Με αεροπλάνα και άμυνα

Του ΝΙΚΟΥ ΚΑΤΣΟΥΡΙΔΗ

Η αγορά από την Ελλάδα των γαλλικών μαχητικών Ραφάλ, έφερε και πάλιν στο προσκήνιο το χιλιοσυζητημένο θέμα της Άμυνας  και του ρόλου της στη διαμόρφωση και εφαρμογή της εθνικής πολιτικής οποιουδήποτε κράτους.  Οι αντιδράσεις ήταν ποικίλες.  Διατυπώθηκαν απόψεις από το ένα άκρο, το οποίο θεωρεί ότι οι αμυντικές δαπάνες είναι πεταμένα λεφτά έως το άλλο που θεωρεί ότι  τα μεγάλα προβλήματα με τους γείτονες της Ελλάδας και ειδικά την Τουρκία θα λυθούν με την πολεμική ισχύ.

Προκαταβολικά να δηλώσω ότι υπάρχουν επιχειρήματα και από τις δύο πλευρές  που ευσταθούν.  Για  παράδειγμα αναφέρω ότι κάποιος οφείλει να διερωτηθεί αν και κατά πόσον η οικονομία μιας χώρας μπορεί να αντέξει τις δαπάνες και ταυτόχρονα τις δαπάνες συντήρησης, εφοδιασμού, τροφοδότησης κ.ο.κ ενός σύγχρονου οπλικού συστήματος και γενικά όλου του αμυντικού συστήματος  της χώρας.  Διότι στην αντίθετη περίπτωση αυτά τα συστήματα είναι δώρο – άδωρο.  Από την άλλη τίθεται το ερώτημα, πως μπορεί να ασκηθεί αποτελεσματική εθνική πολιτική χωρίς αμυντική ικανότητα τουλάχιστον ενός συγκεκριμένου επιπέδου.  Στην περίπτωση της Ελλάδας, αυτό το επίπεδο πρέπει να είναι αποτρεπτικό της τουρκικής επεκτατικότητας.  Αν δεν είναι, τότε δύο επιλογές έχει η χώρα.  Να υποχωρήσει στις τουρκικές απαιτήσεις ή να καταφύγει για πολλοστή φορά στους συμμάχους οι οποίοι έως τώρα έχουν αποδειχθεί «σύμμαχοι».

Οι αποφάσεις είναι όντως δύσκολες πολύ γιατί η καταφυγή στους «συμμάχους» για προάσπιση της εθνικής κυριαρχίας, ανεξαρτησίας και εδαφικής  ακεραιότητας έχει αποδειχθεί αναξιόπιστη λύση και ταυτόχρονα δυναμώνει την εξάρτηση από κράτη, ορισμένα τουλάχιστον, απο τα οποία, ανέχονται ως εκτρέφουν την τουρκική επεκτατικότητα.  Από την άλλη η οικονομική επιβάρυνση της χώρας πέραν από ένα σημείο και πάλιν θα εμβαθύνει την εξάρτηση από ακριβώς τα ίδια αυτά κράτη τα οποία θα ενεργήσουν μετά κατά τον τρόπο που να ευνοεί ακριβώς εκείνη τη χώρα που θεωρούν ότι τους είναι πιο απαραίτητη.  Και μέχρι τώρα δυστυχώς, στην πράξη επιλέγουν την Τουρκία.

Κατά συνέπεια η κοινή λογική ορίζει ότι μια χώρα χρειάζεται ένα ορισμένο επίπεδο αποτρεπτικής ισχύος στα όρια που το επιτρέπει η οικονομία της.  Αυτό κατ΄ ουδένα λόγο δεν σημαίνει ότι τα μεγάλα προβλήματα με τους γείτονες θα λυθούν με την ισχύ των όπλων.  Η αμυντική ικανότητα είναι απαραίτητο βοήθημα στην προσπάθεια πολιτικής επίλυσης των προβλημάτων στη βάση του δικαίου και του αμοιβαίου οφέλους χωρίς εκπτώσεις αρχών.  Δεν νομίζω ότι οποιαδήποτε ακραία προσέγγιση του θέματος εξυπηρετεί τα καλώς νοούμενα συμφέροντα ενός κράτους και ενός λαού.  Η  ευθύνη για την εξεύρεση του απαραίτητου ισοζυγίου στις συγκεκριμένες αποφάσεις ανήκει στην πολιτική ηγεσία ενός κράτους, κυβέρνηση και αντιπολίτευση, που οφείλει βέβαια να αφουγκράζεται και το λαϊκό αίσθημα και βούληση.  Γιατί την όποια απόφαση και τις συνέπειες της θα κληθεί να στηρίξει και να πληρώσει ο λαός.

Ακόμα πιο σύνθετο είναι το θέμα αυτό στην περίπτωση της Κύπρου.  Και ο λόγος απλός.  Η Κύπρος ότι και να κάνει δεν έχει τη δυνατότητα οικοδόμησης επαρκούς αποτρεπτικής ισχύος απέναντι στην Τουρκία.  Είναι όμως απαραίτητο και για λόγους ουσίας και άλλους να έχει ένα ορισμένο επίπεδο αμυντικής θωράκισης.  Εξ όσων γνωρίζω κανένα πολιτικό Κόμμα στην Κύπρο δεν έχει άλλη θέση.  Αλλωστε αμέσως μετά τα τραγικά γεγονότα του 1974 και ως το τέλος του 1977 είχαν διαμορφωθεί πέντε πυλώνες, πάνω στους οποίους θα στηριζόταν ο αγώνας του κυπριακού λαού, στους οποίους περιελαμβάνετο και η Αμυντική Θωράκιση.  Οι άλλοι τέσσερεις ήσαν, Διεθνοποίηση, Ενότητα στο εσωτερικό μέτωπο ισχυρή Οικονομία, Επαναπροσέγγιση με τ/κ.

Βέβαια η δική μας αμυντική θωράκιση στοχεύει να συγκρατήσει ενδεχόμενη νέα τουρκική επεκτατική ενέργεια ούτως ώστε να παρασχεθεί χρόνος για παρεμβάσεις τρίτων.  Και κύρια της Ελλάδας αν παραστεί ανάγκη.  Εξού και είναι αναγκαίος τόσον ο πολιτικός συντονισμός με την Ελλάδα, όσον και ο αμυντικός.  Ενας συντονισμός ο οποίος θα είναι ακριβώς ένα από τα εργαλεία προώθησης λύσης αρχών στο κυπριακό.  Ενας συντονισμός ο οποίος θα σέβεται και θα εδράζεται στο γεγονός ότι Κύπρος και Ελλάδα είναι δύο ανεξάρτητα κράτη.  Ως εκ τούτου θεωρώ ότι η καλύτερη μορφή αμυντικής συνεργασίας θα ήταν μέσον Διακρατικής Αμυντικής Συμφωνίας.  Μια παλιά πρόταση η οποία αφέθηκε να ξεχαστεί.  Αν λοιπόν η  Αμυντική θωράκιση αντικρίζεται ως ένας από τους πυλώνες, τα εργαλεία προώθησης λύσης του κυπριακού και προάσπισης της Κυπριακής Δημοκρατίας μπορεί να εξευρίσκονται  οι απαραίτητες λύσεις στα θέματα της άμυνας της Κύπρου.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.