Λύση πάνω από τον πήχη στις δύσκολες ελληνοαλβανικές σχέσεις

Ο υπουργός Εξωτερικών Νίκος Κοτζιάς (3Δ) και ο υπουργός Ψηφιακής Πολιτικής, Τηλεπικοινωνιών και Ενημέρωσης Νίκος Παππάς (2Α) μιλούν κατά τη διάρκεια των εργασιών τρίτης Διάσκεψη της Ρόδου για την Ασφάλεια και τη Σταθερότητα που πραγματοποιείται στις 21 και 22 Ιουνίου με τη συμμετοχή Υπουργών Εξωτερικών και υψηλών αξιωματούχων προερχομένων από χώρες της Μεσογείου, της Μέσης Ανατολής, Οργανισμούς συνεργασίας αραβικών χωρών, καθώς και παρατηρητών από χώρες εκτός της περιοχής, όπως το Βιετνάμ, η Κολομβία και η Ινδονησία, Παρασκευή 22 Ιουνίου 2018. ΑΠΕ ΜΠΕ/ ΑΠΕ ΜΠΕ/ ΔΑΜΙΑΝΙΔΗΣ ΛΕΥΤΕΡΗΣ

Του Αλέξανδρου Μαλλιά

Οι συνομιλίες του Νίκου Κοτζιά με τον Αλβανό ομόλογό του στη Ρόδο επαναφέρουν στο προσκήνιο το υπό διαπραγμάτευση ελληνοαλβανικό Σύμφωνο, το οποίο φιλοδοξεί να θέσει τις διμερείς σχέσεις σε νέο πλαίσιο. Αξίζει να υπογραμμισθεί ότι οι ελληνοαλβανικές σχέσεις έχουν κεντρική σημασία στην ευρύτερη περιοχή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Η ανάκτηση της θέσης μας στα Βαλκάνια συνδέεται με τον αλβανικό παράγοντα. Δηλαδή με τους Αλβανούς της ΠΓΔΜ και με την Δημοκρατία του Κοσόβου. Γνωρίζω ότι η θέση αυτή δεν είναι δημοφιλής στην Ελλάδα. 

Συγκεκριμένοι πολιτικοί της Αλβανίας ευθύνονται για την άσχημη τροπή των σχέσεων μας τα τελευταία χρόνια. Ειδικότερα, μετά την πολιτική μεθόδευση τον Ιούλιο του 2009 της δικαστικής ακύρωσης της Συμφωνίας για τις Θαλάσσιες Ζώνες και την ΑΟΖ. Η αρνητική παρεμβολή της Τουρκίας στις ελληνοαλβανικές σχέσεις είναι εμφανής. Ευθύνη όμως έχει και η Ελλάδα. Αφήσαμε τόσες δεκαετίες θέματα να χρονίσουν και να επιβαρύνουν την ατμόσφαιρα.

Η Ελληνική Εθνική Μειονότητα στην Αλβανία είναι η μόνη εκτός συνόρων συμπαγής ελληνική μειονότητα. Με ερωτούν: είναι δυνατόν οι σχέσεις μας με την Αλβανία να εξαρτώνται από το καθεστώς της μειονότητας; Η απάντησή μου είναι ναι. Συνεχείς είναι οι προσπάθειες των Τιράνων να αποδομήσουν δια των απαλλοτριώσεων και των κατεδαφίσεων την ελληνική μειονότητα στην Χειμάρρα.

Το εμπόλεμο

Συμπληρώθηκαν 30 χρόνια από την άρση της εμπόλεμης κατάστασης με την Αλβανία. Η κυβερνητική απόφαση της 28ης Αυγούστου 1987 δεν είχε τον τύπο Νόμου. Κύρια παρενέργεια ήταν να παραμείνουν σε ισχύ συγκεκριμένοι νόμοι που αφορούν στην απόδοση στους νόμιμους δικαιούχους τους των λεγομένων «περιουσιών υπό μεσεγγύηση». Οι περιουσίες αυτές δεν αφορούν στους Τσάμηδες.

Παρά τις αντιστάσεις που υπάρχουν τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Αλβανία οφείλουμε να κοιτάξουμε μπροστά. Τον Μάιο του 1996 υπεγράφη το ισχύον Σύμφωνο Φιλίας, Συνεργασίας και Καλής Γειτονίας. Θέμα χρόνου είναι η υπογραφή του αναθεωρημένου Συμφώνου. Το παρελθόν στα Βαλκάνια συχνά συνοδεύεται με συνθήματα περί χαμένων εδαφών και εδαφικών διεκδικήσεων.

Οι ανταποδοτικές χειρονομίες της Αθήνας θα πρέπει να συνδυασθούν με την ολοκλήρωση και των τριών σταδίων που απαιτούνται στην Αλβανία: υπογραφή, κύρωση, εφαρμογή. Η εμπειρία δείχνει ότι το «δούναι και λαβείν» διαπιστώνεται στην εφαρμογή και όχι στην υπογραφή. Συμμερίζομαι το επιχείρημα όχι όμως πλήρως το σκεπτικό για την ανάγκη να κλείσουμε μέτωπα προκειμένου να αφοσιωθούμε στην αντιμετώπιση της επιθετικής και αναθεωρητικής Τουρκίας.

Η λύση δεν είναι αυτοσκοπός

Όμως, η αναζήτηση λύσης δεν είναι αυτοσκοπός. Η πολιτικοδιπλωματική μας ισχύς, πειθώ και αξιοπιστία ενισχύονται μόνον όταν λύνουμε τα ανοικτά μας θέματα, περνώντας πάνω από τον πήχη που έχουμε εδώ και τόσα χρόνια θέσει. Η Ελλάδα κυριάρχησε στα Βαλκάνια για 15 περίπου χρόνια -μέχρι το 2008- παρά τα ανοικτά αυτά ζητήματα. Ταυτόχρονα όμως η τουρκική απειλή ήταν παρούσα και διαρκώς ευδιάκριτη. Στα Ίμια τον Ιανουάριο 1996, τέσσερις μήνες μετά την υπογραφή της Ενδιάμεσης Συμφωνίας με τα Σκόπια και τρεις μήνες πριν από την υπογραφή της Συνθήκης Φιλίας και Συνεργασίας μεταξύ Αθηνών και Τιράνων.

Στα χέρια μας είναι να αλλάξουμε την εικόνα μας. Οι Βαλκάνιοι γείτονες εκτιμούν ότι έχουμε αποδυναμωθεί την τελευταία δεκαετία λόγω της βαθιάς οικονομικής κρίσης και του περιορισμού των πραγματικών μας δυνατοτήτων (capabilities). Η εθνική μας ασυνεννοησία σταθερά διογκώνει τις επιπτώσεις της πραγματικής κρίσης. Επιπλέον, η Ελλάδα έχασε ένα μέρος της συγκριτικών της πλεονεκτημάτων, καθόσον δεν είμαστε πλέον το μόνο μέλος της ΕΕ και του ΝΑΤΟ στην περιοχή.

Παραμένουμε εν τούτοις μία ισχυρή χώρα, μακράν η ισχυρότερη, με οικονομική, κοινωνική και πολιτική συνοχή. Παρά τα προβλήματά μας παραμένουμε πόλος έλξης για όλους τους γείτονες, έστω και αν δεν το ομολογούν. Είμαστε σε ζηλευτή θέση με αξιοσημείωτη αντοχή, ανθεκτικότητα και σταθερότητα.

Επιπλέον ας συνυπολογίσουμε ότι ενόσω το απρόβλεπτο παραμένει η κυρίαρχη προβλέψιμη τάση για ολόκληρη την περιοχή της Μέσης Ανατολής και Βόρεια Αφρικής από το Ιράν μέχρι τον Ατλαντικό, η γεωπολιτική και γεωστρατιωτική θέση της Ελλάδος ως κράτους-μέλους του ΝΑΤΟ και της ΕΕ θα ενισχύεται. Αυτό σήμερα είναι το πρόσθετο ισχυρό μας διαπραγματευτικό και διπλωματικό χαρτί.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *