Μια καλή συγκυρία για την Κύπρο που απέδωσε αποτέλεσμα: Η δύναμη των επιχειρημάτων και της επιμονής.

Ο Υπουργός Εξωτερικών της Κύπρου Νίκος Χριστοδουλίδης με τον Υπουργό Εξωτερικών της Ελληνικής Δημοκρατίας Γιώργο Κατρούγκαλο. ΚΥΠΕ

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΕΝΤΑ

Στην ΕΕ υπάρχει μια ρουτίνα στον τρόπο λήψεως αποφάσεων. Ακόμη και των πιο κρίσιμων. Η διαδικασία της διαπραγμάτευσης αναδεικνύει κάθε φορά νέες δυνατότητες και προοπτικές που δεν μπορούν να εκτιμηθούν εκ προοιμίου.

Δυνατότητες που προκύπτουν μέσα από την επιμονή των κρατών μελών να υπερασπιστούν τα συμφέροντά τους. Στη χθεσινή συνεδρία του Συμβουλίου Γενικών Υποθέσεων (18/6), η πολιτική διαπραγμάτευση κατάφερε να υπερβεί κατά πολύ το αποτέλεσμα της θεσμικής διαπραγμάτευσης που προηγήθηκε. Η απόφαση για θεσμοθέτηση συγκροτημένης διαδικασίας επιβολής μέτρων κατά της Τουρκίας δεν ήταν ανάμεσα στις πιθανές επιλογές που τέθηκαν σε θεσμικό επίπεδο, ακόμη και αργά το απόγευμα της 17ης Ιουνίου.

  • Δέκα μέρες προηγουμένως, όταν είχε κυκλοφορήσει και άρχισε να συζητείται το προσχέδιο των Συμπερασμάτων, τα δεδομένα ήταν πολύ αρνητικά για την υπόθεση της Κύπρου. Υπήρχε σθεναρή αντίδραση στην προοπτική λήψης αποφάσεως για επιβολή μέτρων κατά της Τουρκίας. Το μέγιστο όφελος θα ήταν μια δέσμευση της ΕΕ για αντίδραση. Η Λευκωσία βρέθηκε σε μια δύσκολη στιγμή. Θα έπρεπε να διαχειριστεί μια ενδεχόμενη απόφαση χωρίς πρόνοιες για κυρώσεις.

Κυβερνητικοί κύκλοι άρχισαν να δίνουν μηνύματα αποδοχής μιας μέτριας απόφασης. Από το Προεδρικό μεταφέρθηκε μια ζοφερή εικόνα της κατάστασης. Επινοήθηκε η κατάσταση της μετάβασης στην Επιτροπή, δηλαδή η περίοδος αλλαγής των μελών της Επιτροπής και του ίδιου του Προέδρου της, προκειμένου να δοθεί μια «εξήγηση» για μια απόφαση χωρίς πρόνοια για κυρώσεις. Σημαίνοντα στελέχη της Κυβέρνησης Αναστασιάδη τήρησαν μια μάλλον μοιρολατρική στάση. Όταν σχολίαζαν τα ενδεχόμενα, η θέση που εξέφραζαν ήταν ότι «δεν πρέπει να περιμένουμε κάτι ουσιαστικό από το Συμβούλιο σε σχέση με τα μέτρα.

Η απόφαση θα ληφθεί εν τέλει σε επίπεδο Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. Θα δούμε». Ακόμη και η προοπτική αναβολής της απόφασης σε επίπεδο Συμβουλίου Γενικών Υποθέσεων ήταν ένα ενδεχόμενο που είχε συζητηθεί αρκετά. Η αρνητική στάση, κυρίως της Γερμανίας (και κάπως της Γαλλίας) σε σχέση με την προοπτική έναρξης ενταξιακών διαπραγματεύσεων από την Αλβανία και την Βόρεια Μακεδονία, ήταν μια κάποια λύση. Ακόμη και το «κενό εξουσίας» στη Βρετανία θεωρήθηκε ως στοιχείο που θα συνέτεινε σε μια ίσως καλύτερη απόφαση στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο.

Για πολλές μέρες, στελέχη της Κυβέρνησης φαίνονταν να ενδιαφέρονταν περισσότερο για τη διαχείριση μιας ενδεχόμενης απόφασης χωρίς κυρώσεις. Αρκετά δημοσιεύματα και ρεπορτάζ που αναφέρθηκαν σε αυτό το ενδεχόμενο δεν ήταν φυσικά δημιούργημα της φαντασίας των δημοσιογράφων, αλλά πληροφορίες που τους δίνονταν. Το κατά πόσο έκριναν ορθά να μεταδίδουν ενδεχόμενα ως βεβαιότητες, αυτό θα πρέπει να κριθεί από τους αναγνώστες, τους ακροατές και τους τηλεθεατές. Υπήρξε όμως και μια μεγάλη μερίδα δημοσιευμάτων και αναλύσεων (που ευτυχώς ακούστηκαν περισσότερο) με διαρκείς αναφορές στην ανάγκη για επιβολή μέτρων και μη ικανοποίησης από άλλα αποτελέσματα.

Σε διπλωματικό επίπεδο, η προσπάθεια συνεχίστηκε. Σε εκείνο το επίπεδο δεν τελειώνει τίποτα και ποτέ. Όχι για όλους, είναι αλήθεια. Μετρούν όμως πάντοτε εκείνοι που συνεχίζουν να εργάζονται και να αναζητούν διεξόδους. Κατά την εβδομάδα που προηγήθηκε του Συμβουλίου (9-15 Ιουνίου) δεν υπήρξε πρόοδος. Σε κάποια στιγμή υπήρξε τόσο μεγάλη απογοήτευση, η οποία οδήγησε σε δύο διαμετρικά αντίθετες αντιδράσεις.

Από τη μια εκφράστηκε η άποψη ότι «πρέπει να είμαστε ικανοποιημένοι από μια απόφαση η οποία θα δηλώνει ετοιμότητα για αντίδραση». Από την άλλη, εκφράστηκε η άποψη ότι «δεν πρέπει να ρισκάρουμε τόσο πολύ, να επιμένουμε για μέτρα και στο τέλος να φάμε τα μούτρα μας. Ποιος θα ελέγξει την Τουρκία μετά;» Οι δύο αυτές εκτιμήσεις γεφυρώνονται από το συναίσθημα του φόβου. Φόβος, ο οποίος στοίχειωσε πολλές φορές την εξωτερική πολιτική της Κυπριακής Δημοκρατίας και τις αποφάσεις που λαμβάνονται.

Υπήρχαν όμως και οι αποφασισμένοι. Εκείνοι που πιστεύουν στη δύναμη των επιχειρημάτων και τη δυνατότητα της πειθούς. Εκείνοι που πιστεύουν στις δυνατότητες της διαπραγμάτευσης, πολιτικής και διπλωματικής. Έγινε σοβαρή και πολλή δουλειά σε υπηρεσιακό επίπεδο. Έγινε πολύ καλή προετοιμασία. Όπως επίσης καλή δουλειά έγινε και σε επίπεδο δημόσιας διπλωματίας. Έπρεπε να πείσουμε πρώτα απ’ όλους τους εαυτούς μας για την ακριβή εικόνα της κατάστασης: Η Τουρκία έχει εισβάλει στην ΑΟΖ μας, επιδιώκει νέα τετελεσμένα, πρέπει να αντισταθούμε, πρέπει να διεκδικήσουμε αντίδραση από την ΕΕ.

  • Η Δευτέρα 17η Ιουνίου ήταν μια μουδιασμένη μέρα. Στο περιθώριο του Συμβουλίου Εξωτερικών Υποθέσεων δόθηκαν τα ίδια μηνύματα: «είναι αδύνατο να υπάρξει απόφαση για μέτρα». Οι πιέσεις έφτανα στα όρια του πολιτικού και διπλωματικού μπούλιγκ. Όπως επίσης και σε επίπεδο COREPER (δηλαδή σε επίπεδο συνόδου Μονίμων Αντιπροσώπων), τα μηνύματα παρέμεναν το ίδιο αρνητικά. Η μέρα έκλεισε με κάποιες φραστικές βελτιώσεις στο προσχέδιο των Συμπερασμάτων. Μέτρα όμως δεν θα λαμβάνονταν.
  • Η 18η Ιουνίου ξεκίνησε χωρίς πολύ μεγάλες προσδοκίες και αισιοδοξία. Τα πράγματα πια ήταν πολύ οριακά. Κάποιοι όμως συνέχισαν να πιστεύουν. Υπήρχε χρόνος για να υπάρξει διεκδίκηση και επιμονή σε καλύτερο αποτέλεσμα. Όπως είπε κάποτε ένας Ελβετός διπλωμάτης “it’s always too early before it’s too late”. Και όντως έτσι έχουν τα πράγματα: Προτού κλείσει η διαπραγμάτευση δεν υπάρχει ποτέ τελικό αποτέλεσμα. Πάντοτε υπάρχει χρόνος για κάτι διαφορετικό.

