Λόρδος Χάνεϊ, Σχέδιο Ανάν και η συνωμοσία εις βάρος της Κυπριακής Δημοκρατίας

United Nations Secretary General Kofi Annan (C) poses for photographers with the President of the Republic of Cyprus, Glafkos Clerides (R) and Turkish Cypriot leaderRauf Denktash (L), at Nicosia International Airport which has not been in function since the Turkish invasion of Cyprus in 1974 and is now in the United Nations buffer zone. EPA PHOTO EPA/KATIA CHRISTODOULOU

Του Νικόλαου Κονομή

Αγαπητοί συμπατριώτες,

Το Σχέδιο Ανάν καταψηφίστηκε από εσάς αλλά δεν γνωρίζετε τι ακριβώς συνέβη στις λεγόμενες διαπραγματεύσεις που προηγήθηκαν. Γι’ αυτό έκρινα σκόπιμο, επειδή συνεχίζονται νέες διαπραγματεύσεις, να σας δώσω μερικές πληροφορίες ώστε να γνωρίζετε και εσείς οι απλοί πολίτες αλλά προπαντός οι κυβερνώντες πώς διαπραγματευθήκαμε και γιατί πρέπει να έχουμε απόλυτη σύμπνοια και προπαντός ξεκάθαρο και στιβαρό σχέδιο απέναντι στην Τουρκία, η οποία δεν πρόκειται, όσο εξαρτάται από αυτή, να δεχθεί λύση που θα αποτρέπει την υποβίβαση της Κύπρου σε τουρκικό προτεκτοράτο. 

Αυτές είναι οι προθέσεις της και σας υπενθυμίζω το δόγμα Νταβούτογλου ότι έστω κι αν ακόμη δεν υπήρχε ούτε ένας Τούρκος στη νήσο, η Τουρκία θα έπρεπε να την ελέγχει.

Το Σχέδιο Ανάν, που ήταν κατεξοχήν έργο του λόρδου Χάνεϊ, προήλθε από τη συνωμοσία σε βάρος της Κυπριακής Δημοκρατίας της κυβέρνησης των ΗΠΑ, του Ηνωμένου Βασιλείου και του ΟΗΕ. Οι ΗΠΑ ενδιαφέρονταν να εξυπηρετήσουν την Τουρκία γιατί τη θεωρούσαν και τη θεωρούν ακόμη απαραίτητο σύμμαχό τους στην περιοχή, ιδιαίτερα την εποχή εκείνη όπου επίκειτο η έναρξη του πολέμου εναντίον του Ιράκ. Το ΗΒ ενδιαφερόταν αφενός μεν να εξασφαλίσει για πάντα τις βάσεις στο Ακρωτήρι, αφετέρου δε να εξυπηρετήσει την Τουρκία ενισχύοντας τις πολλαπλές σχέσεις τους.

Ο ΟΗΕ διά του Γενικού Γραμματέα Κόφι Ανάν υποστήριξε πλήρως τη συνωμοσία, επειδή ασφαλώς ο Ανάν όφειλε την εκλογή του, όπως και κάθε Γενικός Γραμματέας, στην κυβέρνηση των ΗΠΑ. Κανένας Γενικός Γραμματέας του Οργανισμού αυτού δεν μπορεί να εκλεγεί χωρίς τις ευλογίες των ΗΠΑ, και γι’ αυτό ας μη βιαζόμαστε να αποδεχτούμε Πλαίσιο Γκουτέρες πριν γνωρίσουμε καλά το περιεχόμενό του.

Στη συνωμοσία συνέπραξαν διάφορα πρόσωπα: Πρώτος και καλύτερος ο λόρδος Χάνεϊ, ανώτερος Βρετανός διπλωμάτης, στον οποίο η βασίλισσα ήδη από το 1990 είχε αναθέσει την παρακολούθηση των τεκταινομένων στην Κύπρο. Εκ μέρους των ΗΠΑ, κύριο μετέχον μέλος ήταν ο Thomas W. Weston, διπλωμάτης ο οποίος συνεργάστηκε αρμονικά με τον λόρδο Χάνεϊ. Πέραν όμως αυτών ανεμείχθησαν πάντοτε εναντίον των συμφερόντων των Ε/Κυπρίων, όπως θα αναλυθεί παρακάτω, ο J. Solana, Ισπανός, πρώην Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ και Γενικός Γραμματέας του Συμβουλίου της ΕΕ, και ο G. Verheugen, Γερμανός πολιτικός, που υπηρέτησε ως Ευρωπαίος Κομισάριος για τη διεύρυνση της ΕΕ και αργότερα υπηρέτησε την ΕΕ από διάφορες θέσεις. Ανάμειξη είχε και ο Ιρλανδός πολιτικός Pat Cox ως Πρόεδρος τότε του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, και ο Jacques Santer, Λουξεμβούργιος πολιτικός, ο ένατος Πρόεδρος (1995-1999) του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. Από την Κύπρο, εκτός του Ραούφ Ντενκτάς, του οποίου όλες οι ενέργειες με τη συνεργασία της Τουρκίας απέβλεπαν στη διχοτόμηση της Κύπρου και τη δημιουργία δύο κρατών, συμμετείχαν εκ μέρους της Κυπριακής Δημοκρατίας ο Γλαύκος Κληρίδης ως διαπραγματευτής και τέλος ο Τάσσος Παπαδόπουλος ως Πρόεδρος που προέτρεψε την απόρριψη του Σχεδίου Ανάν.

Ο λόρδος Χάνεϊ, ως γνωστόν, συνέγραψε το βιβλίο Cyprus: The Search for Solution, 2005 (256 σελ.), σχεδόν αμέσως μετά την απόρριψη του Σχεδίου Ανάν, στο οποίο περιγράφει τις σκέψεις του για τη δημιουργία, την προώθηση, την αποτυχία και την πιθανή επαναφορά του Σχεδίου.

Υπάρχει μια αξιοπρόσεκτη ομοιότητα ανάμεσα στις απόψεις των δύο διπλωματών τόσο στη μορφή του Σχεδίου όσο και στο περιεχόμενό του. Ο Weston σε σύντομο άρθρο του που διάβασε σε ένα συμπόσιο στη Μπολόνια (Φεβρουάριος 2004) εστιάζεται στους λόγους της αποτυχίας της περιεκτικής αυτής διευθέτησης όπως και στις προσδοκίες για την επαναφορά του Σχεδίου. Ο λόρδος Χάνεϊ εξάλλου στο βιβλίο του δίνει μια αρκετά λεπτομερή εξήγηση του ρόλου του στις διαπραγματεύσεις για τη λύση του κυπριακού προβλήματος. Αυτή εκτείνεται από την αρχή της προσωπικής του ανάμειξης το 1996 μέχρι την κατάρρευση των διαπραγματεύσεων τον Μάρτιο του 2003 και τον τερματισμό της επίσημης αποστολής του δύο μήνες αργότερα. Ωστόσο αναφέρεται και πέραν της ημερομηνίας αυτής ως το δημοψήφισμα και την κατάσταση που ακολούθησε μέχρι την ένταξη της Δημοκρατίας της Κύπρου στην ΕΕ.

Το βιβλίο του λόρδου Χάνεϊ διαβάζεται με ενδιαφέρον γιατί περιέχει ρεαλιστικές εικόνες των πρωταγωνιστών των διαπραγματεύσεων. Είναι εξίσου επικριτικός για τους Έλληνες και τους Τούρκους, κι ακόμα πιο πολύ για τους αδερφούς τους Ε/Κυπρίους και Τ/Κυπρίους. Η δέσμευση της ΕΕ για την τήρηση του νόμου συναντά τον σαρκασμό του (επανειλημμένα αναφέρεται ειρωνικά στη νομοθεσία της ΕΕ ως «εκείνα τα ιερά κείμενα»), ενώ η αξίωση των μικρών ευρωπαϊκών εθνών, όπως το Λουξεμβούργο, να αρθρώσουν ανεξάρτητη πολιτική εξοργίζει τον τυπικό υπηρέτη μιας πρώην αυτοκρατορίας που νιώθει περισσότερο άνετα με τους αντιπροσώπους των μεγάλων δυνάμεων και ιδιαίτερα των ΗΠΑ.

Ο συγγραφέας παριστάνει τον εαυτό του ως τεχνοκράτη στον οποίο ανετέθη η λύση μιας εξίσωσης, τα στοιχεία της οποίας θα πρέπει να θεωρηθούν ως δεδομένα: όλα για τους Τ/Κυπρίους, τίποτα για τους Ε/Κυπρίους. Η κύρια συμβολή του στη διευθέτηση της σύγκρουσης στην Κύπρο είναι η έννοια την οποία χαρακτηρίζει ως «παρθενογένεση» για την οποία είναι ιδιαίτερα υπερήφανος. Ως νομική διάταξη η παρθενογένεση σκόπευε να επιτρέψει τον συνδυασμό στοιχείων συνέχειας της Συνθήκης του 1960 και μαζί της Συνθήκης Ίδρυσης, Εγγύησης και Συμμαχίας για τη νομιμοποίηση των εδαφικών αλλαγών μετά το 1974. Στην πραγματικότητα, αυτό σήμαινε την αποενοχοποίηση της Τουρκίας για την εισβολή, την εθνοκάθαρση, τη στρατιωτική κατάληψη, τη μαζική εισαγωγή παράνομων εποίκων από την Ανατολία και την κατάσχεση των περιουσιών των Ε/Κυπρίων. Επιπλέον σήμαινε την αγνόηση της επανειλημμένης καταδίκης των προηγούμενων πράξεων της Τουρκίας από τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας. Αντιμετώπιζε το κυπριακό ζήτημα ως διαφορά ανάμεσα σε δύο όμοιους, νόμιμους ανταγωνιστές, ως εάν αυτό άρχιζε από το 1990 όταν του ανατέθηκε για πρώτη φορά η αποστολή ως ειδικού αντιπροσώπου για την Κύπρο από την κυβέρνηση της αυτής μεγαλειότητος.

Η ιδέα για δικαιοσύνη είναι ξένη στη σκέψη του λόρδου Χάνεϊ. Αφού απεδέχθη την εντολή να φτάσει σε κάποιο σημείο συμφωνίας ανάμεσα στον δυνατό (Τουρκία) και τον αδύνατο (Δημοκρατία της Κύπρου), εν μέρει μέσα από ευλυγισία, φανταστικές λύσεις ή εποικοδομητική αμφισημία, υποθέτει σιωπηρά ότι η θέση των Ε/Κυπρίων δεν είναι διαπραγματεύσιμη, ενώ οι θέσεις των Τούρκων πρέπει να γίνουν δεκτές. Θέματα όπως η μονομερής στρατιωτική επέμβαση των Τούρκων και η οριστική παρουσία τουρκικών στρατευμάτων στην Κύπρο ήταν γι’ αυτόν απαραίτητα για την όποια λύση και έπρεπε να γίνουν αποδεκτά από τους Ε/Κυπρίους εξαιτίας της σταθερότητας της τουρκικής στάσης. Έτσι δεν υπήρχε λόγος για διαπραγμάτευση. Πρότεινε οι Τ/Κύπριοι να θεωρηθούν ότι αντιπροσωπεύουν το 25% του πληθυσμού και υποστήριξε ότι αυτό ήταν περισσότερο από δίκαιο για μια κοινότητα η οποία ήταν μικρότερη από 18% σε πληθυσμό, αλλά έπρεπε οι Ε/Κύπριοι να είχαν αντιληφθεί ότι το σημείο αυτό δεν μπορούσε καν να συζητηθεί. Παρομοίως η δυνατότητα για «cross-voting» που πρότειναν οι Ε/Κύπριοι ώστε να σπάσουν τα εμπόδια που παρουσιάζονταν ανάμεσα στις δύο κοινότητες δεν ελήφθη υπόψη, γιατί η ιδέα αυτή ήταν ανάθεμα για τους Τ/Κυπρίους.

Προσπάθειες από την αδύνατη πλευρά να ενισχύσει τη θέση της είτε μέσω στρατιωτικών ή διπλωματικών μέσων αντιμετωπίστηκαν με δυσφορία, με το δικαιολογητικό ότι διαταράσσουν την ισορροπία η οποία θεωρήθηκε δεδομένη και στη βάση της οποίας σχεδιάστηκε το Σχέδιο για συμβιβασμό. Αποτέλεσμα, οι σοβαρές κατηγορίες εναντίον των Ε/Κυπρίων για τις απόπειρες να αποκτήσουν αντιαεροπορικούς πυραύλους, επειδή θα ήταν μια πρόκληση στην τουρκική αεροπορική υπεροχή! Η άποψη της κυπριακής κυβέρνησης ότι είχε το δικαίωμα να υπερασπιστεί κατά της μαζικής τουρκικής στρατιωτικής ανάπτυξης στη νήσο δεν τον συγκινούσε. Η απάντηση ήταν: Οι Ε/Κύπριοι δεν θα μπορούσαν να υπονομεύσουν τη μαζική τουρκική υπεροχή και αν έφταναν κοντά στο να κατορθώσουν τον σκοπό τους, αυτό δεν θα έκανε τους Τούρκους να διαπραγματευθούν με μεγαλύτερη ευλυγισία. Αυτό παρότι αλλού παραδέχεται ότι οι κύριες δυσκολίες στις διαπραγματεύσεις ήταν το γεγονός ότι η Τουρκία παρέμενε στρατιωτικά κυρίαρχη δύναμη στην περιφέρεια και στη νήσο και ότι δεν θα μπορούσε να απειληθεί ακόμα και από τα “παράφρονα” και δαπανηρά εξοπλιστικά προγράμματα που άρχισε η ε/κυπριακή διοίκηση.

Το πραγματικό πρόβλημα ήταν κατά πόσο ο Άγγλος διπλωμάτης ήθελε πράγματι η Τουρκία να είναι πιο ευλύγιστη στις συνομιλίες. Επιπλέον ο λόρδος καταδικάζει ως απειλή την επίκληση της νομοθεσίας της ΕΕ, την οποία έκανε ό,τι μπορούσε για να την ακυρώσει. Είχε το θράσος να σημειώσει ότι ο χειρισμός τέτοιων διαφορών υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών επηρεαζόταν επιπλέον από την τάση των Ε/Κυπρίων να χρησιμοποιούν το acquis communautaire σαν ένα είδος πολιορκητικού κριού με τον οποίο προσπάθησαν να κατεδαφίσουν τις προσπάθειες των αντιπάλων. Προσπαθεί να βρει έξυπνες και ευλύγιστες λύσεις για τις ανησυχίες των Τ/Κυπρίων στον συμβιβασμό, με το επιχείρημα ότι οι Τ/Κύπριοι είχαν ήδη γίνει δεκτοί στις διαπραγματεύσεις για είσοδο στην ΕΕ. Ευτυχώς η επιτροπή της ΕΕ, ο φρουρός του acquis communautaire, είχε τον νου της σ’ αυτήν την απειλή και απεδείχθη ικανή να την αποκρούσει.

Όταν ο J. Solana διορίστηκε Εκπρόσωπος για την κοινή Εξωτερική Πολιτική και την Ασφάλεια της ΕΕ και η καταφρονεμένη Επιτροπή Santer εξαναγκάστηκε σε παραίτηση, άνοιγε ο δρόμος για την ανάληψη της ευθύνης για τις διαπραγματεύσεις για την επέκταση της ΕΕ από τον G. Verheugen στη νέα Επιτροπή Prodi. Ο Solana, ως προστατευόμενος των ΗΠΑ, έγινε Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ ύστερα από ένα ντεμπούτο της πολιτικής του σταδιοδρομίας όταν εμφανίστηκε ως παθιασμένος αριστερός. Ο G. Verheugen ακολουθούσε την πολιτική πρακτική του G. Schröder, που συνίστατο στην απόκτηση μόνιμου πλεονεκτήματος έναντι των Χριστιανοδημοκρατών, κάνοντας φίλους τους ψηφοφόρους τουρκικής καταγωγής στη Γερμανία στους οποίους ο Schröder μοίραζε μαζικά πολιτικά δικαιώματα. Ο G. Verheugen για να διευκολύνει το έργο των de Sotto, Hannay και Weston ήταν πρόθυμος να ευλογήσει τις ασύμβατες πρόνοιες της προτεινόμενης συμφωνίας χωρίς να συμβουλευθεί τα κράτη μέλη. Ο Solana, σε συνεργασία με τον Φιλανδό πρωθυπουργό Liponnen, σε μια αποστολή στην Άγκυρα, χωρίς γνώση των υπόλοιπων μελών του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, που σκοπό είχε να συνδέσει την έναρξη των διαπραγματεύσεων για πρόοδο της τουρκικής υποψηφιότητας με τις αιτιάσεις και απαιτήσεις της εναντίον της Ελλάδας και για το κυπριακό πρόβλημα.

Για να ικανοποιήσει τον ισχυρότερο G. Verheugen, ο λόρδος Χάνεϊ ήταν πρόθυμος να υιοθετήσει την πολιτικά ορθή (politically correct) έκφραση ή να καταπιεί ένα μέρος της ταπείνωσης που επέβαλλε ο Μεγάλος Τούρκος. Έτσι ο λόρδος Χάνεϊ καταδικάζει ως περιφρονητικό τον όρο settlers για τους εποίκους που ήρθαν από την Ανατολία για να καταλάβουν παράνομα τις κυπριακές περιουσίες και προτιμά τον πολιτικά ορθό όρο immigrants (μετανάστες). Η τουρκική εισβολή του 1974 ονομάζεται απλά hostilities (εχθροπραξίες). Ακόμα και το “βαθύ κράτος” του στρατιωτικού κατεστημένου που κυβερνούσε την Τουρκία τις τελευταίες δεκαετίες για τον Βρετανό διπλωμάτη ήταν απλώς the establishment (η άρχουσα τάξη). Ο λόρδος ομολογεί (σ. 105) ότι όταν ο Ανάν διόρισε τον de Sotto εκπρόσωπό του, αντιλαμβανόταν ότι ήταν ανάγκη τα Ηνωμένα Έθνη να συνεργάζονται όσο το δυνατό στενά με τις ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο στις διαπραγματεύσεις, αναγνωρίζοντας τις αδυναμίες του ΟΗΕ στην προηγούμενη προσέγγιση, ζήτησε ακόμη όλως ιδιαιτέρως να γίνει σεβαστή η ανεξαρτησία των Ηνωμένων Εθνών και η αμεροληψία τους και να υποσχεθούμε ότι αποδεχόμαστε ότι σε κάθε φάση της διαπραγμάτευσης μπροστάρης να είναι τα Ηνωμένα Έθνη. Του απάντησα, λέει ο Χάνεϊ, ότι όσον αφορά το Ηνωμένο Βασίλειο μπορούσα να τον διαβεβαιώσω για την απόλυτη συμμόρφωση, γιατί έτσι ακριβώς βλέπουμε μια διαπραγμάτευση να έχει τύχη επιτυχίας. Αυτός και ο de Sotto μπορούσαν να λογαριάζουν στην πλήρη υποστήριξή μας, μπορούσαν να είναι βέβαιοι ότι δεν θα επιδιώκαμε εθνικές ενέργειες ή θα παίρναμε μονομερώς αποφάσεις.

Ο απληροφόρητος αναγνώστης δύσκολα θα μπορούσε να αντιληφθεί ότι η Μεγάλη Βρετανία δεν ήταν απλώς μια έμπειρη και με διόλου καλές προθέσεις έναντι των Ε/Κυπρίων αποικιακή δύναμη και ότι ήταν βαθιά εμπλεκόμενη στη σύγχρονη κατάσταση του κυπριακού προβλήματος. Είχε πολύ σημαντικό ρίσκο για τον διακανονισμό του. Συγκεκριμένα, ήθελε με όλα τα διαθέσιμα μέσα να διαιωνίσει την κατοχή των δύο βρετανικών κυρίαρχων βάσεων. Οι βάσεις κατελάμβαναν 99 τετραγωνικά μίλια ή σχεδόν 3% του κυπριακού εδάφους, εξασφαλίζοντας την εγκυρότητα της Συνθήκης Εγκατάστασης του 1960 και της Συνθήκης Εγγύησης, που της έδινε το δικαίωμα επέμβασης μονομερώς αν απειλείτο η κατοχή τους. Για ένα επιπλέον μέσο καταπολέμησης μιας τέτοιας πρόκλησης που αντιλαμβανόταν ότι θα προερχόταν από τους Ε/Κυπρίους, άφησε να αιωρείται η απειλή ότι, σε περίπτωση ταραχών, οι Τούρκοι θα προσκαλούνταν να καταλάβουν τη βάση της Δεκέλειας, που συνόρευε με το έδαφος που κατέλαβαν οι τουρκικές δυνάμεις. Αξίζει να σημειωθεί ότι όταν η βρετανική κυβέρνηση σε μια προσπάθεια να κρατήσει το υπόλοιπο μέρος των βάσεων πρότεινε να εγκαταλείψει τα 45 από τα 99 τετραγωνικά μίλια, προνόησε ένα μέρος γης να δοθεί στους Τ/Κυπρίους, ώστε το συνεστώς κράτος τους και οι τουρκικές δυνάμεις να συνορεύουν ακόμα στην περιοχή των βάσεων.

Οι βάσεις αποτελούσαν σπουδαίο στρατηγικό πλεονέκτημα για τη Βρετανία, γιατί εμπλούτιζαν την αξία της συμμαχίας της με τις ΗΠΑ, αφού ουσιαστικά οι ΗΠΑ έγιναν συν-χρήστες συγκεκριμένα στο πλαίσιο του κλιμακίου του δικτύου της παγκόσμιας ηλεκτρονικής επιτήρησης. Η απόφαση της ΕΕ να αρχίσει διαπραγματεύσεις για ένταξη της Κύπρου άσχετα από τη διαίρεση της νήσου απειλούσε διττώς τα βρετανικά συμφέροντα, γιατί περιελάμβανε τον κίνδυνο να καταστήσει το καθεστώς (status) των κυρίαρχων βάσεων αμφισβητήσιμο. Όταν η Βρετανία εντάχθηκε στην ΕΕ, στη συμφωνία σύνδεσης απέκλεισε επισήμως τις κυπριακές βάσεις από το έδαφος της ΕΕ, που το acquis communautaire ίσχυε σύμφωνα με την ευρωπαϊκή νομοθεσία. Οι Κύπριοι κάτοικοι των βάσεων ζουν και σήμερα σ’ ένα είδος νομικής κόλασης ως δεύτερης κατηγορίας πολίτες στην ίδια τους την πατρίδα. Το προηγούμενο παράδειγμα του Γιβραλτάρ δείχνει ότι, όταν μια χώρα στην οποία ιδρύθηκαν βάσεις γίνεται μέλος της ΕΕ, μπορεί ευκολότερα να αμφισβητηθεί η νομιμότητα μιας τέτοιας ρύθμισης. Το καθεστώς της κυπριακής βάσης κινδύνευε να γίνει πιο επισφαλές από εκείνο της κατάστασης του Γιβραλτάρ, γιατί μπορούσε το αίτημα να συνδεθεί με την Κυπριακή Δημοκρατία, αφού μετά την τουρκική εισβολή η εγκυρότητα της Κυπριακής Συνθήκης του 1960 αποδυναμώθηκε αρκετά και ήταν ανοιχτή σε αμφισβήτηση. Γι’ αυτό επειγόταν η λύση του Κυπριακού με την υπογραφή όλων των ενδιαφερομένων ώστε να επιβεβαίωναν το έγκυρο των Συνθηκών, και αυτό θα έπρεπε να είχε επιτευχθεί πριν από την προσχώρηση της Κύπρου στην ΕΕ.

Ύστερα, όπως σημειώνει ο λόρδος Χάνεϊ, η ένταξη πριν από μια συμφωνημένη λύση της Κύπρου που κατεχόταν εν μέρει από τουρκικά στρατεύματα μπορούσε να οδηγήσει σε ανοικτή σύγκρουση ανάμεσα στην ΕΕ και την Τουρκία και να θέσει σε κίνδυνο την ευκαιρία της δεύτερης να καταστεί μέλος της ΕΕ. Όπως είναι γνωστό, η ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ ήταν και συνεχίζει να είναι σοβαρή προτεραιότητα για την αγγλική και αμερικανική εξωτερική πολιτική.

Για τους παραπάνω λόγους ήταν επείγον να βρεθεί ένας συμβιβασμός πριν η Κυπριακή Δημοκρατία κατορθώσει να συμπληρώσει τις ενταξιακές της διαπραγματεύσεις. Σύμφωνα με τον λόρδο Χάνεϊ, αν η ΕΕ δεν υποστήριζε την παραπάνω άποψη, οι Ε/Κύπριοι κατά πάσαν πιθανότητα θα εστίαζαν τις ενέργειές τους αποκλειστικά στη συμπλήρωση των διαπραγματεύσεων της ένταξης πριν από έναν διακανονισμό, οπότε υπήρχε ο κίνδυνος δυσαρμονίας ανάμεσα στους όρους της κυπριακής διευθέτησης και εκείνων της συμφωνίας της Κύπρου για ένταξη στην ΕΕ. Ο G. Verheugen ήταν υποβοηθητικός, αλλά η Κυπριακή Δημοκρατία εξαιτίας κυρίως του Ρ. Ντενκτάς κατόρθωσε να ενταχθεί στην ΕΕ χωρίς να περάσει από τα Καυδιανά δίκρανα με τον διακανονισμό που επινόησαν ο λόρδος Χάνεϊ και ο Thomas Weston. Αυτές ήταν οι παράμετροι που διείπαν την αποστολή Χάνεϊ, αλλά δυστυχώς γι’ αυτόν δεν επιτεύχθηκαν.

Καθώς ήταν φανερό ότι μια αμιγώς αγγλοαμερικανική πρωτοβουλία δεν ήταν αποδεκτή στους Ε/Κυπρίους, που είχαν πικρή πείρα του ρόλου των δυνάμεων αυτών στις προηγούμενες δεκαετίες, ήταν αναπόφευκτη η κάλυψη από τον ΟΗΕ και ο διορισμός Βρετανού Ειδικού Αντιπροσώπου για την Κύπρο κρίθηκε ότι θα βοηθούσε πολύ τη διεθνή γραφειοκρατία προς την ορθή κατεύθυνση. Παρά τις διαβεβαιώσεις του λόρδου περί του αντιθέτου σχετικά με τον βαθμό που ήταν σίγουρος ότι μπορούσε να επηρεάσει ή καλύτερα να υπαγορεύσει τους όρους μιας ισοβαρούς συμφωνίας, γίνεται φανερό κάπου κάπου, π.χ. στις διαβεβαιώσεις που έδωσε στους Τούρκους κατά την επίσκεψή του το 1997 στην Άγκυρα, ότι η Συνθήκη Εγγύησης θα διατηρούσε την εγκυρότητά της και ότι τουρκικά στρατεύματα θα μπορούσαν να παραμείνουν επ’ αόριστο στη νήσο.

Τα Ηνωμένα Έθνη δεν μπορούσαν να έχουν τη συναίνεση της Τουρκίας χωρίς την υποστήριξη Αμερικανού, ενώ οι ΗΠΑ και η Μεγάλη Βρετανία δεν παρέλειψαν να ξεκαθαρίσουν ότι ο διεθνής οργανισμός θα υποστήριζε ένα σχέδιο που θα ικανοποιούσε τα δικά τους συμφέροντα και τα συμφέροντα των Τούρκων προστατευομένων τους (σ. 106-107). Δοθέντος ότι η προσχώρηση της Κύπρου έγινε αναπόφευκτη, έπρεπε τουλάχιστον να βεβαιωθεί ότι δεν θα έθετε σε κίνδυνο τη διεύρυνση της ΕΕ, για να συμπεριλάβει ιδιαίτερα την Τουρκία. Τελικά έπρεπε ο διακανονισμός ο ίδιος να εξυπηρετεί τα συμφέροντα της Μεγάλης Βρετανίας και των φίλων της στην περιοχή ανεξάρτητα από τα συμπεράσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Ο σκοπός αυτός είχε επιτευχθεί στο τέλος του 2000 όταν η βρετανική διπλωματία εξασφάλισε ότι το έγγραφο της προσχώρησης θα παρέλειπε οποιαδήποτε επίσημη σύνδεση μεταξύ των σχέσεων της Τουρκίας με την ΕΕ και την πρόοδο της απόφασης για το κυπριακό πρόβλημα όπου απλώς επαναλαμβανόταν η αδυνατισμένη εκδοχή των συμπερασμάτων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Ελσίνκι που περιείχε μόνο μια ανεπίσημη επιστολή του Liponnen. Σε πολλά σημεία ο λόρδος Χάνεϊ αναφέρει την Κύπρο, την Ελλάδα και την Τουρκία, αλλά από τη δική του αφήγηση φαίνεται ότι αφού η Κύπρος δεν ήταν στην εικόνα και οι Κύπριοι δεν θεωρούνταν υποκείμενα αλλά αντικείμενα του συμβιβασμού, η Αγγλία φρόντιζε μόνο για τις αξιώσεις των Τούρκων. Η περιφρόνηση του Χάνεϊ για τις αποφάσεις του διεθνούς οργανισμού είναι έκδηλη από την περιφρόνηση του ευρωπαϊκού δικαίου, πράγμα ολοφάνερο από τον τρόπο που αναφερόταν σ’ αυτά. Αυτό που ο Χάνεϊ παραλείπει να αναφέρει είναι ότι οι αποφάσεις του διεθνούς οργανισμού δεν απαιτούσαν την απόσυρση των ξένων στρατευμάτων που βρίσκονταν παράνομα στη νήσο και την ασφαλή επιστροφή των προσφύγων στα σπίτια τους καθώς και την καταδίκη των προσπαθειών για τροποποίηση του δημογραφικού προβλήματος της Κύπρου.

Κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, έμεινε πιστός στις κατευθυντήριες γραμμές της αποστολής του που μπορεί να συνοψιστεί σε πετάχτε τη Συνθήκη Ίδρυσης του 1960 δοθέντος ότι οι Συνθήκες για την Ασφάλεια παραμένουν άθικτες. Το αποτέλεσμα της έντονης διαβούλευσης του de Sotto με τους Χάνεϊ και Weston ήταν το σχέδιο ενός διακανονισμού, όπου οι ΗΠΑ και το ΗΒ ήταν ανακουφισμένοι μαζί του και που σύμφωνα με τα ίδια τα λόγια των ΗΕ ξεπερνούσε εκείνο του 1960 (ιδιαίτερα το σύνταγμα του 1960) χωρίς προκατάληψη στη συνέχιση των συμφωνιών του 1960, που πρέπει να δηλωθεί καθαρά ότι θα παραμείνουν σε ισχύ. Η διαιώνιση, καλύτερα η επέκταση της Συνθήκης ώστε να εγγυάται τη συνταγματική τάξη όχι μόνο του «κοινού κράτους» αλλά επίσης και των «συνιστόντων κρατών» και να δίνει στους Βρετανούς το δικαίωμα σε μονομερή καθορισμό των χωρικών υδάτων κατά μήκος των βάσεών τους και να διεκδικούν ενδεχόμενα δικαιώματα για ορυκτά, πράγμα που θα έκανε Βρετανούς και Αμερικανούς να νιώθουν άνετα, αλλά δεν ήταν αρκετά για τον Ντενκτάς και το βαθύ κράτος των Τούρκων. Απαιτούντο και άλλες υποχωρήσεις από τον Κληρίδη ώστε να νιώθουν άνετα οι Τούρκοι, και ο λόρδος Χάνεϊ το θεώρησε ότι ήταν μέρος της αποστολής του να τα πάρει με τον έναν ή τον άλλον τρόπο.

Από την αρχική έναρξη των διαπραγματεύσεων το 2002, οι Χάνεϊ και Weston συμβούλευσαν τον Κληρίδη να παραχωρήσει τα πάντα σχετικά με την ασφάλεια, δηλαδή τη Συμφωνία που περιλάμβανε τα δικαιώματα για μονομερή επέμβαση, τη μετακίνηση όλων των υπαρχόντων ε/κυπριακών στρατευμάτων και όπλων και την οριστική παρουσία επ’ άπειρο του τουρκικού στρατού. Η συμβουλή αυτή έγινε δεκτή όπως έπρεπε σύμφωνα με τον λόρδο (σ. 159, 164). Επείσθη επίσης ο Κληρίδης να αποδεχθεί τη σοβαρή μείωση των εξουσιών της κεντρικής εξουσίας και την “παρθενογένεση” της νέας Κύπρου, όχι με τροπολογία (amendment), όπως αρχικά είχε προτείνει, αλλά με την άμεση (outright) αποκήρυξη του Συντάγματος του 1960 και την παραχώρηση κυπριακής υπηκοότητας σε 35.000 εποίκους. Θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς ότι ύστερα από όλες αυτές τις παραχωρήσεις δεν υπήρχε ουσιαστικά κάτι για διαπραγμάτευση. Ο φτωχός Κληρίδης έπρεπε να αποδεχθεί ακόμη ότι η διεθνής δύναμη του ΟΗΕ δεν έπρεπε να έχει εντολή να επιβάλει τους όρους της συμφωνίας, δηλαδή στην πράξη αφήνοντας την εφαρμογή της στην καλή θέληση των Τούρκων.

Όταν ο Κληρίδης δεν ήταν πρόθυμος να υποχωρεί στους συνομιλητές του υπακούοντας στις αξιώσεις τους, ο Χάνεϊ κατέφευγε στο μεγάλο δίκτυο συγγενών που ως ανώτερος διπλωμάτης μιας μεγάλης ευρωπαϊκής δύναμης είχε μια σταδιοδρομία που ασκούσε επιρροή. Βρήκε τον Pat Cox, τον νέο Ιρλανδό πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ο οποίος με χαρά ήθελε να υποχρεώσει τον διακεκριμένο αντιπρόσωπο της χώρας που προηγουμένως κυβερνούσε τη δική του νήσο, με τη μεταβολή του παραδοσιακού ρόλου του Ευρωκοινοβουλίου που υποστήριζε τους Ε/Κυπρίους, πράγμα που ο Χάνεϊ χαρακτηρίζει «a more even-handed stance». Στο σημείο αυτό ο λόρδος μας πληροφορεί ότι η επίθεση κατά των Ε/Κυπρίων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο άρχισε πολύ πριν από το Σχέδιο Ανάν. Και τότε μπήκε στον χορό ο σοσιαλιστής Solana όταν χρειαζόταν και άλλη διαστρέβλωση για να εξαναγκάσει τους Ε/Κυπρίους να αποκηρύξουν τη συμμετοχή τους στις πρόνοιες της Defence Policy. Για να βεβαιωθεί ότι οι Ε/Κύπριοι πρόσφυγες δεν θα έπαιρναν πίσω τις περιουσίες και τις επιχειρήσεις τους, ακόμα και αν τις εξαγόραζαν, όπως θα επέτρεπε ο νόμος της ΕΕ σε περίπτωση ένταξης, ο λόρδος δεν δυσκολεύτηκε να έχει την αρωγή του Verheugen, που ενεργώντας κρυφά από τα μέλη κράτη δέχθηκε να εισαχθεί στο Σχέδιο Ανάν μετρίαση του acquis communautaire. Στις περιπτώσεις που η παραχώρηση του Verheugen δεν ήταν αρκετή, να αποκλείσει τη δυνατότητα οι Ε/Κύπριοι πρόσφυγες να επιστρέψουν στις εστίες τους, ήταν ανάγκη να επιστρατεύσει τον πονηρό de Sotto, που ενεργούσε με την εξειδικευμένη βοήθεια των Χάνεϊ και Weston (178). Ο λόρδος τόσο επιδέξια θόλωσε τα τμήματα του Σχεδίου που σχετίζονταν με την περιουσία ώστε να ελπίζουν αφελώς οι Ε/Κύπριοι ότι μπορούσαν να ανακτήσουν σε μεγάλο βαθμό την περιουσία τους, ενώ έκανε τους Τ/Κύπριους να πιστεύουν ότι οι πολυπλοκότητες των ιδεών του ΟΗΕ είχαν σχεδιαστεί έτσι ώστε να βασίζεται μόνο σε σχέδιο αποζημίωσης. Οσάκις καθίστατο αναγκαίο ο Χάνεϊ δεν δίσταζε να αναλαμβάνει άμεσα τον ρόλο του συμβούλου για την πλευρά των Τούρκων, όπως όταν τους συμβούλευσε να ζητήσουν αλλαγές στο Σχέδιο Ανάν ΙΙ, το οποίο άφηνε το άκρο της χερσονήσου της Καρπασίας στο ε/κυπριακό συνεστώς κράτος και ταυτόχρονα συμμάχησε με τον Weston για να πιέσουν τον de Sotto να μεσολαβήσει στους Τούρκους (192).

Παρά την άρνηση του Χάνεϊ και του Weston ότι η συμβολή τους ήταν αποφασιστική στη διαμόρφωση του Σχεδίου Ανάν ΙΙΙ, που ήταν πολύ πιο δυσμενές για τους Ε/Κυπρίους, αυτό είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός. Το έδαφος που παραχωρούνταν στους Τ/Κυπρίους, που αποτελούσαν λιγότερο από 18% του πληθυσμού, αυξήθηκε σε 29,2%, και το άκρο της χερσονήσου της Καρπασίας παρέμεινε στους Τ/Κυπρίους. Οι Ε/Κύπριοι που θα επέστρεφαν στον βορρά στερήθηκαν τα πολιτικά δικαιώματα και δεν θα είχαν δικαίωμα ψήφου. Ταυτόχρονα εξαιτίας της αναστολής και του περιορισμού των δικαιωμάτων των Ε/Κυπρίων που θα είχαν δικαίωμα να κατοικήσουν στον βορρά η επιστροφή στα σπίτια τους έγινε μακρινή και αβέβαιη προσδοκία για τους περισσότερους πρόσφυγες. Μια συντομότερη περίοδος προειδοποίησης για στρατιωτικά γυμνάσια, πράγμα που διευκόλυνε την αιφνιδιαστική επίθεση των Τούρκων, αύξησε το αίσθημα ανασφάλειας μεταξύ των Ε/Κυπρίων. Τα συνιστώντα κράτη πήραν καινούργιο όνομα constituent states για να δηλωθεί η απουσία συνέχειας ανάμεσα στην Κυπριακή Δημοκρατία του 1960 και τη νέα «Ηνωμένη Δημοκρατία της Κύπρου». Έτσι ο λόρδος μπορούσε να διακηρύξει περίτρανα ότι η παρθενογένεσις επετεύχθη (206-211).

Τα μειονεκτήματα αυτά σε σύγκριση με το Σχέδιο Ανάν ΙΙ με κανένα τρόπο δεν μπορούν να αποζημιωθούν από τις μικρές διακοσμητικές βελτιώσεις που πήραν οι Ε/Κύπριοι, όπως η κατά 1% βελτίωση με αύξηση στα περιουσιακά, δικαίωμα ψήφου στους Ε/Κυπρίους που κατοικούσαν στον βορρά στις ευρωπαϊκές μόνο εκλογές και άλλων που θα εξαρτώνταν από την ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ. Αυτό το υποθετικό «πάρε δώσε», το οποίο δυστυχώς ανέχτηκε και ο Κληρίδης, φανέρωσε πόσο σημαντικό ήταν να μπουν κόκκινες γραμμές με τις οποίες οι Ε/Κύπριοι ήλπιζαν βελτίωση του προτεινόμενου συμβιβασμού με διαπραγματεύσεις. Αυτά εξηγούν και την υποτιθέμενη έλλειψη θέλησης για διαπραγματεύσεις το 2004, την επικαλούμενη «τελευταία ευκαιρία», πράγμα για το οποίο ο Κληρίδης επικρίθηκε δριμύτατα από ξένους αντιπάλους και από αντιπάλους του στην ίδια την Κύπρο. Όμως αν έχουμε σήμερα μια πατρίδα μαχόμενη για τη φυσική της επιβίωση αλλά και αναπτυσσόμενη, αυτό το οφείλουμε στον Παπαδόπουλο.

Αν θέλει κανείς να εννοήσει γιατί ο ΟΗΕ κάτω από τη βρετανική και αμερικανική πίεση παρουσίασε ένα τόσο ετεροβαρές σχέδιο όπως το Ανάν ΙΙΙ διακινδυνεύοντας την αποξένωση των Ε/Κυπρίων ψηφοφόρων, θα πρέπει να έχει κατά νου ότι ως το τέλος του 2002 το στοίχημα για τον διακανονισμό του Κυπριακού ήταν πολύ πιο πάνω από την τύχη των βρετανικών κυρίαρχων βάσεων και την προσχώρηση της Τουρκίας στην ΕΕ. Η προσδοκία για την εισβολή στο Ιράκ was looming large και για τους Αμερικανούς και για τους Άγγλους και η τουρκική συγκατάθεση για τη διέλευση των συμμαχικών δυνάμεων από την Τουρκία και το άνοιγμα του βόρειου μετώπου κρίθηκε επάναγκες. Ο Ερντογάν επεσκέφθη τον Δεκέμβριο τον Μπους και εξασφάλισε την προσφορά ενός πακέτου, το οποίο σύμφωνα με δημόσια δήλωση του Αμερικανού Daniel Fried, βοηθού υπουργού εξωτερικών για ευρωπαϊκά θέματα, ο οποίος ήταν τότε αποσπασμένος στο Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας, περιλάμβανε αρκετά δισεκατομμύρια δολλάρια σε παροχές και δάνεια και «προσφορά της Κύπρου στην Τουρκία διά του Σχεδίου Ανάν» (26 Ιουνίου 2004). Αυτό ήταν το σχέδιο που οριστικοποιήθηκε τον Φεβρουάριο του 2003, που απερρίφθη παρ’ ελπίδα από τους Τούρκους τον επόμενο μήνα και που με μικρές τροποποιήσεις υποβλήθηκε σε δημοψήφισμα τον Απρίλιο του 2004.

Στις τελευταίες 27 σελίδες του βιβλίου του ο λόρδος Χάνεϊ πάει πέρα από την περίοδο που ενεργούσε ως ειδικός αντιπρόσωπος, για να συνοψίσει τις εξελίξεις που συνέβησαν μεταξύ Μαΐου 2003 και εξής και για να αναλύσει τους λόγους της αποτυχίας του Σχεδίου και τις προσδοκίες για μια πιθανή λύση. Υπάρχουν χρήσιμα σχόλια στο μέρος αυτό που θα έπρεπε οι Ε/Κύπριοι και Τ/Κύπριοι εκτός άλλων να μελετήσουν και να διασκεφθούν. Π.χ. γράφει: «Αν στο μέλλον πρόκειται να υπάρξει μόνιμη λύση, ασφαλώς θα πρέπει να είναι μια λύση στην οποία η πλειοψηφία των Κυπρίων θα απαιτήσουν ιδιοκτησία νοουμένου ότι θα ήταν πρόθυμοι να την υποστηρίξουν και να την καταστήσουν βιώσιμη» (237). Ομολογεί ταπεινά ότι η Βρετανία δεν δοξάστηκε in its dealing με την Κύπρο τις δεκαετίες του 1950 και 1970 (238). Όμως την ίδια στιγμή δεν μπορεί να αποδεχθεί την Κυπριακή Δημοκρατία ως κυρίαρχο κράτος αν και αναγνωρίζει ότι η Κύπρος ύστερα από σοβαρές δοκιμασίες έπαυσε να είναι μια απλή κοινότητα ή ένα απλό παρακλάδι του ελληνικού έθνους. Παραδέχεται ότι απέκτησε διακριτή προσωπικότητα σε αντίθεση με την Τουρκική Δημοκρατία της βόρειας Κύπρου με τον ετερογενή όχλο και τη στενή εξάρτησή της από την Τουρκία. Έτσι βλέπει ως άσκοπη την παρουσίαση του Σχεδίου Ανάν 5 από τον Κύπριο πρόεδρο, που εμφανίζει την Κύπρο σαν ένα αδύνατο προτεκτοράτο όπως εκείνο της Βοσνίας, την ενίσχυση της διαίρεσης της νήσου με την ενδυνάμωση της διζωνικής και τη διαιώνιση της παρουσίας ξένων στρατευμάτων στη χώρα του.

Όταν στις 24 Απριλίου οι Τ/Κύπριοι μαζί με τους παράνομους εποίκους, όπως αναμενόταν με τις ευλογίες της Άγκυρας υπερψήφισαν το Σχέδιο Ανάν 5 με την παραμονή των τουρκικών στρατευμάτων και των εποίκων, με τους πλείστους Κύπριους πρόσφυγες μακριά από τις εστίες τους, σχέδιο που τους έδινε 50% πλέον του δικαιωμένου εδάφους της νήσου (29,2% σε πληθυσμό μικρότερο του 18%) και τη μισή ακτογραμμή, τους προσέφερε προσχώρηση στην ΕΕ, κρατούσε γι’ αυτούς το 1/3 όλων των κυβερνητικών θέσεων μαζί με το δικαίωμα της αρνησικυρίας (veto) στο «κοινό κράτος», νομιμοποιούσε την ύπαρξη του τουρκικού συνεστώτος κράτος και του πρόσφερε διεθνή αναγνώριση.

Την 1η Μαΐου 2004 η Κυπριακή Δημοκρατία με το κατεχόμενο έδαφος που κατείχε ο τουρκικός στρατός που προσωρινά ωστόσο αναστάληκε από τη νομοθεσία της ΕΕ, έγινε πλήρες μέλος της ΕΕ. Το καθεστώς των βρετανικών κυρίαρχων βάσεων παρέμεινε αβέβαιο. Η Τουρκία θα είχε να αντιμετωπίσει ένα πρόσθετο εμπόδιο στις ευρωπαϊκές της φιλοδοξίες. Ήδη κατείχε στρατιωτικά έδαφος της ΕΕ. Η Κύπρος απέκτησε δικαίωμα αρνησικυρίας στην ένταξη της γείτονός της, που, όταν αργά ή γρήγορα η Τουρκία θα το αντιμετώπιζε, τότε θα υποχρεούτο να πάρει πίσω την αναγνώριση της προκηρυχθείσης Τουρκικής Δημοκρατίας της βόρειας Κύπρου.

Το Σχέδιο Β έπρεπε βιαστικά να ετοιμασθεί από τους Βρετανούς και Αμερικανούς. Έπρεπε να κινητοποιηθούν όλοι οι μηχανισμοί που ήταν διαθέσιμοι ώστε να παρουσιαστούν γενικά οι Ε/Κύπριοι και ιδιαίτερα ο πρόεδρός τους ως ένοχος για την απόρριψη της ίδιας της ιδέας της επανένωσης της Κύπρου και ότι η Τουρκία και οι Τ/Κύπριοι ήταν απαλλαγμένοι από κάθε υπευθυνότητα για την εισβολή, την εθνοκάθαρση, την κατάσχεση των περιουσιών κλπ. εξαιτίας της θετικής ψήφου που έδωσαν στο δημοψήφισμα. Η πολιτική αυτή είχε διπλό σκοπό να τους επιτρέψει να ισχυριστούν ότι η Τουρκία με την ευλογία του Σχεδίου Ανάν ικανοποίησε την παράκληση της ΕΕ να συμβάλει θετικά στον διακανονισμό του κυπριακού προβλήματος και στη διατήρηση ζωντανού του αμερικανικού σχεδίου ως του μόνου μέσου για πρόοδο. Το τελευταίο σχέδιο που χρειαζόταν διπλή ενέργεια αποσκοπούσε (1) να εμποδίσει την κατάρρευση της προκηρυχθείσας Τουρκικής Δημοκρατίας της βόρειας Κύπρου, όπως εκείνης της DDR, πράγμα που κινδύνευσε να πάθει στην αρχή του 2004 υποστηρίζοντάς την οικονομικά και ηθικά μέσω του απευθείας εμπορίου και τη διεθνή κατά κάποιο τρόπο αναγνώριση της απομόνωσής της, (2) πιέζοντας την κυπριακή κυβέρνηση να υποχρεωθεί να δεχθεί ένα δεύτερο δημοψήφισμα, αν ήταν δυνατόν πριν από την έναρξη των διαπραγματεύσεων για την ένταξη της Τουρκίας, ώστε να μην αναγκασθεί η Τουρκία να διαπραγματευθεί με την υπάρχουσα Κυπριακή Δημοκρατία το Σχέδιο Ανάν με μερικές διακοσμητικές αλλαγές του. Του Σχεδίου Β που παρουσιάστηκε κατά το προηγούμενο ενάμισι έτος η επιτυχία του, σύμφωνα με τον λόρδο, βρίσκεται ακόμη στην πλάστιγγα.

Η παραπάνω ανάλυση του βιβλίου του λόρδου Χάνεϊ δεν έχει σκοπό να εξωραΐσει τα λάθη και τις αποτυχίες των Ε/Κυπρίων. Γι’ αυτό χρειάζεται ένα άλλο βιβλίο και όχι η ανασκόπηση του βιβλίου που ασχολείται με τη βρετανική πολιτική στο κυπριακό πρόβλημα, όπως εκτίθεται αυθεντικά από τον Ειδικό Εκπρόσωπο της Κυβέρνησης της Αυτής Μεγαλειότητας. Ατυχώς η υπερηφάνεια και προκατάληψη όπως και η απουσία συμπάθειας για τον λαό το πεπρωμένο του οποίου είχε τη φιλοδοξία να διαμορφώσει, τον εμπόδισαν να υποδείξει τις πραγματικές αποτυχίες των Κυπρίων. Ιδιαίτερα αυτό αναφέρεται στους πλείστους Ε/Κυπρίους πολιτικούς, αμφότερους εκείνους που συγκατατέθηκαν αφελώς να εμπιστευθούν τον εαυτό τους στην αμεροληψία της διεθνούς κοινότητας της οποίας ο λόρδος Χάνεϊ ήταν ένας τυπικός εκπρόσωπος και εκείνους που αρνήθηκαν να το πράξουν. Η λυπηρή ανικανότητά τους δεν πρόσεξε προηγουμένως αρκετά τις ανάγκες και τις προκαταλήψεις και πάνω απ’ όλα την αξιοπρέπεια των Τ/Κυπρίων συμπατριωτών τους και έδωσαν την ευκαιρία στην Τουρκία να ψαρέψει σε θολά νερά. Μόνο με μια αληθινή συνεννόηση με τους Τ/Κυπρίους συμπατριώτες μας με τους οποίους θα ζήσουμε μαζί στη νήσο εμείς και οι απόγονοί μας μπορεί μια τόσο μακρά διαφορά να επιλυθεί. Σε σύγκριση με μια γενναία προσπάθεια προς την κατεύθυνση αυτή, η εχθρότητα του λόρδου ενάντια στους Ε/Κυπρίους είναι ασήμαντη λεπτομέρεια. Σήμερα η Κυπριακή Δημοκρατία βρίσκεται σε πολύ καλύτερη θέση. Είναι δραστήριο μέλος της ΕΕ, παράγων σταθερότητας στην ανατολική Μεσόγειο, καλλιεργώντας τις σχέσεις της με όλους τους γείτονές της με διαφαινόμενη μιαν άνευ προηγουμένου οικονομική ανάπτυξη. Αυτό που χρειάζεται είναι σύμπνοια των ε/κυπριακών κομμάτων, η κατάρτηση ενός μελετημένου σχεδίου χωρίς υποχωρήσεις στις διαπραγματεύσεις. Και τελευταίο μια νέα προσέγγιση στους συμπατριώτες μας Τ/Κυπρίους προς τους οποίους μπορούν να γίνουν λογικές υποχωρήσεις, αρκεί αυτές να μην οδηγούν στη δορυφοροποίηση της νήσου, όπως επιδιώκει η Τουρκία.

* Ακαδημαϊκός, τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.

Πηγή: Philenews

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *