Μια διαχρονική διαφορά Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας κ. Νίκος Αναστασιάδης σε συνάντηση με τον νέο ηγέτη του κατοχικού καθεστώτος, Ερσίν Τατάρ, στην παρουσία της Ειδικής Αντιπροσώπου του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών στην Κύπρο κας Ελίζαμπεθ Σπέχαρ, Αεροδρόμιο Λευκωσίας Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2020.ΚΥΠΕ/ΚΑΤΙΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ

Του ΧΡΥΣΗ ΠΑΝΤΕΛΙΔΗ

Απέχουμε μερικές μόνο βδομάδες από τη νέα Πενταμερή διάσκεψη, την οποία έχει συγκαλέσει ο Γενικός Γραμματέας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, Αντόνιο Γκουτέρες, για το Κυπριακό. Σαράντα έξι ολόκληρους μήνες μετά το ναυάγιο της προηγούμενης Πενταμερούς, θα επιχειρηθεί η έναρξη μιας νέας διαδικασίας η οποία, συν τοις άλλοις, επισκιάζεται από την προκλητική, επιθετική και επεκτατική ρητορική και δράση της Τουρκίας των τελευταίων τριάμισι χρόνων, αλλά και από την ενοχλητική ανοχή των Ηνωμένων Εθνών, του Οργανισμού που θα έπρεπε να είναι αμερόληπτος, αλλά όχι ουδέτερος.

Πολλά έχουν λεχθεί και γραφτεί για τις τεράστιες ευθύνες του Προέδρου Αναστασιάδη και της αποτυχημένης πολιτικής που ακολούθησε όλα αυτά τα χρόνια, με τη στήριξη πάντα των ηγεσιών ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ, καθώς και για τις πολλές διαδικαστικές και ουσιαστικές υποχωρήσεις της ελληνοκυπριακής κοινότητας επί των ημερών του, όπως και επί των ημερών του προκατόχου του, Δημήτρη Χριστόφια.

Άλλωστε, ενώ για τη μη λύση του Κυπριακού ευθύνεται αποκλειστικώς η Τουρκία, γεγονός παραμένει πως για το αδιέξοδο και την εξαιρετικά δύσκολη θέση, στην οποία βρίσκονται σήμερα η Κυπριακή Δημοκρατία γενικότερα και η ελληνοκυπριακή κοινότητα ειδικότερα, ευθύνεται η αποτυχημένη πολιτική των τελευταίων χρόνων.

Όμως, καθώς οδεύουμε σε μια νέα κρίσιμη διαδικασία, έχει αξία και σημασία να σημειώσουμε μια θεμελιώδη διαφορά ανάμεσα στην ελληνοκυπριακή κοινότητα και την τουρκοκυπριακή· διαφορά η οποία είναι αμετάβλητη και διαχρονική: Η ελληνοκυπριακή κοινότητα αναζητά, διαχρονικά, έστω και με διακυμάνσεις, τρόπους προστασίας της λειτουργικότητας του κράτους και εξυπηρέτησης των συμφερόντων του συνόλου του κυπριακού λαού, σε αντίθεση με την τουρκοκυπριακή κοινότητα και την τουρκική πλευρά, που αναζητούν, διαχρονικά, έστω και με διακυμάνσεις, τρόπους υπονόμευσης της λειτουργικότητας του κράτους και εξυπηρέτησης των συμφερόντων της Τουρκίας. Ενδεικτικά:

  • Λέει η ελληνοκυπριακή κοινότητα «μηδέν ξένος στρατός, μηδέν ξένες εγγυήσεις». Και λέει η τουρκική πλευρά «παραμονή τουρκικού στρατού, διατήρηση εγγυήσεων» λες και εν έτει 2021, σε ένα σύγχρονο, ευρωπαϊκό κράτος δικαίου χρειάζεται στρατός για να προστατευτούν τα ανθρώπινα δικαιώματα των μειοψηφούντων Τουρκοκυπρίων, οι οποίοι, παρεμπιπτόντως, μια χαρά απολαμβάνουν – ήδη και παρά την κατοχή – τα δικαιώματα του Κύπριου και Ευρωπαίου πολίτη.
  • Παραχωρεί η ελληνοκυπριακή κοινότητα την πολιτική Ισότητα, από το 1991, με την περιγραφή των Ηνωμένων Εθνών. Και η τουρκική πλευρά επιμένει να απαιτεί βέτο (άμεσο ή έμμεσο) λες και η πρόοδος και ευημερία του συνόλου του κυπριακού λαού –και άρα και των μειοψηφούντων Τουρκοκυπρίων– θα πρέπει πάντα να εξαρτάται από τη βούληση της τουρκοκυπριακής ηγεσίας.
  • Κηρύσσει η Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας ΑΟΖ, με βάση το διεθνές δίκαιο και το δίκαιο της θάλασσας, ώστε να αξιοποιηθεί το φυσικό αέριο προς όφελος του συνόλου του κυπριακού λαού –και άρα και των μειοψηφούντων Τουρκοκυπρίων– και επιμένει η κατοχική τουρκοκυπριακή ηγεσία να εκχωρεί στην Τουρκία τον έλεγχο της παράνομης, λεγόμενης «ΑΟΖ» του παράνομου ψευδοκράτους, εις βάρος της Κύπρου και του κυπριακού λαού και, άρα, εις βάρος και των ιδίων.
  • Διεκδικεί η ελληνοκυπριακή κοινότητα μια συγκροτημένη, συνεπή και σοβαρή εκπροσώπηση της χώρας μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία θα είναι προς όφελος του συνόλου του κυπριακού λαού –και άρα και των μειοψηφούντων Τουρκοκυπρίων– και προτιμά η τουρκική πλευρά την αποχή και την «άδεια καρέκλα» κάθε φορά που δεν θα ομοφωνούν Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι.

Τα πράγματα είναι απλά: Οι κρίσιμες αποφάσεις για την Οικονομία, την ανάπτυξη, τον τουρισμό, τις επιχειρήσεις, το περιβάλλον και γενικά για την πρόοδο και την ευημερία των πολιτών και της κοινωνίας και μάλιστα σε ένα ευρωπαϊκό κράτος, μέλος της Ευρωζώνης, δεν επηρεάζονται από το αν τις λαμβάνει Ελληνοκύπριος ή Τουρκοκύπριος. Και καθώς οι πλειοψηφούντες Ελληνοκύπριοι θα μεριμνούν για την ευημερία των Ελληνοκυπρίων, θα μεριμνούν και για την ευημερία των Τουρκοκυπρίων μαζί. Άλλωστε, είναι οι ίδιοι Ελληνοκύπριοι που έκαναν τις θυσίες και τον αγώνα ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, από την οποία επωφελούνται και οι Τουρκοκύπριοι. Με βάση μάλιστα την Πολιτική Ισότητα (1991), οι Ελληνοκύπριοι ΔΕΝ θα μπορούν να πάρουν οποιαδήποτε απόφαση εις βάρος των Τουρκοκυπρίων, ούτε θα μπορούν να αλλάξουν το Σύνταγμα.

Επομένως, η επιμονή της τουρκικής πλευράς σε παραλυτικές διατάξεις, όπως το (άμεσο ή έμμεσο) βέτο και άλλα δυσλειτουργικά μοντέλα, ή, ακόμα χειρότερα, η επιμονή της σε εσαεί νομιμοποιημένο ρόλο της Τουρκίας στην Κύπρο, είναι τουλάχιστον ύποπτη, δείχνει κακή πρόθεση και αδικεί και τους Τουρκοκύπριους συμπατριώτες μας που πιστεύουν στην ευρωπαϊκή προοπτική της Κύπρου.

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *