Μια καλή απάντηση στη μεμψιμοιρία

Εύζωνες της Προεδρικής Φρουράς στον ιερό βράχο της Ακρόπολης. Screenshot via YouTube/ΠΡΟΕΔΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Του ΠΑΥΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ

Όσο κι αν δεν είναι του συρμού της εποχής που διάγουμε, όσο κι αν η περιρρέουσα ατμόσφαιρα δυνατό να το κρίνει παλιομοδίτικο (ίσως και εθνικιστικό), εγώ θα το δηλώσω, δίχως φόβο αλλά με πάθος, και θα το καταθέσω δημόσια με παρρησία, πως ναι, την 25η Μαρτίου 2021, στα 200 χρόνια εθνικής παλιγγενεσίας, ως Έλληνας Κύπριος ένιωσα χαρά, συγκίνηση και περηφάνια αλλά και μέγα προνόμιο και πραγματική ευλογία, επειδή ανήκω σε ένα έθνος που κοιτάζει στα μάτια τους λαούς της οικουμένης και εισπράττει τα εύσημα για όσα πέτυχε στην πολύχρονη πορεία του. Αισθάνομαι ταυτόχρονα ότι αυτή η λαμπρή για την Ελλάδα μέρα αποτελεί και μια καλή απάντηση σε ένα πλήθος μεμψίμοιρων νεωτεριστών που τα βλέπουν όλα μαύρα κι άραχλα και δείχνουν να χαίρονται κάθε που τα πράγματα δυσκολεύουν για μας, γυρεύοντας την αυτοδικαίωση για όσα πρεσβεύουν.

Ναι, ένιωσα συγκίνηση και χαρά βλέποντας τον καλαίσθητο διάκοσμο της όπερας του Σίδνεϋ με τα ελληνικά χρώματα, όπως και το άγαλμα του Ιησού στο Ρίο ντε Τζανέιρο. Παρακολουθώντας σε ζωντανή σύνδεση τη στιγμή που ο πύργος του Άιφελ καμάρωνε στα γαλανόλευκα, όπως και τόσα άλλα εμβληματικά κτήρια σε όλο τον κόσμο. Η καρδιά της Ελλάδας κτύπησε σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Και πώς, αλήθεια, να μη ριγήσεις συναισθηματικά όταν ακούς τον εκπληκτικό τενόρο μαζί με τη χορωδία και την ορχήστρα της πάλαι ποτέ φιλαρμονικής του κόκκινου στρατού στο ασύγκριτο «της δικαιοσύνης, ήλιε, νοητέ» του αξεπέραστου Μίκη;

Δεν μου διαφεύγει πως αποτελεί διπλωματική ρουτίνα να ακούς λόγια, τις περισσότερες φορές χωρίς αντίκρισμα, σε επετειακά μηνύματα. Δεν είναι, όμως, και άνευ σημασίας το γεγονός ότι ο νυν πλανητάρχης έστειλε ένα ιδιαίτερα θερμό μήνυμα στην Ελλάδα, ένα δεύτερο θερμότερο στην ελληνική ομογένεια της Αμερικής και την ίδια μέρα συνομίλησε για τριάντα λεπτά με τον Έλληνα Πρωθυπουργό, προσκαλώντας τον, μάλιστα, να επισκεφθεί εντός του έτους τον Λευκό Οίκο. Κι αυτό όταν κάποιοι άλλοι δεν έχουν ακόμη λάβει το τυπικό, έστω, τηλεφώνημα, που εβδομάδες τώρα περιμένουν. Ξεπερνώντας τα τυπικά και εκφέροντας μία-μία τονισμένες τις λέξεις (θυμίζοντας το ιστορικό read my lips του Ρόναλντ Ρέιγκαν), διακήρυξε ότι «οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις δεν θα είναι ποτέ τόσο ισχυρές όσο επί δικής μου προεδρίας». Δεν είναι, βέβαια, η ώρα να χτυπήσουμε αφελώς καμπάνες, αλλά ούτε και να το περάσουμε στο ντούκου. Όπως έχει επίσης τη σημασία του και το μήνυμα του Γάλλου Προέδρου, ο οποίος διακήρυξε στα Ελληνικά «η δική σας ελευθερία είναι η δική μας», και του πρίγκιπα Καρόλου ο οποίος είπε «ένα κομμάτι της ουσίας της Ελλάδας βρίσκεται μέσα σε όλους μας». Και ναι, ένιωσα ικανοποίηση παρακολουθώντας την πληθώρα των εκδηλώσεων στην ίδια την Ελλάδα, να χαρακτηρίζονται από σεμνότητα, καλαισθησία, πνευματικότητα και μέτρο, όλες να εκπέμπουν, επιτέλους, ένα αίσθημα αυτοπεποίθησης και σιγουριάς. Σε μια εποχή που Κύπρος και Ελλάδα απειλούνται ευθέως και απροκάλυπτα, στην εποχή των υβριδικών πολέμων, όλα έχουν τη σημασία τους, πέρα από φτηνούς πατριωτισμούς και φανατισμούς. Αλλά και πέρα από μηδενισμούς και τάση ισοπέδωσης. Πέρα από αυτομαστιγώσεις και αυτοκαταδίκες.

Παράλληλα, την ίδια μέρα, Ελλάδα και μικρή Κύπρος, ούσες μόνιμα μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατόρθωσαν να διαφοροποιήσουν σε ικανοποιητικό βαθμό τη δήλωση συμπερασμάτων του Συμβουλίου αναφορικά με την Τουρκία. Είναι αυτός λόγος για πανηγυρισμούς; Όχι, ασφαλώς. Λόγος για πραγματικό πανηγυρισμό θα είναι μόνο όταν τερματιστεί η κατοχή, φύγουν τα τουρκικά στρατεύματα και επανενωθεί η πατρίδα μας. Γνωρίζοντας, όμως, τις ισορροπίες διαπλεκομένων συμφερόντων, την πάγια πολιτική συμβιβασμών που ακολουθεί η Ένωση στη λήψη αποφάσεων, το μέγεθος και το μέτρο του καθενός, δεν μπορούμε παρά να της προσδώσουμε την αξία που της αρμόζει και σίγουρα όχι να απαξιώνουμε και να μηδενίζουμε το αποτέλεσμα, προκειμένου να εμφανιστούμε δικαιωμένοι για τις θέσεις μας. Υποτιμούμε, δυστυχώς, συχνά όσα θετικά μας αφορούν, σκορπώντας στην κοινωνία απογοήτευση, φόβο και μιζέρια, ενώ τείνουμε να υπερεκτιμούμε όσα αναφέρονται στην Τουρκία, δημιουργώντας την εικόνα του πανίσχυρου που τα πετυχαίνει όλα. Μέτρον άριστον, μας δίδαξε ο σοφός Κλεόβουλος, κι εμείς το ξεχνάμε. Ας μπούμε για λίγο στα παπούτσια, κατά το κοινώς λεγόμενο, της Τουρκίας. Πώς, άραγε, τα βλέπει όλα αυτά από τη δική της πλευρά; Μια χώρα τεράστια και ισχυρή, με στρατηγική θέση, με ικανότατη διπλωματία, να βλέπει τη μικρή Κύπρο που δεν αναγνωρίζει ως κράτος, με πληθυσμό όσο μια γειτονιά της Κωνσταντινούπολης, να είναι πλήρες μέλος της Ευρώπης και να κατορθώνει να διαφοροποιεί αποφάσεις που την αφορούν, να συμμετέχει ισότιμα στα ευρωπαϊκά σαλόνια, την ώρα που εκείνη παρουσιάζεται επαίτης στον προθάλαμό τους. Μαζί της κι η Ελλάδα, μια δημοκρατική χώρα, πυλώνας σταθερότητας στην περιοχή της, με διεθνείς συμμαχίες, την ώρα που η ίδια θεωρείται ταραξίας και αποσταθεροποιητικός παράγοντας, με προβληματικό καθεστώς σε ό,τι αφορά στη δικαιοσύνη και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Μια χώρα βαθιά διχασμένη, με έναν αυταρχικό ηγέτη, μεγαλομανή και άρπαγα, που την οδήγησε στη διεθνή απομόνωση και σε επικίνδυνα μονοπάτια. Ένας δικτάτορας είναι ο Ερντογάν, ο οποίος νομοτελειακά, αργά ή γρήγορα, θα έχει, πιστεύω, τη μοίρα όλων των δικτατόρων. Εμφανίζεται να υπαγορεύει σε  όλους τους όρους του, αλλά ανακρούει πρύμναν μπροστά στα δύσκολα. Ισχυρός μεν, όχι άτρωτος κι ανίκητος δε. Γι’ αυτό ας βάλουμε στη ζωή και στις σκέψεις μας το σοφό ελληνικό μέτρο και τον ορθολογισμό, αφήνοντας στην άκρη τη μιζέρια και τη μεμψιμοιρία. Ας είναι κι αυτό άλλο ένα θετικό μήνυμα από τα 200 χρόνια της ελληνικής παλιγγενεσίας.

*Δημοσιογράφος

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.