιο σημαντική η προδικτατορική του δράση. Σημαντική βεβαίως είναι και η δράση του, οι αγώνες του ενάντια στη δικτατορία. Από ένα σημείο όμως και μετά, μετά την απελευθέρωση του από την χούντα και την εγκατάσταση του στο Παρίσι, αρχίζουν και οι πολιτικές του παλινδρομήσεις που θα φτάσουν στο αποκορύφωμα τους στην Μεταπολίτευση όταν έγινε υπουργός στην κυβέρνηση Κωνσταντίνου Μητσοτάκη. Δεν είναι όμως τις πολιτικές ανακολουθίες του που θα κρατήσει ο ιστορικός του μέλλοντος αλλά το γιγάντιο πνευματικό του έργο, την μουσική του προσπάθεια με την οποία πραγμάτωσε το πνευματικό πεπρωμένο του νέου ελληνισμού μέσα από τα μονοπάτια της μουσικής λαϊκής παράδοσης.

Εντούτοις είναι χαρακτηριστική η συμφιλίωση του τα τελευταία χρόνια με το ΚΚΕ με το οποίο στο παρελθόν είχε συγκρουστεί, καθώς είχε επιλέξει, στη διάσπαση του 1968, το λεγόμενο ΚΚΕ εσ. Ο Γενικός Γραμματέας μάλιστα του ΚΚΕ Δημήτρης Κουτσούμπας εξεφώνησε ένα συγκινητικό επικήδειο για τον Μίκη στην Μητρόπολη της Αθήνας.

Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε και για τον κυπριακό κύκλο της πολιτικής του δράσης που παραμένει σημαντικός αλλά παρασιωπάται συνήθως από τους βιογράφους του και όσους αυτές τις μέρες με την αναχώρηση του από τη ζωή γράφουν γι΄ αυτόν. Στις νεκρολογίες τους λίγοι θα αναφερθούν σε αυτή την πτυχή της ζωής του. Λίγοι θα θυμηθούν πως αντιτάχτηκε έντονα στο σχέδιο Ανάν. Γιατί η στάση του αυτή τότε ενόχλησε το κατεστημένο. Ο Θεοδωράκης όμως εκτός από την έντονη αντίθεση του στο σχέδιο Ανάν, στήριξε διαχρονικά όλους τους αγώνες των Κυπρίων. Ήδη από πολύ νωρίς μελοποίησε τον ύμνο της Εθνικής Φρουράς σε στίχους Άντη Περνάρη. Αγαπούσε την Κύπρο, έμεινε ως το τέλος δίπλα της.

Λίγοι είναι οι δημιουργοί στο χώρο της τέχνης που καταφέρνουν να γίνουν εθνικά σύμβολα και ταυτόχρονα να αποκτήσουν και μια οικουμενική εμβέλεια. Ο Θεοδωράκης τα πέτυχε και τα δύο. Ήταν εθνικός μύθος και σύμβολο αλλά ταυτόχρονα και οικουμενικός άνθρωπος. Κι αυτό γιατί τραγούδησε για το λαό, πρόβαλε τους καϋμούς και τους αγώνες του λαού, εξέφρασε την ίδια τη ψυχή του. Πρόβαλε ταυτόχρονα αξίες οικουμενικές τόσο μέσα από τη μουσική του όσο και μέσα από τον λόγο και τις πράξεις του.

Αποχαιρετισμός σε μια εμβληματική προσωπικότητα, αποχαιρετισμός στον Μίκη Θεοδωράκη, που τίμησε τον ελληνισμό και τον πρόβαλε στο οικουμενικό στερέωμα. Αποχαιρετισμός σε ένα άνθρωπο που στάθηκε γενναία απέναντι στην εποχή του.

Υ.Γ.

Η υπουργοποίηση στην Ελλάδα του Χρήστου Στυλιανίδη, είδος ποδοσφαιρικής μεταγραφής, είναι ένα από τα πολλά επικοινωνιακά τεχνάσματα που χρησιμοποιεί ο Μητσοτάκης για να επιπλέει πολιτικά, ελλείψει παραγωγής ουσιαστικής πολιτικής, ελλείψει οράματος για το μέλλον του τόπου. Έρχεται μετά το φιάσκο με τον ναύαρχο Αποστολάκη που χάλασε την πολιτική του παράτα. Η μεταγραφή Στυλιανίδη λίγα πράγματα έχει να προσθέσει στο κυνηγητό μιας επίπλαστης δημοτικότητας που συντηρείται από τα συστημικά ΜΜΕ ενός κατεστημένου που υπερασπίζεται τα συμφέροντα του. Καμιά χώρα όμως δεν πάει μπροστά με τον πολιτικαντισμό και τα επικοινωνιακά τερτίπια. Όσο για τον ίδιο τον Στυλιανίδη, θυμίζει πολύ τον στίχο του Βάρναλη «πού ‘σαι νιότη που ‘δειχνες πως θα γινόμουν άλλος».

Από την εποχή που ήθελε να φτιάξει κόμμα με τον Νίκο Κουτσού για να σώσει την Κύπρο, κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι. Αναδείχτηκε μέσα από τους μηχανισμούς Αναστασιάδη τον οποίο εγκατέλειψε όταν πια δεν είχε τίποτε να του προσφέρει. Με τον Μητσοτάκη οι βλέψεις του δεν περιορίζονται σε ένα υπουργείο, φτάνουν ώς τον ορίζοντα των κυπριακών προεδρικών εκλογών.

Καμιά σχέση βέβαια με τον Λουκή Ακρίτα και τον Γιάννο Κρανιδιώτη, με τους οποίους κάποιοι συγκρίνουν απερίσκεπτα την περίπτωσή του. Αυτοί δεν ήταν ουρανοκατέβατοι από μεταγραφή στην ελλαδική πολιτική ζωή. Επέλεξαν να εγκατασταθούν στην Ελλάδα, πήραν την ελληνική ιθαγένεια και πολιτεύτηκαν και σταδιοδρόμησαν εκεί. Ο Ακρίτας μάλιστα πήγε εθελοντής στον Αλβανικό πόλεμο του 1940 και πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση.

 

*Πανεπιστημιακός, συγγραφέας της μυθιστορηματικής τριλογίας ΝΟΜΑΔΑΣ, Αθήνα, Εκδόσεις Βακχικόν, 2017-2019. Τώρα κυκλοφορεί και το νέο του μυθιστόρημα, Γράμμα στον Αντώνη Οικονόμου/Στο Υφαντό του ’21, από τον ίδιο εκδοτικό οίκο.

ω stephanos.constantinides@gmail.com

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *