Με τις διαχρονικές όμως υποχωρήσεις τόσο στο Αιγαίο όσο και στο Κυπριακό,, άνοιξε η όρεξη της Τουρκίας που στο τέλος τα θέλει όλα!

File Photo: Ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Κατρούγκαλος (Δ) με τον Τούρκο ομόλογο του Μεβλούτ Τσαβούσογλου (Α) στην Αττάλεια της Τουρκίας. ΑΠΕ-ΜΠΕ, ΟΡΕΣΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ

Του ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ*

Με αφορμή την επίσκεψη του Έλληνα υπουργού Εξωτερικών Γιώργου Κατρούγκαλου στην Αττάλεια και τις συνομιλίες του με τον Τούρκο ομόλογό του Μεβλούτ Τσαβούσογλου, αλλά κυρίως με τις δηλώσεις του για τα δικαιώματα της  Τουρκίας στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, θα πρέπει να σημειωθεί η διπλωματική αδεξιότητα με την οποία έθεσε το θέμα.

  • Δεν ήταν δουλειά του να μιλήσει για τα δικαιώματα της Τουρκίας, που ούτως ή άλλως κανένας δεν τα αμφισβητεί από ελληνικής πλευράς εφόσον οριστούν με βάση το διεθνές δίκαιο της θάλασσας και τις διεθνείς συνθήκες, αλλά να υπερασπιστεί τα δίκαια και τα δικαιώματα της δικής του χώρας που καθημερινά αμφισβητούνται από την Άγκυρα. Αποστολή του Έλληνα υπουργού Εξωτερικών είναι να προασπίζει τα εθνικά συμφέροντα με όρους διεθνούς δικαίου και εθνικής αξιοπρέπειας.

Επί της ουσίας όμως, αυτή υπήρξε η πολιτική όλων των μεταπολιτευτικών Κυβερνήσεων, με εξαίρεση κάποιες αναλαμπές του Ανδρέα Παπανδρέου. Πολιτική κατευνασμού και «εξημέρωσης», τάχατες, του «θηρίου». Επί Σημίτη ξεκίνησε η γκριζοποίηση του Αιγαίου με τη συμφωνία της Μαδρίτης που υπέγραψε με τον Τούρκο Πρωθυπουργό Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ, τον Ιούλιο του1997, μετά το φιάσκο των Ιμίων. Επί πρωθυπουργίας Σημίτη οι συνομιλίες ανάμεσα στις δύο χώρες έφτασαν πολύ κοντά σε μια συμφωνία για το Αιγαίο, ενώ παράλληλα υπήρχαν και σκέψεις  προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης.

  • Ο Κωστής Στεφανόπουλος, Πρόεδρος της Δημοκρατίας τότε, πίεζε προς αυτή την κατεύθυνση. Ο Σημίτης απλώς δεν τόλμησε να προχωρήσει, έχοντας και το προηγούμενο των Ιμίων.

Επί διακυβέρνησης ΝΔ-Κώστα Καραμανλή, με ΥΠΕΞ τον Πέτρο Μολυβιάτη, υπήρξε μια σχετική επιφύλαξη στην πολιτική που ακολουθήθηκε επί Σημίτη. Όταν όμως ανέλαβε η Ντόρα Μπακογιάννη ως υπουργός Εξωτερικών, επανέφερε ουσιαστικά την πολιτική Σημίτη. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι τουρκικές εφημερίδες της εποχής εκείνης εξέφρασαν την αγαλλίασή τους για την ανάληψη του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών από μέρους της και έγραψαν ότι επρόκειτο για τον «θηλυκό Γιώργο» σε αναφορά στον Γιώργο Παπανδρέου.

Όσον αφορά στην προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, η ελληνική πλευρά είχε τον φόβο ότι ενδεχομένως να μην έδινε στο μικρό ελληνικό νησιωτικό σύμπλεγμα του Καστελόριζου πλήρη υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ λόγω του μεγάλου χερσαίου όγκου της Τουρκίας. Ενδεχομένως να οριοθετούσε συνδυάζοντας την αρχή της μέσης γραμμής με την αρχή της αναλογικότητας. Η ελληνική πλευρά στην πραγματικότητα είχε τον φόβο ότι η ίδια αρχή θα εφαρμοζόταν και σε άλλες περιοχές του Αιγαίου.  Αλλά ακόμη και κάτι τέτοιο θα ήταν υπέρ της Ελλάδας, δεδομένου ότι η Τουρκία αρνείται ότι τα ελληνικά νησιά διαθέτουν υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ.

Στο παρελθόν, πολλοί της ελληνικής πολιτικής ελίτ έσπρωχναν προς το Διεθνές Δικαστήριο, διότι έτσι δεν θα είχαν να αναλάβουν την πολιτική ευθύνη μιας συμφωνίας με την Τουρκία. Η Τουρκία που στην αρχή ευνοούσε προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, άλλαξε στη συνέχεια γνώμη διότι αντελήφθη ότι θα κέρδιζε πολύ περισσότερα από έναν πολιτικό συμβιβασμό λόγω της ελληνικής υποχωρητικότητας.

Βεβαίως των δηλώσεων Κατρούγκαλου, είχαν προηγηθεί δηλώσεις του Κοτζιά που με πολύ πιο προσεκτικό και θολό  τρόπο έστρωνε το χαλί για διαπραγμάτευση με την Τουρκία, αναγνωρίζοντάς της δικαιώματα στην περιοχή του Καστελόριζου.  Δεν αμφισβητεί κανένας ότι σε κάποιο στάδιο θα αναγνωριστεί στην Τουρκία ό,τι δικαιούται με βάση το διεθνές δίκαιο της θάλασσας και τις διεθνείς συνθήκες. Το ερώτημα είναι γιατί η ελληνική πλευρά να προτρέχει και να προσπαθεί να την κατευνάσει, τη στιγμή που η ίδια τεντώνει καθημερινά το σχοινί στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο και παρουσιάζεται απειλητική απέναντι στην ελληνική και την κυπριακή κυριαρχία.  Η συνεχής υποχωρητικότητα της Αθήνας εκτρέφει την τουρκική αδιαλλαξία. Να ειπωθεί πάντως ότι ο Κοτζιάς στις αναφορές του εξαίρεσε ρητά την κυπριακή ΑΟΖ, την οποία δεν συνέδεσε με τις αναφορές του στο Καστελόριζο.

  • Η ελληνική πολιτική ελίτ, με κάποιες εξαιρέσεις, θέλει να κάνει το μεγάλο βήμα των παραχωρήσεων προς την Τουρκία. Το ίδιο επιθυμούν και στην Κύπρο ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ. Με τις διαχρονικές όμως υποχωρήσεις τόσο στο Αιγαίο όσο και στο Κυπριακό,  άνοιξε η όρεξη της Τουρκίας που στο τέλος τα θέλει όλα! Αυτό παθαίνουν όσοι διαπραγματεύονται χωρίς περίσκεψη, υποχωρώντας συνεχώς, με την ελπίδα να φτάσουν σε κάποιο συμβιβασμό με την Άγκυρα.

Υπήρχε επίσης πάντα στην Αθήνα η πάγια θέση μιας μερίδας της πολιτικής ελίτ και του οικονομικού κατεστημένου για συνδιαχείριση-συνεκμετάλλευση του πλούτου στο Αιγαίο. Να αγνοηθεί εν ολίγοις το διεθνές δίκαιο της θάλασσας και η γεωπολιτική σημασία του Αιγαίου και να γίνει συνεταίρος η Τουρκία πολύ πέραν αυτών που δικαιούται, εξασφαλίζοντας, υποτίθεται, την ειρήνη στην περιοχή.

Αυτή τη θέση, αλλά μόνο για την περιοχή του Καστελόριζου, φαίνεται να ασπάζεται και η Κυβέρνηση Τσίπρα. Κάτι παρόμοιο ακούεται και υποστηρίζεται από καιρό και στη Λευκωσία για την κυπριακή ΑΟΖ. Αυτές οι θέσεις προωθούνταν ανέκαθεν από τους Αμερικανούς, τους Βρετανούς και το ΝΑΤΟ. Αποδοχή τους όμως σημαίνει μετατροπή της Ελλάδας σε δορυφόρο της Άγκυρας υπό την υψηλή αμερικανο-ΝΑΤΟϊκή εποπτεία και τουρκική επικυριαρχία επί της Κύπρου.

Σε κάθε περίπτωση, ο Τσίπρας δεν έχει πια τον χρόνο να διαπραγματευτεί οτιδήποτε. Αλλά ο Κυριάκος Μητσοτάκης, αν θα είναι ο επόμενος Πρωθυπουργός, και αν δεν υπάρξει λαϊκή αντίδραση, θα αποδειχτεί χειρότερος! Και για το Αιγαίο αλλά και για την Κύπρο.

*Πανεπιστημιακός, διευθυντής του Κέντρου Ελληνικών Ερευνών Καναδά-ΚΕΕΚ και μέχρι πρόσφατα επιστημονικός συνεργάτης του ΕΔΙΑΜΜΕ στο Πανεπιστήμιο Κρήτης.

stephanos.constantinides@gmail.com

 

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *