Με την πολιτική της πρόταξης τουλάχιστον θα αναδεικνύαμε έγκαιρα την τουρκική αδιαλλαξία

FILE PHOTO. Ο Πρόεδρος της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν με τον υπουργό Εξωτερικών της χώρας Μελβούτ Τσαβούσογλου. ΚΥΠΕ/ EPA/Stephanie Lecocq

Tου Χρήστου Ψιλογένη
Μπορεί τα δύο μεγάλα κόμματα, να μην παραδέχονται ακόμα το πασιφανές ναυάγιο της πολιτικής τους. Ωστόσο, αυτό επαληθεύτηκε τόσο από τον Πρόεδρο Αναστασιάδη, όσο και από τον Τούρκο ΥΠΕΞ Τσαβούσογλου, που στη  συνέντευξή του στον Φιλελεύθερο της 21/5/17, επιβεβαίωσε ότι:

1) Ανεξάρτητα από τον εκάστοτε Τ/κ συνομιλητή μας, είναι με την Άγκυρα που διαπραγματευόμαστε. Επομένως, οι δήθεν κυπριακής ιδιοκτησίας διαπραγματεύσεις, αποτελούν επικίνδυνη πλάνη, που συγκαλύπτει τη συνεχιζόμενη τουρκική κατοχή υποβαθμίζοντας το Κυπριακό από θέμα εισβολής-κατοχής, σε διακοινοτική διαφορά.

2) Η Τουρκία δεν επιδιώκει βιώσιμη λύση, αλλά ένα προτεκτοράτο υπό τη μόνιμη απειλή του κατοχικού στρατού.

3) Για τέσσερις και πλέον δεκαετίες, δεν ακολουθήσαμε μόνο μια πολιτική αδιέξοδη, αλλά και μια τακτική λανθασμένη. Συγκεκριμένα, υποχωρώντας στις τουρκικές αξιώσεις χωρίς οποιοδήποτε αντάλλαγμα και αφήνοντας τελευταία τα θέματα ασφάλειας και εγγυήσεων, που έπρεπε να συζητηθούν πρώτα, αντί σε λύση φθάσαμε σε αδιέξοδο, με κίνδυνο να μας επιρριφθεί και η σχετική ευθύνη.

Ωστόσο, οι πρωτεργάτες της πολιτικής αυτής, διεκδικούν ακόμα το αλάθητο! Με την πολιτική της πρόταξης όμως, ακόμα και αν αποτυγχάναμε,  τουλάχιστο θα αναδεικνύαμε έγκαιρα την τουρκική αδιαλλαξία και θα κερδίζαμε  χρόνο και διεθνείς εντυπώσεις, χωρίς να φορτωθούμε οδυνηρότατες  υποχωρήσεις-παραχωρήσεις.

Ωστόσο, είναι ακόμα μία πολιτική που θα  εξασφάλιζε την επιβίωση του λαού και του κράτους μας. Διότι:

α) Τα πρώτα μετά την εισβολή ψηφίσματα του ΟΗΕ, περιλαμβανομένου και του ομόφωνου 3212(1974), ήταν τα ισχυρότερα και έδιναν προτεραιότητα στην αποχώρηση των ξένων στρατευμάτων και την επιστροφή των προσφύγων.

β) Η τουρκική επίθεση του 1974, είχε όλα τα χαρακτηριστικά της εισβολής, που θεωρείται έγκλημα κατά της ειρήνης.

γ) Παρότι διαπραγματευθήκαμε καλόπιστα και μάλιστα χωρίς την άρση των κατοχικών δεδομένων, η Τουρκία δεν σταμάτησε ούτε στιγμή τον εποικισμό και την πολιτική των τετελεσμένων.

Με αυτά τα  δεδομένα, τις νέες αξιώσεις της Τουρκίας και την υπαναχώρηση των Τ/κ ακόμα και από ήδη συμφωνηθέντα, βιώσιμη λύση είναι ανέφικτη, ενώ τυχόν νέα Γενεύη, απλώς  θα επικυρώσει το αδιέξοδο, μαζί με όλες τις υποχωρήσεις- παραχωρήσεις μας. Ακόμα και η διεθνής διάσκεψη που έχει καλύτερες προοπτικές, αν συγκληθεί μετά την επίλυση των εσωτερικών πτυχών του προβλήματος (θέση ΑΚΕΛ), απλώς θα επικυρώσει μία κακή λύση, λόγω συσχετισμού δυνάμεων.

Αντίθετα, η πολιτική της πρόταξης, έστω και με πολλή καθυστέρηση, προσφέρει ακόμα διέξοδο στο αδιέξοδο που βρίσκεται μπροστά μας. Αρκεί να αποτελέσει σταθερή πολιτική και όχι προεκλογικό σύνθημα.  Διότι, αν γίνει αποδεχτή, μπορεί να εξασφαλίσει μια ασφαλέστερη λύση. Αν απορριφθεί, την ευθύνη του ναυαγίου θα φέρει η Τουρκία.

Αν όμως η  Κυβέρνηση και τα δύο μεγάλα κόμματα φοβούνται μήπως οι ευθύνες επιρριφθούν στην πλευρά μας, η ασφαλέστερη διέξοδος είναι η προσφυγή στο Συμβούλιο Ασφαλείας, με τα εξής αιτήματα:

α) Να εξεταστούν τα παράπονα της Κυπριακής Δημοκρατίας για τη συνεχιζόμενη κατοχή, τον εποικισμό, τις συνεχείς επεμβάσεις της Άγκυρας κατά της κυπριακής ΑΟΖ, καθώς και τις απειλές της κατά της κυπριακής ανεξαρτησίας και εδαφικής ακεραιότητας.

β) Δεδομένου ότι τα ανωτέρω δεν διασφαλίζουν το κατάλληλο κλίμα για τη διεξαγωγή ελεύθερων και καρποφόρων συνομιλιών, να απαιτήσουμε την αντικατάσταση των τουρκικών κατοχικών στρατευμάτων με ενισχυμένη διεθνή δύναμη του ΟΗΕ. Έτσι θα επιλυθεί πρώτο το πρόβλημα της ασφάλειας που είναι και το σημαντικότερο.

γ) Αν το Συμβούλιο Ασφαλείας δεν συμφωνήσει, τότε να ερωτηθεί το Διεθνές Δικαστήριο για τη νομιμότητα όλων των ανωτέρω τουρκικών ενεργειών και ειδικά την ερμηνεία της συνθήκης εγγύησης, της οποίας μοναδικός σκοπός είναι η επαναφορά της συνταγματικής τάξης και όχι η κατάλυσή της όπως επιδιώκει η Άγκυρα.

δ) Εφόσον το Διεθνές Δικαστήριο αποφανθεί ότι η εισβολή και η συνεχιζόμενη κατοχή είναι παράνομες, τότε το πρόβλημα της ασφάλειας  να επιλυθεί με ενισχυμένη δύναμη του ΟΗΕ. Παράλληλα το ΣΑ να προσδιορίσει και το νέο πλαίσιο λύσης  με βάση το οποίο θα συνεχιστούν οι διαπραγματεύσεις.

ε) Σε συνεργασία με φιλικές γειτονικές χώρες και με βάση  το κοινό συμφέρον, να επιδιώξουμε υλοποίηση των στόχων μας με τη βοήθεια της ΕΕ και φιλικών μονίμων μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας (ενέργεια έναντι ασφάλειας), υπενθυμίζοντας και τον ισλαμικό κίνδυνο, από τυχόν φιλοτουρκική λύση.

* Πρέσβης ε.τ.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *