Μαγειρεύουν …αναθέρμαση των ευρωτουρκικών σχέσεων μετά τις γερμανικές εκλογές: Ξεχνούν Αιγαίο-Κύπρο

ΣΚΙΤΣΟ ΤΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΓΚΟΥΜΑ

Του Γιώργου Σκαφιδα
Εν έτει 2017, έπειτα από δώδεκα χρόνια αδιέξοδων ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την ΕΕ, αναρωτιέται πλέον κανείς εάν η Τουρκία τελικώς θέλει ή όχι να ενταχθεί στην ευρωπαϊκή οικογένεια;

Συνεχίζει η Άγκυρα όντως να επιθυμεί την πλήρη ένταξη, ή μήπως προσεγγίζει την (πλέον παρωχημένη) ευρωπαϊκή προοπτική ως ακόμη ένα διαπραγματευτικό χαρτί με στόχο την εξασφάλιση άλλων… επικαιροποιημένων ανταλλαγμάτων; Ανταλλαγμάτων όπως είναι η αναβάθμιση της τελωνειακής ένωσης, η διαμόρφωση μιας νέας ειδικής εταιρικής σχέσης με την ΕΕ, η κατάργηση της βίζας για τους Τούρκους, η άρση των ευρωπαϊκών εμπάργκο κατά του ψευδοκράτους στην Κύπρο, η αποστολή πρόσθετης οικονομικής βοήθειας προς την Τουρκία κ.α.; Ανταλλαγμάτων που θα μπορούν να παρακάμψουν μάλιστα και το αγκάθι του Κυπριακού ή να λειτουργήσουν παράλληλα με την τουρκική προκλητικότητα στο Αιγαίο; 

Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν έχει δηλώσει κατά καιρούς πολλά και προβληματικά: ότι η Τουρκία διαθέτει «πολλές εναλλακτικές αντί της ΕΕ» (Νοέμβριος 2016), ότι θα «πρέπει να ακολουθήσει το δικό της δρόμο» και «να σταθεί στα δικά της πόδια» επειδή «η ΕΕ την κοροϊδεύει» (Ιούλιος 2017) κ.α..

Ο ίδιος έχει απειλήσει να τινάξει στον αέρα τη συμφωνία στο προσφυγικό (Μάρτιος 2017), να θέσει την ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας σε δημοψήφισμα (Απρίλιος 2017) καθώς και να επαναφέρει τη θανατική ποινή (Ιούλιος 2017), πράγμα που φυσικά θα τερμάτιζε κάθε ευρωπαϊκή ενταξιακή προοπτική για την Άγκυρα, όπως ξεκαθάρισε και ο πρόεδρος της Κομισιόν Ζαν Κλοντ Γιούνκερ μέσα από τις σελίδες της γερμανικής Bild την περασμένη Κυριακή.

Την ίδια ώρα ωστόσο, κορυφαίοι υπουργοί του Ερντογάν ακολουθούν άλλο τροπάρι, εκπέμποντας μηνύματα φαινομενικώς αντιφατικά προς εκείνα του σουλτάνου.

Ο υπουργός Ευρωπαϊκών Υποθέσεων Ομέρ Τσελίκ διακήρυξε από τις Βρυξέλλες στις 18 Ιουλίου ότι «στρατηγικός στόχος» της Τουρκίας συνεχίζει να είναι η πλήρης ένταξη. Σε αυτό το πλαίσιο, ζήτησε από την ΕΕ να «επιταχύνει» την ενταξιακή διαδικασία και να προχωρήσει στην απελευθέρωση των θεωρήσεων εισόδου για τους Τούρκους πολίτες.  Προέβλεψε, μάλιστα, ότι οι ευρωτουρκικές επαφές θα ενταθούν το προσεχές διάστημα προετοιμάζοντας το έδαφος για μια νέα Σύνοδο Κορυφής ΕΕ-Τουρκίας ενδεχομένως μέσα στο 2017 (η προηγούμενη είχε πραγματοποιηθεί το Μάρτιο του 2016, ελέω προσφυγικού).

Τουρκική αντιπροσωπεία (αποτελούμενη από τον υπουργό Εξωτερικών Μεβλούτ Τσαβούσογλου, τον υπουργό Ευρωπαϊκών Υποθέσεων Ομέρ Τσελίκ, τον μόνιμο αντιπρόσωπο της Τουρκίας στην ΕΕ Φαρούκ Καϊμακτσί κ.α.) θα βρίσκεται τις προσεχείς ημέρες (25 Ιουλίου) στις Βρυξέλλες για επαφές υψηλού επιπέδου με Ευρωπαίους αξιωματούχους: με την επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας Φεντερίκα Μογκερίνι, με τον Επίτροπο αρμόδιο για τη Διεύρυνση Γιοχάνες Χαν κ.α., ενώ για τον ερχόμενο Σεπτέμβριο και Οκτώβριο είναι προγραμματισμένες (σύμφωνα με τον Τσελίκ) και νέες ευρωτουρκικές συναντήσεις επικεντρωμένες σε θέματα οικονομίας και ενέργειας.

Διόλου τυχαία, στις Βρυξέλλες είχε βρεθεί προ ημερών και ο Τούρκος αντιπρόεδρος Νουμάν Κουρτουλμούς (πλέον πρώην αντιπρόεδρος και νυν υπουργός Τουρισμού) για συνομιλίες με τον αντιπρόεδρο της Κομισιόν Φρανς Τίμερμανς και τον πρόεδρο του ευρωκοινοβουλίου Αντόνιο Ταγιάνι.

Κι όλα αυτά, ενώ την ίδια ώρα, το ισλαμοσυντηρητικό τουρκικό καθεστώς ανεβάζει προκλητικά την ένταση σε κυπριακή ΑΟΖ, Καστελόριζο και Αιγαίο.

Ένα χρόνο μετά το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου, η Άγκυρα ρίχνει γέφυρες προς την ΕΕ επιχειρώντας επαναπροσέγγιση. Όσο για την ΕΕ, αυτή δείχνει επί της ουσίας να ανταποκρίνεται… αλλά δεν το φωνάζει. Το εντυπωσιακό με την επιχειρούμενη ευρωτουρκική επαναπροσέγγιση είναι ότι η Άγκυρα τη διαφημίζει, ενώ οι Βρυξέλλες την υποβαθμίζουν.

Το κλίμα είναι τόσο αρνητικό για τον Ερντογάν στη Γηραιά Ήπειρο σήμερα, που κανείς δεν θέλει να φανεί ότι «κάνει τον καλό» απέναντι στον σουλτάνο, ειδικά πριν τις γερμανικές εκλογές του ερχόμενου Σεπτεμβρίου.

Παρασκηνιακά ωστόσο, οι ευρωτουρκικές επαφές φαίνεται να έχουν μπει σε τροχιά επαναπροσέγγισης, ειδικά μετά τον περασμένο Μάιο και τη συνάντηση που είχαν οι Ερντογάν-Γιούνκερ-Τουσκ στις Βρυξέλλες, στο περιθώριο της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ.

Ο Ερντογάν από τη μεριά του, εμφανίζεται περισσότερο επικοινωνιακός. Μόλις το περασμένο Σαββατοκύριακο, δημοσίευσε άρθρο γνώμης στον βρετανικό Guardian, διαφημίζοντας εαυτόν ως «υπερασπιστή των δημοκρατικών αξιών». Λίγες ημέρες νωρίτερα, είχε δώσει μακροσκελή συνέντευξη και στη γερμανική Die Zeit, επιχειρώντας να πείσει τους Ευρωπαίους ότι δεν είναι δικτάτορας.  Στην Die Zeit είχε μάλιστα κάνει στις αρχές Ιουλίου την εμφάνισή της και μια 12σέλιδη διαφημιστική καταχώρηση υπέρ της γερμανοτουρκικής φιλίας και των μεγάλων προοπτικών που αυτή η φιλία μπορεί να κομίσει.

Περίπου την ίδια ώρα, το υπουργείο Εσωτερικών της Τουρκίας έδινε κι αυτό στη δημοσιότητα στοιχεία (μεταφρασμένα μάλιστα και στα αγγλικά) που «αποδεικνύουν» πόσο «πολύ» έχει πολεμήσει η Άγκυρα τους τζιχαντιστές του Ισλαμικού Κράτους, σε μια προσπάθεια προφανώς να καταρρίψει τις περί του αντιθέτου καταγγελίες.

Είναι προφανές ότι η Άγκυρα επιχειρεί μια επαναπροσέγγιση με εκείνους τους Ευρωπαίους που μέχρι πρότινος ο ίδιος ο Ερντογάν αποκήρυττε ως «σταυροφόρους» και «απόγονους των ναζί».

Και δικαιολογημένα. Η τουρκική οικονομία εξαρτάται από την Ευρώπη. Από την πορεία της τουρκικής οικονομίας δε, είναι που θα κριθούν και οι επόμενες εκλογές στη γείτονα, με μια ενδεχόμενη κατάργηση της βίζας να λειτουργεί επίσης ως προεκλογικό «δωράκι» υπέρ του Ερντογάν στα μάτια των Τούρκων ψηφοφόρων.

Το ισλαμοσυντηρητικό τουρκικό καθεστώς χρειάζεται την ΕΕ για να κερδίσει τις επερχόμενες διπλές (προεδρικές και βουλευτικές) εκλογές του 2019. Εάν μάλιστα αυτές οι εκλογές γίνουν πρόωρα, περί τα μέσα του 2018 όπως φημολογείται, τότε η ανάγκη για ευρωπαϊκή στήριξη γίνεται πιο άμεση.

Ο Ερντογάν χρειάζεται την ΕΕ κατά τρόπο διττό: ως εξωτερικό μπαμπούλα (ενάντια στον οποίο θα μπορεί να προτάσσει «άμυνες» όπως το νέο-οθωμανικό του αφήγημα και την εκστρατεία ισλαμοποίησης) αλλά και ως πηγή στήριξης (για οικονομική βοήθεια, βίζα κ.α.).

Ο 63χρονος ηγέτης έχει, ωστόσο, ανάγκη την Ευρώπη και για έναν άλλο λόγο: επειδή το γεωπολιτικό του εκτόπισμα στη διεθνή σκακιέρα είναι πολύ μεγαλύτερο όσο εκείνος συνεχίζει να διατηρεί στενούς δεσμούς με την ΕΕ και με το ΝΑΤΟ.

Εάν τους διαρρήξει, οι ευρύτερες ισορροπίες πολύ πιθανό να αλλάξουν. Είναι πολλοί άλλωστε εκείνοι που διεθνώς (και ειδικότερα στις ΗΠΑ) διαμηνύουν το τελευταίο διάστημα ότι η Τουρκία «δεν είναι αναντικατάστατη» ως «βάση» στη Μέση Ανατολή (μέσα σε αυτό το πλαίσιο προβληματισμού, είναι που έχει αναδειχθεί ενισχυμένη και η στρατηγική αξία της βάσης στη Σούδα).

Ο πρωθυπουργός Μπιναλί Γιλντιρίμ μίλησε τον περασμένο Ιούνιο από την Αθήνα για ένα «νέο ξεκίνημα» στις σχέσεις ΕΕ-Τουρκίας, για ένα «νέο ξεκίνημα» που θα βασίζεται σε ένα «νέο όραμα». Και ποιο είναι αυτό το νέο όραμα;

Προφανώς όχι η πλήρης ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ, αλλά μια νέα ειδική εταιρική σχέση με αμοιβαία οφέλη στο χώρους της οικονομίας (αναβάθμιση της τελωνειακής ένωσης) και της ασφάλειας.

Μια νέα σχέση που μένει να δούμε εάν και σε ποιο βαθμό θα παρακάμπτει τις ενστάσεις-βέτο της Κυπριακής Δημοκρατίας ή θα αφήνει ανενόχλητη την τουρκική προκλητικότητα στο Αιγαίο. Ευρωπαίοι έχουν επιχειρήσει στο παρελθόν σε αγαστή συνεργασία με την Άγκυρα και με τις ευλογίες των Βρυξελλών να (παρα)κάμψουν κυπριακές και ελληνικές ενστάσεις. Όλοι θυμούνται εκείνα τα «φιλοτουρκικά» άρθρα που είχε δημοσιεύσει το ευρωπαϊκό Politico κατά του Νίκου Κοτζιά τον περασμένο Ιανουάριο. Η προοπτική μιας λύσης στο Κυπριακό, ωστόσο, πάντοτε περιόριζε τις ορέξεις των προθύμων. Μετά και την τελευταία κατάρρευση των συνομιλιών στο Κραν Μοντανά, οι εν λόγω ορέξεις ενδεχομένως να επιστρέψουν στο… παρασκήνιο δριμύτερες. Ο Τσαβούσογλου πιέζει ήδη προς μια τέτοια κατεύθυνση.

Ο Ερντογάν, μιλώντας προ ημερών στο BBC, χαρακτήρισε «βολικό» για την Άγκυρα το ενδεχόμενο η ΕΕ να πει «όχι» στην ένταξη της Τουρκίας.

Την πλήρη ένταξη επί της ουσίας άλλωστε δεν την επιθυμεί σήμερα κανείς, ούτε οι Τούρκοι αλλά ούτε και οι Ευρωπαίοι.

Δεν είναι μόνο η προβληματική (ως προς τις κυπρογενείς της υποχρεώσεις και όχι μόνο) συμπεριφορά της Τουρκίας που εγείρει εμπόδια. Είναι και το Brexit που δημιουργεί νέα δεδομένα-εμπόδιο στη διαδικασία διεύρυνσης.

Βερολίνο και Βρυξέλλες δείχνουν να προκρίνουν την προοπτική μιας νέας ειδικής-εταιρικής σχέσης με την Τουρκία, επικεντρωμένης σε τομείς όπως είναι το εμπόριο, οι επενδύσεις, η ασφάλεια, το μεταναστευτικό-προσφυγικό, η αντι-τρομοκρατία κ.α.

Πολλοί υποστηρίζουν, μάλιστα, ότι η Άγκυρα θα μπορούσε να αποκτήσει με την ΕΕ στο μέλλον την ίδια ή παρόμοια σχέση που θα έχει και το Ηνωμένο Βασίλειο με την ΕΕ μετά την ολοκλήρωση του Brexit.

Ο ίδιος ο Γιούνκερ, γράφοντας προ ημερών στη γερμανική Bild, άνοιξε το παράθυρο για μεγαλύτερη συνεργασία ΕΕ-Τουρκίας σε τομείς όπως είναι η ενέργεια, η ασφάλεια και ο αγώνας ενάντια στην τρομοκρατία, ξεκαθαρίζοντας παράλληλα ότι συνεχίζονται οι προσπάθειες για κατάργηση της βίζας και εμβάθυνσης της τελωνειακής ένωσης.

Μέσα σε όλα αυτά, έκανε την εμφάνισή του στον βρετανικό Economist και ένα… ύποπτο άρθρο για την οθωμανική Τουρκία, σε μια εξαιρετικά ύποπτη μάλιστα χρονική συγκυρία, μόλις λίγες ημέρες μετά την κατάρρευση των συνομιλιών στο Κυπριακό (στις οποίες συμμετείχε και η Βρετανία ως εγγυήτρια δύναμη), και με την τουρκική προκλητικότητα παράλληλα να οργιάζει σε κυπριακή ΑΟΖ και Αιγαίο.

«Φανταστείτε το χάος που ίσως να είχε αποφευχθεί σήμερα στη Μέση Ανατολή, εάν η Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν είχε καταρρεύσει», διερωτάται χαρακτηριστικά ο συντάκτης του άρθρου… εκφράζοντας έναν προβληματισμό (άκαιρο, άτοπο και ιστορικά προκλητικό) που έρχεται περιέργως να ταιριάξει γάντι στις νέο-οθωμανικές βλέψεις του ιδίου του σουλτάνου Ερντογάν.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *