Με την  «θλίψη του απογεύματος» αποχαιρετάμε τον Λεύκιο: Πορεύθηκε και κατέγραψε λογοτεχνικά τα πέτρινα χρόνια της πατρίδας

Του ΚΩΣΤΑ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ

Σε αυτή την «άγονη γραμμή της  Μεσογείου» σε μια «πατρίδα φέρ’ ειπείν ανάπηρη στις γάζες», ο Λεύκιος Ζαφειρίου, σεμνός και ευαίσθητος, δημιούργησε, έγραψε, έδωσε το δικό του στίγμα. Και συνέχισε να παλεύει με τις λέξεις, ανέβαινε τις ανηφοριές της έρευνας, μέχρι και το περασμένο Σάββατο, που έφυγε από τη ζωή.

Τα τελευταία χρόνια ασχολήθηκε με την έρευνα, κυρίως με τον Κάλβο, που έγινε μεγάλος στόχος ζωής. Συνέχιζε την έρευνα για τον Κάλβο, δεν πρόλαβε να κυκλοφορήσει τα τελευταία του βιβλία, για τα οποία έτρεχε συνεχώς, κοιτάζοντας και την τελευταία λεπτομέρεια. Ήταν ποιητής, λογοτέχνης, μιας γενιάς που κουβαλούσε τα πέτρινα χρόνια της πατρίδας. Μια γενιάς που μεγάλωσε με πολλές δυσκολίες. Ο Λεύκιος πάλεψε με τα μεγάλα κύματα τρικυμισμένης θάλασσας, όπως του επεφύλαξε η ζωή. Με «θητεία» στην «Παιδική Στέγη», ορφανός από μικρό παιδί, από μητέρα και πατέρα, κοίταξε κατάματα τη ζωή. Μαζί με τα αδέλφια του, τον Μιχάλη, τη Φροσούλα, συνοδοιπόροι στα μονοπάτια της ποίησης και τον Παναγιώτη. Όταν περιέγραφε τα παιδικά του χρόνια, «έφευγαν» πολύ αναστεναγμοί από την ψυχή του και τα μάτια βούρκωναν. Γι’ αυτό και απέφευγε αυτές τις κουβέντες. Αν και στο μυαλό του στριφογύριζαν συνεχώς. Ο χαμός της μάνας, της ποιήτριας Νεφέλης, και έναν χρόνο μετά του πατέρα στιγμάτισε τη ζωή του. «Έκανα χρόνια να το ξεπεράσω», έλεγε αλλά γνώριζε πως αυτό τον συνόδευε πάντα.

Η ποίησή του, τα πεζογραφήματά του, δεν ήταν μόνο ο καθρέφτης της δικής του ψυχής, αλλά και της ιστορίας του τόπου. Εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας κατά των Βρετανών αποικιοκρατών, που τον βίωσε παιδί, στους δρόμους της Λάρνακας, από τα παράθυρα της Παιδικής Στέγης. Και μετά τα γεγονότα του 1963, αργότερα φοιτητής στην Αθήνα επί χούντας με τα πήγαινε-έλα στην Ασφάλεια για ανάκριση. Το πραξικόπημα και η τουρκική εισβολή, η μεγάλη ανατροπή. Γράφει ποίηση και πεζογραφήματα για την προδοσία και την κατοχή. Γράφει για την ελευθερία. «… Ωστόσο εγώ θα επιμένω να λέω την ελευθερία ελευθερία, τον φόνο φόνο, την ενοχή ενοχή, μ΄ ένα πείσμα τρελού που σκαλίζει στον τοίχο τ΄ όνομά του με τα νύχια.»

Δάσκαλος στα γυμνάσια και στα λύκεια από το 1975 σε μια περίοδο προσφυγιάς με την καταστροφή να κυριαρχεί. Ήθελε να μεταδώσει στα παιδιά νέες ιδέες, πολλές φορές και ανατρεπτικές. Γι’ αυτό —το έλεγε συχνά με κρυφή υπερηφάνεια— και ο τότε μητροπολίτης Κιτίου τον κατηγόρησε από τον άμβωνα.

Ως δάσκαλος είχε αναζητήσεις και για τη γλώσσα. Αυτό τον έφερε κοντά στον Αντώνη Μυστακίδη Μεσεμβρινό, που σε κάποια χρονική στιγμή οι εκδόσεις του (Τετράδια του Ρήγα) είχαν έδρα τη Λευκωσία. Μαζί στην ομάδα οι Σάββας Παύλου (με τον οποίο υπήρξαν και συγκάτοικοι μαζί και με Άρη Μαυροσκούφη, Χρίστο Ρούσο), Πανίκος Χρυσάνθου, Χρ. Κατσαμπάς. Στην ομάδα σε κάποια χρονική στιγμή και ο Δώρος Λοΐζου. Για τον Δώρο Λοΐζου, με πρόταση του Ανδρέα Χριστοδουλίδη, είχε μιλήσει, το 1975, έναν χρόνο μετά τη δολοφονία του (30.8.1974), σε εκδήλωση στην Αθήνα. «Δεν ήταν από τους εύκολους ο Δώρος Λοΐζου, “γι’ αυτό και μια φωτεινή σπαθιά κατακόρυφη έγινε το σώμα” του και φέγγει τον δρόμο μας, δείχνοντας πέρα μακριά, πίσω από τις βουνοκορφές του Πενταδακτύλου…»

Αυτή η σχέση του με την πατρίδα, αυτή η επιμονή του με την ελευθερία, τον οδήγησε για δύο χρόνια στο Ριζοκάρπασο, για να διδάξει στα εγκλωβισμένα παιδιά. Παρέμεινε εκεί μέχρι και το σοβαρό τροχαίο δυστύχημα που είχε και την εκδίωξή του από το κατοχικό καθεστώς. Η παραμονή του εκεί έθετε τη ζωή του σε κίνδυνο. Είχε προλάβει να καταγράψει τη ζωή των εγκλωβισμένων, μαρτυρίες και μπόλικο φωτογραφικό υλικό.

Δεν είναι η ώρα για αποτίμηση και μεγάλα λόγια. Αυτό άλλωστε θα τον ενοχλούσε. Όπως έγραφε ο ίδιος «μεσίστιες οι σημαίες στα μπαλκόνια, απέραντη βουή στους δρόμους σταματημένη». Με τη «θλίψη του απογεύματος» αποχαιρετάμε τον Λεύκιο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.