Λεπτομέρειες για το τι ακριβώς έγινε όλο αυτό το διάστημα θα μάθουμε μόνο όταν μιλήσουν οι πρωταγωνιστές ή δώσουν πληροφορίες για δημοσίευση. Συνήθως, σε τέτοιες στιγμές επικρατεί μια δόση υπερβολής, πολλοί μύθοι, συγκρουόμενες αφηγήσεις γεγονότων. Η κούραση και η πίεση σμίγει τη φαντασία με την πραγματικότητα. Παραμένει όμως η ουσία. Και η ουσία είναι ότι η πολιτική διαπραγμάτευση απέδωσε. Απέδωσε μια απόφαση η οποία δίνει δυνατότητες για επιβολή μέτρων κατά της Τουρκίας.

  • Το Συμβούλιο Γενικών Υποθέσεων καλεί την Επιτροπή και την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης να προτείνουν επιλογές για τα κατάλληλα μέτρα αντίδρασης, χωρίς καθυστέρηση. Αυτή είναι η ουσία της απόφασης της 18ης Ιουνίου.

Είναι αλήθεια ότι στο αποτέλεσμα συνέβαλε και η συγκυρία. Υπάρχει πολύ μεγάλη ανησυχία και προβληματισμός στην Ευρώπη για την Τουρκία. Η διάθεση είναι αρνητική και η πρόθεση είναι να σταλθούν ισχυρά μηνύματα. Όπως επίσης, η συνεχής κλιμάκωση των ενεργειών της Τουρκίας στην ΑΟΖ την Κυπριακής Δημοκρατίας βοήθησε τους Ευρωπαίους να καταλάβουν τι έπρεπε να κάνουν. Το Reuter μετέδωσε ότι ο κύπριος ΥΠΕΞ ανέσυρε το δικαίωμα αρνησικυρίας προκειμένου να πείσει τους συνομιλητές τους, να τους βοηθήσει να συνέλθουν και να δουν την κατάσταση ως έχει, να καταλάβουν πόσο κρίσιμα είναι τα πράγματα.

Ήταν όντως μια στιγμή, η σωστή στιγμή κατά την οποία ένα μικρό κράτος θα έπρεπε να κάνει κάτι για να υπάρξει συνειδητοποίηση της κατάστασης. Δεν υπήρξε «απειλή» για βέτο, αλλά υπόδειξη ότι το κείμενο δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτό ως είχε, χωρίς αναφορά σε μέτρα. Αυτό ήταν ενδεχομένως ένα «τακτικό βέτο» που έπρεπε να ασκηθεί. Μαζί με όλα τ’ άλλα έπαιξε κι αυτό τον ρόλο του. Ήταν στον σωστό χρόνο.

  • Η πολιτική πίεση και το εσωτερικό σκηνικό στη Λευκωσία λήφθηκε επίσης υπόψη. Στην Ευρώπη, οι πολιτικοί καταλαβαίνουν ότι το δημόσιο ακροατήριο έχει προσδοκίες από την Ένωση. Ήταν μια στιγμή όπου οι προσδοκίες των Κυπρίων ήταν απόλυτα λογικές και υπήρχε διάθεση να γίνει κάτι γι’ αυτό.

Εν τέλει, είναι ευτύχημα που το ζήτημα δεν παραπέμφθηκε στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο για απόφαση. Η πολιτική διαπραγμάτευση αντανακλά σίγουρα τις θεσμικές δυνατότητες και την προετοιμασία των κρατών, αλλά καθορίζεται και από τις δυνατότητες και την εικόνα που εκπέμπουν τα άτομα που εκπροσωπούν τα κράτη. Όπως λέει και ο σοφός λαός, στη βράση κολλάει το σίδερο. Η κατάλληλη θερμοκρασία δημιουργήθηκε την 18η Ιουνίου και εκεί έπρεπε να υπάρξει αποτέλεσμα. Στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ενδεχομένως η ατμόσφαιρα να ήταν κρύα και αποτέλεσμα να μην υπήρχε. Υπάρχουν παραδείγματα του παρελθόντος που θα θέλαμε ίσως να ξεχάσουμε. Όμως αύριο και μεθαύριο, 20η και 21η Ιουνίου, θα μεταφερθεί στις Βρυξέλλες η ήδη θερμότατη ατμόσφαιρα από το Λουξεμβούργο.

Η συνέχεια θα είναι το ίδιο δύσκολη, ίσως ακόμη πιο δύσκολη. Σίγουρα το μάθημα δόθηκε και δόθηκε σε πολλούς. Σε αυτούς που πιστεύουν ότι η Κυπριακή Δημοκρατία πρέπει να έχει καλύτερη τύχη, αλλά κυρίως σε αυτούς που πιστεύουν ότι η Κυπριακή Δημοκρατία πρέπει να προσαρμοστεί στο άρμα και τα συμφέροντα της Τουρκίας.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *