Μάρκος Δράκος – Ευαγόρας Παλληκαρίδης: Συγκλονιστικές ακροτελεύτιες ώρες ηρωισμού κι αυταπάρνησης!

Βρετανοί στρατιώτες ελέγχουν Ελληνοκύπριους, στη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα. Φωτογραφία ΓΤΠ

Του ΔΡ, ΠΕΤΡΟΥ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ

Αφήγηση Τεύκρου Λοΐζου στον γράφοντα:
ΣΤΕΡΝΕΣ ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ ΜΑΡΚΟΥ ΔΡΑΚΟΥ

Ο λόγος στην αναφορά – με εικόνες δυο – αγωνιστή, του Τεύκρου, όπως για το συγγραφέα την κατέγραφε κι αφορά το θάνατο τον Δράκου. Αφήσαμε σχεδόν εντελώς αναλλοίωτο το κείμενο της αφήγησης.

Κάθε φορά π’ αρχίζω να μιλώ για τα χρόνια του αγώνα με πλημμυρίζει η συγκίνηση. Η σκέψη τρέχει πάντα σ’ αυτούς που ’πέσαν πολεμώντας, σ’ αυτούς που δώσαν τη ζωή τους στο κελί της αγχόνης και στα δωμάτια των βασανιστηρίων. Σ’ αυτούς, ακόμη, πού ’φυγαν, χρό­νια μετά τον αγώνα, αδικαίωτοι κι ατίμητοι. Σ’ όλους αυτούς πρέπει ο μεγάλος έπαινος. Φύγαν πολύ προτού προφτάσουν να καταθέσουν τις προσωπικές τους μαρτυρίες. Γι’ αυτό οι προσωπικές μου αναφορές σ’ επεισόδια και γεγονότα της περιόδου εκείνης, οι μαρτυρίες μου, ας θε­ωρηθούν απλά στιγμιότυπα από τη ζωή στο βουνό, όλων ανεξαιρέτως των αγωνιστών. Κι όσοι απ’ αυτούς φύγαν, θα παραμείνουν στη μνήμη μας ως ωραίοι Έλληνες, οι γενναίοι της πατρίδος, που δώσαν τη ζωή τους για τη λευ­τεριά και την Ελλάδα. Η μαρτυρία μου του σήμερα ας θε­ωρηθεί ως οι μνήμες ενός αγωνιστή που στη θέση μου όμως θα μπορούσε να είναι οποιοσδήποτε αγαπούσε την Ελλάδα, οποιοσδήποτε πατριώτης – μέλος της ΕΟΚΑ, οποιοσδήποτε «καταζητούμενος τρομοκράτης», όπως μας χαρακτήριζαν οι Άγγλοι.

Το Μάρτιο του 1956 βρέθηκα στα κρατητήρια της Κοκκινοτριμιθιάς. Από ’κει δραπετεύσαμε το Σεπτέμβριο εφτά αγωνιστές: Ο Κυριάκος Μάτσης, ο Μάκης Γιωργάλλας, ο Ευαγόρας Παπαχριστοφόρου, ο Φειδίας Συμεωνίδης, ο Παναγιώτης Αριστείδου, ο Γιαννάκης Επαμει­νώνδας κι εγώ. Σήμερα ζούμε μόνο δυο από τους εφτά. Ας ειν’ ελαφρύ το χώμα που σκεπάζει όσους φύγαν.

Μερικές μέρες μετά την απόδρασή μας, ο Κυριάκος Μάτσης κι εγώ καταλήξαμε κοντά στον Αυξεντίου, στο χωριό Αγρός. Μας εκπαίδευε ο ίδιος προσωπικά στον όλμο των 2″ και το μπαζούκας. Μετά το τέλος της εκπαί­δευσής μου και μετά από λιγοήμερη παραμονή μου στον Αγρό, ζήτησα από τον Γρηγόρη να γράψει στον αρχηγό για να πάω να ενωθώ με την ομάδα του Μάρκου Δράκου στην περιοχή Μαραθάσας. Αρχές Οκτωβρίου του ’56 βρέθηκα κάτω από τις διαταγές του Δράκου, αυτού του μεγάλου ήρωα που ήταν και παρέμεινε για μένα το πρότυπο του αντάρτη. Μέναμε σ’ ένα κρησφύγετο σ’ ορεινή περιοχή απέναντι στον Καλοπαναγιώτη, ονομαζόμενη Τρουλλινός. Κατά τη διάρκεια της ημέρας όλοι μέναν στο κρη­σφύγετο εκτός ενός, ο οποίος, «με το χάραμα του φου» ανέβαινε στο παρατηρητήριο (περίπου 100 μέτρα πιο ψηλά) εκτελώντας χρέη φρουρού. Αυτό το παρατηρητή­ριο, ήταν καλά κρυμμένο από πυκνές λατζιές κι εδέσποζε της περιοχής, παρέχοντας μεγάλο οπτικό πεδίο. Ένα πρωί, ήταν η σειρά μου ν’ ανεβώ φρουρός. Κάποια στιγ­μή αντιλήφθηκα από μακριά να έρχεται προς το μέρος μου μια χωρική, καβάλλα στο γάιδαρό της, με μια γίδα δεμένη σ’ ένα σχοινί στο σαμάρι και με ακόμα μια να ακολουθεί, λυτή, ξωπίσω τους. Κι ενώ η γυναίκα με το γαϊδούρι και τη δεμένη κατσίκα με προσπέρασαν γύρω στα 30-40 μέτρα, η λυτή σταμάτησε κι ακίνητη με κοίταζε κατάματα! Για μερικά λεπτά, που μου φάνηκαν αιώνες, παραμείναμε κι οι δύο ακίνητοι κοιτάζοντας ασκαρδαμυ­κτί ο ένας τον άλλο! Φοβήθηκα πως υπήρχε κίνδυνος να ανακαλυφθεί η θέση μας. Για καλή μας τύχη η γυναίκα την πήρε είδηση κι άρχισε να τη φωνάζει. Η κατσίκα, όμως, ήταν ανένδοτη! Παρέμεινε πεισματικά στο φερμάρισμά της. Η γυναίκα τότες κατέβηκε κι αφού της έριξε κάμποσες πέτρες με τις ανάλογες βρισιές την ανάγκασε να μ’ εγκαταλείψει… Τότε ανέπνευσα! Όταν το βράδυ διηγήθηκα το περιστατικό στο Μάρκο Δράκο, αυτός γελώντας μου είπε: «Μέχρι τώρα κινδυνεύαμε από τους προδότες και τους σκύλους. Τώρα θα κινδυνεύουμε και από τις τσούρες».

Οι κίνδυνοι, όμως ήταν πιο πραγματικοί και πιο με­γάλοι. Μετά από μια μεγάλη ενέδρα που στήσαμε στην πε­ριοχή  Ξεραρκάκα (μαζί με την ομάδα Γιωρκάτζη) μεταξύ Λεύκας – Καλοπαναγιώτη, όπου οι Άγγλοι είχαν σοβαρές απώλειες, εμείς επιστρέψαμε σώοι στο κρησφύγετό μας στον Τρουλλινό. Ήμασταν πέντε άτομα σ’ ένα μικρό σκάμμα: Ο Μάρκος Δράκος, ο Κώστας Λοΐζου, ο Νεόφυ­τος Σοφοκλέους, ο Σάββας Ταλιαδώρος κι εγώ. Λίγες μόνο μέρες μετά, ένα σκοτεινό βράδυ, το βουνό ξαφνικά φωτίστηκε με τεράστιους προβολείς, εμβέλειας πέραν των δυο χιλιομέτρων ο καθένας, που κάνανε τη νύχτα μέρα. Λόγω της μεγάλης τάσης του ηλεκτρισμού ήσαν αναγκα­σμένοι κάθε λεπτό λειτουργίας τους, να σβήνουν άλλα δυο λεπτά. Τους είχαμε χρονομετρήσει κι έτσι εκμεταλ­λευόμενοι αυτά τα δυο λεπτά του σκοταδιού βγαίναμε ένας-ένας για τις φυσικές μας ανάγκες. Αυτό το κέρφιου με έρευνες διάρκεσε γύρω στις δυο βδομάδες, οπότε οι Άγγλοι φύγαν άπρακτοι. Επέστρεψαν, όμως, και πάλιν εντελώς ξαφνικά, λίγες μέρες μετά, ύστερα από προδοσία συλληφθέντος αντάρτη που είχε σταλεί για θεραπεία σε κλινική της Λευκωσίας. Η προδοσία τούτη ήταν η απαρ­χή της πορείας προς το θάνατο. Μόλις η επιστροφή των Άγγλων υπέπεσε στην αντίληψή μας, αποφασίσαμε να εγκαταλείψουμε την περιοχή γιατί αντιληφθήκαμε ότι θα πρέπει να ήρθαν κατόπιν προδοσίας. Πράγματι, πήγαμε στην περιοχή Σολέας ύστερα από βραδινή πορεία τριών με τεσσάρων ωρών. ‘Οταν φθάσαμε εκεί και αφού ήρθαμε σ’ επαφή με τους τοπικούς συναγωνιστές αποφασίστηκε η δημιουργία καινούριου κρησφυγέτου στην περιοχή. Δεν προλάβαμε όμως. Νέες μεγάλες έρευνες των Άγγλων και εδώ, μάς έκαναν να εγκαταλείψουμε ημιτελές το κρησφύ­γετο και την περιοχή. Ξεκινώντας μέσα στην άγρια νύχτα με σφοδρές καταιγίδες και χαλάζι, πέσαμε τελικά σε ενέδρα των Άγγλων. Ήταν το μοιραίο εκείνο βράδυ της 18ης Ιανουάριου του 1957 που σημάδεψε την ψυχή και τη ζωή μας. Ο Μάρκος, που προπορευόταν πάντα της ομάδας – ποτές του δεν δέχτηκε να ακολουθεί στο τέλος ή στο μέσο της ομάδας – έγυρε γαζωμένος από δεκάδες σφαίρες. Έπεσε λίγα μέτρα δίπλα μας, πάνω στην κορυφογραμμή και συγκλονισμένος άκουσα τον επιθανάτιο ρόγχο του αγαπημένου φίλου, του συντρόφου κι αρχηγού μου. Λίγα μέτρα πιο πίσω οι ίδιες ριπές χτύπησαν τον Κώστα Λοΐζου στο μηρό. Ένα χρόνο περίπου, αργότερα, ο Κώ­στας έχασε τη ζωή του από σοβαρά εγκαύματα, που του προξενήθηκαν κατά τη διάρκεια νυκτερινής επίθεσης εναντίον αστυνομικού σταθμού στο χωριό Κάμπος. Από ’κει φορτωμένοι με τον τραυματία μας και ύστερα από πολ­λές ώρες σκληρής πορείας και κινδύνων φτάσαμε στο χωριό Κατύδατα, στο σπίτι του Δημοσθένη Σχίζα.

Μετά την ιατρική περίθαλψη και την αποθεραπεία του Κώστα, πήρα τη διαταγή από τον Διγενή να παραμείνω στην περιοχή Σολιάς ως υπεύθυνος, ενώ οι σύντροφοί μου θα μετέβαιναν στην περιοχή Κάμπου, όπου θα ανέ­μεναν περαιτέρω οδηγίες από τον αρχηγό…

ΟΙ ΥΣΤΑΤΕΣ ΩΡΕΣ ΤΟΥ ΕΥΑΓΟΡΑ ΠΑΛΛΗΚΑΡΙΔΗ

Η δεύτερη εικόνα ολοκληρώνεται με την αφήγηση στο συγγραφέα, του αγωνιστή Τεύκρου Λοΐζου. Για πρώτη φορά δημοσιεύεται «εξ αυτοψίας» και «εξ αυτηκοΐας» αφήγηση, που αφορά τις ύστατες, τις προ της εκτέλεσης, ώρες του έφηβου ποιητή ηρωομάρτυρα, Ευαγόρα Παλληκαρίδη. Ώς τα τώρα μόνον εικασίες υπήρχαν. Τώρα υπάρχει η δεδομένη ιστορική μαρτυρία, που περιγράφει ώρα την ώρα τη σταυρική θυσία του λαμπρού αγωνιστή της λευτεριάς και τον ασύγκριτο ψυχισμό του. Ακόμα πιο συγκλονιστική η μαρτυρία του Τεύκρου Λοΐζου για τα τε­λευταία δευτερόλεπτα πριν απ’ την εκτέλεση, όταν η αγ­χόνη του κόβει το νήμα της άλικης νιότης, πριν ολοκληρώσει και τις δυο στροφές του εθνικού μας ύμνου. Ο στί­χος παράμεινε αιωρούμενος, όπως αιωρούμενο παρέμενε το κορμί του έφηβου μάρτυρα…

Στα Κατύδατα, όπου παρέμεινα περίπου άλλες δύο ημέρες, νέα προδοσία τοπικού συνδέσμου έφερε τους Άγγλους στο σπίτι του Δημοσθένη, όπου και με συνέλα­βαν. Ήμουν άοπλος. Για δώδεκα ώρες αναστάτωσαν το σπίτι, έσπασαν τα πιθάρια του λαδιού, που κυριολεκτικά μούσκεψαν τα ρούχα μου. Τελικά ανακάλυψαν το κρησφύγετο μέσα σε αποθήκη με λάδια. Επικεφαλής των ερευνών ο διαβόητος Μέρλιν και ο βοηθός του, Μακλόκλαν. Μου φώναξαν να παραδοθώ. Τους απάντησα ότι ήμουν άοπλος και βγήκα έξω, όπου με αλυσόδεσαν χειροπόδαρα. Με πήραν στον Αστυνομικό Σταθμό Λεύκας, όπου ο Μέρλιν με τους Τούρκους επικουρικούς χτυπώ­ντας με απαιτούσαν πληροφορίες. Δεν απαντούσα καθό­λου και τότε με φόρτωσαν, έτσι λαδωμένο κι αλυσοδεμέ­νο, στο προσωπικό αυτοκίνητο του Μέρλιν, ο οποίος με πληροφόρησε ότι θα «κελαηδήσω» στην Ομορφίτα. Μαζί με μένα και τον Μέρλιν ήταν μόνο ο Μακλόκλαν, ως οδη­γός. Πλησιάζοντας τη Λευκωσία άκουσα το Μέρλιν να λέγει στον οδηγό ότι ήθελε πρώτα να περάσει από το σπίτι του, για να δει την αδελφή του. Το σπίτι τους βρισκόταν δίπλα στις Κεντρικές Φυλακές. Όταν σταματήσα­με έξω από το σπίτι μ’ έσυραν μέσα σ’ αυτό, λέγοντάς μου σαρκαστικά στα ελληνικά «μη φοβάσαι, δε θ’ αρχί­σουμε από εδώ, είναι το σπίτι μου». Μου υπέδειξε να κα­θίσω σ’ ένα κάθισμα, όπου μετά δυσκολίας μπόρεσα να καθίσω λόγω των χτυπημάτων και των αλυσίδων. Αφού οι δυο τους σερβιρίστηκαν ουίσκυ, ο Μέρλιν φώναξε ένα γυναικείο όνομα δυνατά… Φαίνεται πως ήθελε να δείξει το «τρόπαιό» του, έναν πραγματικό «τρομοκράτη» με σάρκα κι οστά, στην αδελφή του. Εκείνη μπήκε βιαστικά στο δωμάτιο δένοντας τη ρόμπα της και τους χαιρέτησε. Μετά στράφηκε σ’ εμένα και με κοίταζε. Εγώ με δυσκολία κατάφερα να σηκωθώ όρθιος και να τη χαιρετήσω: «Good evening». Με κοίταξαν και οι τρεις παραξενεμένοι. Δεν περίμεναν ευγένεια από έναν τρομοκράτη. Μού ’γνεψαν να ξανακαθίσω. Εκείνη έφυγε βιαστικά, για να επιστρέ­φει σ’ ένα λεπτό με ένα ποτήρι λεμονάδα στο χέρι. Ο Μέρλιν το πήρε και το έφερε στο στόμα μου. Εγώ αρνήθηκα. Εκείνος με ειρωνεύτηκε: «Μη φοβάσαι, δεν έχει δη­λητήριο»! Εξακολουθούσα να αρνιέμαι. Τότε η αδελφή του πήρε το ποτήρι και παρακαλώντας με να πιω, το ’φερε στο στόμα μου. Ίσως κείνες τις στιγμές ο λερω­μένος και ταλαιπωρημένος τρομοκράτης με τις χειροπέ­δες να γίνηκε στα μάτια της ένα ανθρώπινο αξιοπρεπές πλάσμα και όχι το τέρας, όπως μας παρουσίαζε η αγγλι­κή προπαγάνδα.

Ήταν μια ανθρώπινη στιγμή σε κείνη τη μεγάλη έντα­ση. Όσα ακολούθησαν δεν ήταν καθόλου ανθρώπινα. Τα βασανιστήρια στην Ομορφίτα, το σταύρωμα στο σκοτεινό δωμάτιο, το μαρτύριο του πνιγμού και τόσα άλλα, ήταν η απάνθρωπη πλευρά της συμπεριφοράς ενός έθνους, που εθεωρείτο ως ένα από τα πιο πολιτισμένα της Ευρώπης. Μερόνυχτα, στις τρεις Μαρτίου του 1957, τα κρατητήρια της Ομορφίτας βοούσαν απ’ τους αλαλαγμούς των Άγγλων στρατιωτικών και των Τούρκων επικουρικών. Οι βασανιστές πανηγύριζαν. Ο Μέρλιν, μετά από λίγο, μας κουβάλησε στο γραφείο του και μας ανακοίνωνε θριαμβευτικά το θάνατο του Γρηγόρη Αυξεντίου. Παρόντες ήμασταν ο Πολύκαρπος Γιωρκάτζης, ο Νίκος Σπα­νός, ο Αντρέας Τσιάρτας και εγώ. Μαζί μας και δυο αγω­νίστριες, η Βάσω Λοϊζιά κι η Νίτσα Χατζηγεωργίου. Λίγες μέρες αργότερα με μετέφεραν στις Κεντρικές Φυ­λακές. Συνάντησα εκεί πολλούς συναγωνιστές, καταζη­τούμενους και μη. Άλλοι ήμασταν υπόδικοι κι άλλοι είχαν ήδη καταδικαστεί. Βρέθηκα στο μπλοκ C, στο τε­λευταίο του κελί, το παράθυρο του οποίου αντίκριζε το παράθυρο της αγχόνης. Το θέμα που μας κατέτρωγε όλους ήταν, η επικείμενη εκτέλεση του Ευαγόρα Παλληκαρίδη. Όλες οι αιτήσεις χάριτος είχαν απορριφθεί! Ο Πολύκαρπος Γιωρκάτζης μου ανέθεσε να παρακολουθώ από το παραθυράκι του κελιού μου το δωμάτιο της αγχό­νης και τα κελιά των μελλοθάνατων. Η οπτική μου επαφή περιοριζόταν μόνο στο παράθυρο του δωματίου της αγ­χόνης και καθόλου στο εσωτερικό. Άκουγα όμως τα πάντα καθαρότατα, μιας και απείχε μόνο μερικά μέτρα. Γύρω στις τρεις το απόγευμα της ίδιας ημέρας, ενώ ήμουν κρεμασμένος απ’ τα σίδερα του παραθύρου κατοπτεύο­ντας εναγωνίως, άκουσα ένα δυνατό υπόκωφο γδούπο. Τουκ! Πάγωσα! Σε μερικά λεπτά επαναλήφθηκε ο ίδιος γδούπος άλλες δυο φορές. Τουκ! Τουκ! Ο θόρυβος από την πόρτα της καταπακτής ήταν καθαρός.. Έβαλα μια φωνή:

-«Δοκιμάζουν την αγχόνη».

Ακολούθησαν ψίθυροι κι απόλυτη σιωπή. Αμέσως μετά τον τρίτο γδούπο ακούστηκε απόκοσμη, αγγελική λες, η φωνή του Παλληκαρίδη να ψάλλει: «Τον Νυμφώνα Σου βλέπω, Σωτήρ μου, κεκοσμημένον και ένδυμα ουκ έχω ίνα εισέλθω εν αυχώ. Λάμπρυνόν μου την στολήν της ψυχής, φωτοδότα και σώσον με…». Ακολούθησε το «Τη Υπερμάχω Στρατηγώ τα νικητήρια…» Μετά, το «Μαύρ’ ειν’ η νύκτα στα βουνά…»

Τους θρησκευτικούς ύμνους διαδέχονταν πατριωτικά τραγούδια. Δε σταματούσε ούτε στιγμή. Για οχτώ ολό­κληρες ώρες έψελνε και τραγουδούσε. Σταμάτησε γύρω στις έντεκα και μισή το βράδυ. Ακούστηκαν βαριά βήμα­τα, αγγλικές ομιλίες, σύρτες στις πόρτες, ενώ φώτα άνα­βαν κι έσβηναν. Έβαλα ξανά τη φωνή: «Παίρνουν τον στην κρεμμάλα!» Επικράτησε μια απέραντη βουβαμάρα. Άκρα σιωπή στης φυλακής τους τοίχους. Αγγελική ακού­στηκε ξανά η φωνή του να ψάλλει τον εθνικό μας ύμνο. «Σε γνωρίζω από την κόψην του σπαθιού την τρομε­ρήν… και σαν πρώτα αντρειω…» Κόπηκε η λέξη στη μέση από τον ήχο της καταπακτής κι έμεινε να αιωρείται, όπως ακριβώς και το αιωρούμενο σώμα του Ευαγόρα Παλληκαρίδη…

– «Ετέλειωσεν» ακούστηκε η φωνή μου δυνατή όσο ποτές άλλοτε. Δεν ήταν φωνή, ήταν κραυγή, ήταν ουρλια­χτό. Αυτό που ακολούθησε ήταν πράγματι εξέγερση.

Φωνές, σπασίματα, φωτιές, κραυγές. Θέλω να σταμα­τήσω εδώ. Είπα πολύ περισσότερα απ’ όσα σκόπευα να πω. Θεωρώ πως ο εαυτός μου δεν ήταν σε καμιά από τού­τες τις περιπτώσεις πρωταγωνιστής. Ήμουν απλώς πα­ρατηρητής σε γεγονότα που μπορούσαν να συμβούν στον καθένα από μας. Εκείνο τον Αγώνα τον κάναμε όλοι. Με το θάρρος της νιότης, με την πίστη στην Ελλάδα και την αγάπη στον τόπο τούτο …

* Προέδρου της Κίνησης για τη Σωτηρία της Κύπρου.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *