Μόνιμοι παθητικοί θεατές της απραξίας: Η ελλαδική ελίτ και τα δόγματα που την κυνηγούν διαχρονικά

Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης συνομιλεί με τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας Νίκο Αναστασιάδη στη Σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στις Βρυξέλλες. Copyright: European Union

Του ΚΩΣΤΑ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ
Το δόγμα «η Κύπρος κείται μακράν», το είχε πει ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, τον Αύγουστο του 1974, ανακεφαλαιώνοντας εν πολλοίς τη στάση της Αθήνας έναντι των όσων διαδραματίζονταν στην Κύπρο, με την εισβολή της Τουρκίας και την προέλαση του Αττίλα στο νησί. Η Ελλάδα δεν μπορούσε -όπως αναφέρθηκε- να βοηθήσει την Κύπρο και το «είστε μόνοι σας», εξέφραζε μια πραγματικότητα. Πριν από τη Διάσκεψη της Γενεύης ο Γλαύκος Κληρίδης και η κυπριακή αντιπροσωπεία στάθμευσαν στην Αθήνα. Ο Κληρίδης ζήτησε την ελλαδική βοήθεια καθώς, όπως εξήγησε, στη Γενεύη θα του ζητούσαν να υπογράψει γεωγραφική ομοσπονδία διαφορετικά η Τουρκία θα προέλαυνε. Με άδεια χέρια πήγε στη Γενεύη η κυπριακή αντιπροσωπεία, όπου όντως πιέστηκε αφόρητα για να αποδεχθεί γεωγραφική ομοσπονδία. Ζήτησε 36 ώρες για να συζητήσει το θέμα με τον Μακάριο και τον Καραμανλή. Επιστρέφοντας στην Κύπρο, μέσω Αθηνών, είδε ξανά τον Καραμανλή, ο οποίος του εξήγησε πως η Ελλάδα δεν είχε τη δυνατότητα να βοηθήσει (μαρτυρία Πόλυ Πολυβίου στο ΡΙΚ). Η συνέχεια είναι γνωστή.
Το δόγμα Καραμανλή ίσχυσε και στη συνέχεια, επί διακυβερνήσεων, κυρίως, της Νέας Δημοκρατίας, σε ό,τι αφορούσε την Κύπρο και στις όποιες κινήσεις γινόντουσαν από μέρους της κατοχικής Τουρκίας. Στα χρόνια που πέρασαν, ο Ανδρέας Παπανδρέου, για παράδειγμα, επιχείρησε να λειτουργήσει το δόγμα του ενιαίου αμυντικού χώρου. Δεν δοκιμάσθηκε για να κριθεί, οι μόνες επιδόσεις ήταν οι αγορές στρατιωτικού εξοπλισμού. Ο Ανδρέας ανέτρεψε και το δόγμα «η Κύπρος αποφασίζει και η Ελλάδα συμπαρίσταται», με τη «συναπόφαση».
Επί Σημίτη, έγιναν τα γνωστά με το φιάσκο των S-300 και το «σπασμένο τηλέφωνο» στην κρίση των Ιμίων. Η Λευκωσία καλούσε Αθήνα στην κόκκινη γραμμή και κανείς δεν απαντούσε στην ελληνική πρωτεύουσα. Επί Σημίτη υπήρξε εμμονή για μια λύση του Κυπριακού, που προσφερόταν, αλλά δεν θα έλυνε το πρόβλημα, θα το διαιώνιζε. Λεπτομέρειες για τους κοσμοπολίτες των Αθηνών εάν δεν λειτουργούσε (όπως η Ζυρίχη) η συμφωνία. Στο Σημίτη, πάντως, πιστώνεται- λόγω βασικά Γιάννου Κρανιδιώτη- η ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε.  Το Κυπριακό, πάντως, μπήκε στο σωστό κάδρο, της εισβολής και συνεχιζόμενης κατοχής, με την πρώτη ολοκληρωμένη πρόταση για το κεφάλαιο της Ασφάλειας επί υπουργίας Νίκου Κοτζιά, στη διακυβέρνηση Τσίπρα. Αυτό πιστώνεται αποκλειστικά στον Κοτζιά, που παρά τις αντιδράσεις (και από κάποιους -γνωστούς- στην Κύπρο), προώθησε μια πολιτική που θεωρείται κεκτημένο.
Τα δόγματα υπάρχουν για να ανατρέπονται. Σε μια περίοδο ανακατανομής ισχύος στην ευρύτερη περιοχή, όπου ο ανταγωνισμός έχει αυξηθεί σημαντικά, η Ελλάδα θα μπορούσε να ήταν παρούσα, ανεξαρτήτως των αδελφικών σχέσεων με την Κύπρο. Όχι μόνο με τις τριμερείς συνεργασίες, αλλά με πιο ενεργή παρουσία. Εδώ τρίτες χώρες προσπαθούν να αξιοποιήσουν με κάθε τρόπο τη γεωπολιτική υπεραξία της Κύπρου και η Αθήνα κρατά το… μέτρο για να αποφανθεί για την… απόσταση, τη γεωγραφία και συντηρώντας το «η Κύπρος κείται μακράν». Θεωρούν κάποιοι στην Αθήνα πως κρατώντας αποστάσεις θα γλυτώσουν από την επεκτατική πολιτική της Τουρκίας. Αυτό είναι μια ψευδαίσθηση, που φθάνει στα όρια της πολιτικής αφέλειας. Η Τουρκία αντιμετωπίζει ενιαία τον Ελληνισμό και έτσι θα πρέπει Αθήνα και Λευκωσία να διαχειρίζονται τον τουρκικό επεκτατισμό. Όπως ανέφερε σε άρθρο του ( Liberal.gr) ο Νίκος Μελέτης, «τον  τελευταίο αιώνα ο Ελληνισμός βίωσε την παρακμή και εγκατάλειψη παραδοσιακών κέντρων. Μια ματιά στη Μικρά Ασία στην Κωνσταντινούπολη, στην Αλεξάνδρεια, στα Βαλκάνια, στη Μαύρη Θάλασσα δίνει την εικόνα. Η Κύπρος δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι η επόμενη εικόνα σε αυτό το «άλμπουμ» της εθνικής συρρίκνωσης, εκεί που η Ελλάδα χάνει διαρκώς ζωτικό χώρο. Για να παραφράσουμε τον κ. Νταβούτογλου: Ακόμη κι αν δεν υπήρχε κυπριακός ελληνισμός, η Ελλάδα θα έπρεπε να τον εφεύρει».
Στη διαμόρφωση μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής και ειδικά στην εποχή μας, οι γεωγραφικές αποστάσεις μόνο ως δικαιολογία φαντάζουν. Όλα είναι θέμα πολιτικής βούλησης και ύπαρξης ή μη μιας στρατηγικής.  Άλλωστε η Κύπρος δεν απέχει πολύ από το Καστελόριζο, τη Ρόδο. Ιδιαίτερα τώρα, που η Τουρκία μπήκε ξανά στο κάδρο λόγω αφγανικού,  επιβάλλεται η διαμόρφωση μιας συνολικής πολιτικής. Η επιλογή είναι μεταξύ των μονίμων θεατών της απραξίας ή της ενεργούς συμμετοχής, στον βαθμό που τα μεγέθη των χωρών μας το επιτρέπουν, αξιοποιώντας πάντα τη σημασία της γεωγραφίας και τη γεωστρατηγική υπεραξία τους.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *