Μίκης Θεοδωράκης, ο Έλληνας

Του ΔΡ ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ ΑΒΡΑΑΜΙΔΗΣ

Αποχαιρετούμε τη μεγάλη αυτή μορφή. Υποκλινόμαστε μπροστά στο έργο του. Θυμόμαστε τους ήχους της μουσικής του, να δονούν την τυμπανική μεμβράνη και την ψυχή μας, όταν μικρά παιδιά παίζαμε στις αλάνες -που τότε υπήρχαν ακόμα- εκείνα τα καυτά καλοκαίρια της αθωότητας. Μιας αθωότητας που εκφράζανε και συνόδευαν τα υμνητικά της ζωής τραγούδια του, όπως το γάργαρο σαν τρεχούμενο νερό «Μαργαρίτα – Μαργαρώ», όπως ο Ζορμπάς και άλλα γεμάτα ηλιοφάνεια λαϊκά τραγούδια. Ύστερα, στην εφηβεία και στη νεότητά μας γνωρίσαμε μέσα από τη μουσική του τον ευγενή θρήνο και τη τραγικότητα της ζωής – «Γιε μου σπλάχνο των σπλάχνων μου» – , την αξιοπρέπεια στη λύπη, τον πόνο και την αγωνία των κατατρεγμένων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης – «μην είδατε την αγάπη μου;» –  τα ορμητικά και ανυπότακτα τραγούδια της αντίστασης και της Ελευθερίας, τα Πάθη και το Δοξαστικό του «Άξιον Εστί» του Οδυσσέα Ελύτη. Είναι εντυπωσιακό το πώς έδεσαν στο ανεπανάληπτο αυτό λαϊκό ορατόριο, η δύναμη, η μεγαλοπρέπεια και η φωτεινότητα που χαρακτηρίζουν το έργο των δύο μεγάλων αυτών Ελλήνων. Όλα αυτά συνόδευσαν την ενηλικίωση των ανθρώπων της γενιάς μου, μέσα από τις τραυματικές εμπειρίες του νησιού μας, την προδοσία του πραξικοπήματος και τη βαρβαρότητα της τουρκικής εισβολής.

Είμαι ευτυχής που γεννήθηκα σε μια περίοδο και μια χώρα, όπου ακουγόταν η μουσική του. Η μουσική του Θεοδωράκη, οδήγησε (μαζί με άλλους παράγοντες) στην επιφάνεια της Συνείδησης πολλών Ελλήνων, στοιχεία του εσωτερικού μας εαυτού, του καλού μας εαυτού, που δύσκολα θα εκφράζονταν, χωρίς την επικότητα, τη δύναμη, το βάθος της μουσικής του, αλλά και χωρίς την ευγένεια και την τρυφερότητά της. Οι ήχοι της άχρονης μουσικής του καταγράφηκαν στο συλλογικό ασυνείδητο των Ελλήνων, δονούνται στην ατμόσφαιρα της χώρας, καθορίζοντας πολλές από τις αντιδράσεις του ελληνικού λαού. Η επίδραση της μουσικής του έγινε αυτόματα κατά ένα μεγάλο βαθμό, χωρίς δηλαδή να τύχει νοητικής επεξεργασίας από το λαό, αλλά υπήρξε μεγάλη και παιδαγωγική. Μια επίδραση που έγινε απείρως ισχυρότερη από την ποίηση, που σαν περήφανο άτι, μετέφερε στη ράχη της η μουσική του Μίκη στα σπίτια των Ελλήνων, επηρεάζοντας βαθιά τον ψυχισμό τους μέσω αρχέγονων ακουσμάτων. Οι στίχοι του Ελύτη, του Σεφέρη, του Ρίτσου και άλλων μεγάλων ποιητών, μπήκαν μελοποιημένοι στο στόμα του καθενός. Ακούγονταν στις σκαλωσιές των οικοδομών, τραγουδήθηκαν από τις εργάτριες στα υφαντουργεία, από τους αγρότες την ώρα του θερισμού και του τρύγου, τις νοικοκυρές την ώρα που μαγείρευαν, στους προσφυγικούς καταυλισμούς. Δεν υπάρχει, μου φαίνεται, προηγούμενο στην ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού, μιας τέτοιας μαζικοποίησης των υψηλότερων εκφράσεων της πνευματικής δημιουργίας μιας χώρας. Ήταν μια συνειδητή πολιτιστική επανάσταση που ανέλαβε ο Μίκης Θεοδωράκης και της έμεινε για πάντα πιστός, παρά τις αντιξοότητες. Ναι, η μουσική του Μίκη δεν επηρέασε μόνο τους νεότερους συνθέτες και συνεπώς τη μουσική της Ελλάδας, αλλά είχε και μια εξευγενίζουσα  επίδραση στην ψυχή των Ελλήνων, επίδραση της οποίας το εύρος -όπως συμβαίνει με όλα τα άυλα μεγέθη- δεν μπορεί να αξιολογηθεί με ακρίβεια.

Ο Μίκης Θεοδωράκης ενσάρκωνε την ωραία, τη φωτεινή, τη δυνατή Ελλάδα, την Ελλάδα που αντιστέκεται στο άδικο -αντί να το εκλογικεύει- την Ελλάδα που δεν γονατίζει. Ήταν ο Μαχάτμα, η μεγάλη ψυχή της Ελλάδας. Υπήρξε μια σπάνια περίπτωση πνευματικού ανθρώπου, που κατέγραψε τόσο άμεσα τις ιδέες του στη ζωή. Δεν ύμνησε απλώς την Ελευθερία, αλλά την έζησε, δεν στήριξε απλώς τους λαϊκούς αγώνες, αλλά συμμετείχε σ’ αυτούς, πληρώνοντας βαρύτατο τίμημα. Χωρίς εξαρτήσεις ή ιδεολογικά κλισέ. Ήταν υπερασπιστής των ιδεών της Αριστεράς, που είναι πια ορφανές, όχι «αριστερός» υπηρέτης της Νέας Τάξης Πραγμάτων. Σύρθηκε στα ξερονήσια, βασανίστηκε, υπέστη εικονικές εκτελέσεις, υπέφερε όσο λίγοι θνητοί, επειδή αρνιόταν να παραβιάσει αρχές και αξίες, όταν κάποιοι άλλοι τις αλλάζουν σαν πουκάμισα. Υπερασπίστηκε την εθνική ανεξαρτησία στην Ελλάδα και την Κύπρο ενάντια στα κομματικά κατεστημένα, χωρίς να νοιάζεται αν θα τον πουν εθνικιστή κάποιοι καλοθελητές. Ήξερε ότι χωρίς εθνική ανεξαρτησία δεν υπάρχει λαϊκή κυριαρχία και συνεπώς ελευθερία. Αυθεντικός και ανιδιοτελής, αρνήθηκε να δει τον κόσμο με τους φακούς του προσωπικού συμφέροντος. Δεν άλλαξε τις ιδέες του για να γίνει αρεστός και να έχει μια εύκολη ζωή. Ακόμα κι όταν, μετά την κινηματογραφική  επιτυχία του Ζορμπά, του πρότειναν να κάνει μια πλούσια καριέρα στο Χόλιγουντ, αυτός αρνήθηκε. Τι νόημα θα είχε μια ζωή στα σαλόνια της Αμερικής, όταν στην αγαπημένη του πατρίδα, ο λαός αγωνίζεται για ανεξαρτησία και ελευθερία; Ο Μίκης θυσίαζε τα υλικά «κέρδη» για το πνευματικό χρέος. Δύσκολα θα μπορέσουμε να τον τιμήσουμε όσο του αξίζει.

Είμαι σίγουρος ότι η ψυχή του θα συνεχίσει να αναζητεί τη Συμπαντική Αρμονία για την οποία τόσο συχνά μιλούσε και ότι θα συνεχίσει να ακτινοβολεί μουσική.

Άξια Εστί, Μίκη Θεοδωράκη, η πλήρης ζωή που έζησες.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *