Με όπλο το Oruc Reis οι Τούρκοι εκβίασαν για διαπραγμάτευση

Το ερευνητικό σκάφος Oruc Reis συνοδευόμενο από τουρκικά πολεμικά πλοία. Φωτογραφία υπουργείο Ενέργειας

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΚΑΠΟΥΤΣΗ

Η εικόνα που υπάρχει στο κεντρικό και νοτιοανατολικό Αιγαίο, είναι αυτό της επόμενης μέρας μετά από μια πολύ σοβαρή κρίση. Τμήμα της ελληνικής ναυτικής δύναμης έχει αποχωρήσει από την περιοχή. Το ίδιο και κάποια από τα πλοία και υποβρύχια του τουρκικού στόλου. Η κατάσταση ανωμαλίας, που προκάλεσε η Άγκυρα με τη Navtex για σεισμικές έρευνες του Oruc Reis εντός της ελληνικής υφαλοκρηπίδας, έληξε προσωρινά μετά και τη δήλωση του εκπροσώπου της τουρκικής προεδρίας για πάγωμα των ερευνών.

Στην πραγματικότητα, σύμφωνα με πληροφορίες, η Άγκυρα έδωσε κάποια προθεσμία, προσδοκώντας να σύρει την Ελλάδα σε διμερή εφ’ όλης της ύλης διαπραγμάτευση. Η ελληνική πλευρά είχε άλλωστε καταστήσει σαφές πως δεν συνομιλεί υπό καθεστώς τουρκικών εκβιαστικών πιέσεων. Το βήμα πίσω των Τούρκων, λοιπόν, εξυπηρετεί αφενός την ανάγκη τους να εκπέμψουν διεθνώς μία εικόνα μετριοπάθειας, αφετέρου να δελεάσουν την Αθήνα.

Οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις, στην έξοδο του τουρκικού στόλου στο Αιγαίο, δεν αιφνιδιάστηκαν. Αντιθέτως αντέδρασαν άμεσα, ενισχύοντας με αυτόν τον τρόπο τις προσπάθειες της ελληνικής διπλωματίας, για αποκλιμάκωση της έντασης και την αποφυγή δημιουργίας τετελεσμένων από τη τουρκική πλευρά. Η αποκλιμάκωση, λοιπόν, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην κινητοποίηση των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων.

Έχει ωστόσο ενδιαφέρον να σημειώσουμε ότι ο εκπρόσωπος του Ερντογάν, ο Ιμπραήμ Καλίν, πριν ανακοινώσει το πάγωμα των ερευνών, είχε δηλώσει πως η Άγκυρα κρατάει το Oruc Reis στην Αττάλεια, άλλα αναμένει σήμα από την Αθήνα για την έναρξη διαλόγου «χωρίς όρους και προϋποθέσεις». Και είχε παραπέμψει στην τριμερή συνάντηση του Βερολίνου, στην περίφημη συνάντηση των διπλωματικών συμβούλων των Μητσοτάκη και Ερντογάν, υπό την αιγίδα της γερμανικής καγκελαρίας.

Η Γερμανία “διατάζει” διάλογο

Η γερμανική προεδρία, όπως έχει καταστήσει σαφές και η ίδια η Μέρκελ, επιθυμεί με τις πρωτοβουλίες της να λειτουργήσει σαν καταλύτης, προκειμένου οι δύο πλευρές να καθίσουν στο ίδιο τραπέζι. Η Γερμανία “διατάζει” διάλογο με στόχο την συνεκμετάλλευση και την συγκυριαρχία, το ίδιο και η αμερικανική διπλωματία και το ΝΑΤΟ. Διάλογο για «να τα βρείτε»!

Διάλογος, με θέμα τις ιταμές απαιτήσεις της Τουρκίας, σε βάρος της ελληνικής κυριαρχίας. Στην πραγματικότητα, οι διεθνείς διαμεσολαβητές εξισώνουν τον θύτη με το θύμα. ΗΠΑ και Γερμανία, έπεισαν την κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, να δεχτεί τον διάλογο με την Τουρκία, να αποφύγει την σύγκρουση και μάλλον να ακυρώσει την συμφωνία απόκτησης των γαλλικών φρεγατών.

Επομένως, οι “σύμμαχοι” μας φαίνεται να ακύρωσαν (εν τοις πράγμασι) την ελληνογαλλική αμυντική συμφωνία, που –κατά πληροφορίες– θα περιείχε και ρήτρα εμπλοκής των γαλλικών ενόπλων δυνάμεων σε περίπτωση που η Τουρκία επιχειρούσε στρατιωτική ενέργεια σε βάρος των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων. Θα πρέπει επιπλέον να διευκρινίσουμε το εξής: Στην κρίση των τελευταίων ημερών, οι θέσεις και απόψεις των δύο κρατών, Ελλάδας και Τουρκίας, αποδείχτηκε ότι είναι διαμετρικά αντίθετες.

Για το Καστελλόριζο η ελληνική άποψη είναι ότι δικαιούται πλήρη επήρεια σε ΑΟΖ, παρ’ ότι βρίσκεται πολύ κοντά στον μεγάλο χερσαίο όγκο της Τουρκίας. Η Αθήνα, επικαλούμενη το διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας, θεωρεί ότι όλα τα νησιά έχουν πλήρη ΑΟΖ, άρα και το νησιωτικό σύμπλεγμα του Καστελλόριζου. Είναι, ωστόσο, διατεθειμένη να παραπέμψει το ζήτημα στο Διεθνές Δικαστήριο.

Σύγκρουση ή υποχώρηση

Η Άγκυρα, από την άλλη πλευρά, υποστηρίζει παντελώς αυθαιρέτως ότι όλα τα νησιά δεν έχουν υφαλοκρηπίδα-ΑΟΖ. Πως όμως συμβιβάζονται σε διαπραγμάτευση τόσο αντίθετες θέσεις; Με δύο τρόπους. Η μία επιλογή είναι η σύγκρουση και μάλιστα η στρατιωτική. Και η άλλη, είναι ο συμβιβασμός και η υποχώρηση. Για να υπάρξει, όμως, σύνθεση των δύο αντίθετων απόψεων, απαιτείται διάλογος με αμοιβαίες υποχωρήσεις. Και εδώ, η λέξη-κλειδί δεν είναι ο διάλογος, αλλά οι αμοιβαίες υποχωρήσεις.

Αυτό άλλωστε, υποδεικνύουν και οι διεθνείς διαμεσολαβητές. Όμως μένει το ερώτημα, ποιος θα υποχωρήσει πιο πολύ; Η απάντηση θεωρείται αυτονόητη. Υποχωρεί ο πιο αδύναμος. Μάλιστα, όσο πιο αδύναμος είναι, ή αισθάνεται ότι είναι, τόσο πιο πολύ υποχωρεί. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι, η ελληνοτουρκική κρίση μπορεί στην παρούσα χρονική συγκυρία να φαίνεται ότι είναι σε αποδρομή, αλλά μάλλον θα επανέλθει σύντομα, ίσως μάλιστα και με πιο δυναμικό τρόπο.

Η ελληνική κυβέρνηση δείχνει να είναι διατεθειμένη να προβεί σε κάποιες υποχωρήσεις. Η Τουρκία, όμως, ζητάει τόσα πολλά που μέχρι τώρα καμία ελληνική κυβέρνηση δεν μπορούσε να την ικανοποιήσει. Κι αυτό, παρ’ ότι αρκετές είχαν την πρόθεση να κάνουν υποχωρήσεις, προκειμένου να φτάσουν σε συμφωνία. Το έργο επαναλαμβάνεται για μια ακόμα φορά.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη είχε ουσιαστικά αποδεχτεί να πάει σε διάλογο με την Τουρκία, αλλά ήταν οι επιθετικές-εκβιαστικές προκλήσεις του Ερντογάν που την ανάγκασαν να ανακρούσει πρύμνα. Εάν τώρα υποκύψει στις πιέσεις (ΗΠΑ, ΝΑΤΟ, Γερμανία) και δεχτεί να προσέλθει σε διάλογο, που στην πραγματικότητα η Άγκυρα έχει δεδηλωμένη πρόθεση να τον μετατρέψει σε εφ’ όλης της ύλης διαπραγμάτευση, τότε ελπίζουμε να μιλήσει ο ελληνικός λαός, αν δεν έχει αποχαυνωθεί από τα εξαχρειωμένα (όχι όλα) ΜΜΕ. Γιατί είναι αδιανόητο ελληνική κυβέρνηση να κουβεντιάσει για παράδειγμα, αν το Αγαθονήσι, οι Φούρνοι, οι Οινούσσες και πολλές ακόμα νησίδες είναι ελληνικές ή όχι.

ΠΗΓΗ: slpress.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *