Μπάιντεν-Ερντογάν: Δεν θέλουν ρήξη, έδωσαν χρόνο μήπως τα βρουν

Tου ΣΤΑΥΡΟΥ ΛΥΓΕΡΟΥ

Όπως αναμενόταν, η συνάντηση Μπάιντεν-Ερντογάν σηματοδότησε την έναρξη ενός νέου κύκλου αμερικανοτουρκικών διαπραγματεύσεων. Μπορεί τελικώς η Τουρκία να αποκλείσθηκε (επί προεδρίας Τραμπ) από το πρόγραμμα των μαχητικών F-35, μπορεί ο νέος Αμερικανός πρόεδρος να αναγνώρισε την Αρμενική Γενοκτονία και να υιοθέτησε αυστηρή ρητορική έναντι του καθεστώτος Ερντογάν, αλλά είναι γεγονός ότι και η Ουάσινγκτον και η Άγκυρα έψαχναν τρόπο να αποφύγουν τη ρήξη.

Η μεν Ουάσινγκτον δεν θέλει να χάσει την Τουρκία, όπως έχασε πριν 40 χρόνια το Ιράν. Γι’ αυτό και ενώ είναι εχθρική προς τον Ερντογάν δεν τραβάει το σκοινί για να μην το σπάσει. Είναι προφανές πως αντιμετωπίζει το νεοσουλτάνο σαν μεγάλη ενοχλητική παρένθεση, η οποία, όμως, κάποια στιγμή –με τον έναν ή τον άλλο τρόπο– θα κλείσει. Οι Αμερικανοί πιστεύουν ότι τότε η στρατηγική σχέση τους με την Τουρκία σε γενικές γραμμές θα αποκατασταθεί. Το εάν αυτή η προσδοκία έχει σχέση με την πραγματικότητα είναι άλλο θέμα.

Από την άλλη πλευρά, ο Ερντογάν δεν έχει συμφέρον να προκαλέσει ρήξη. Στρατηγικός στόχος του δεν ήταν ποτέ να αλλάξει στρατόπεδο, από τη Δύση να μεταπηδήσει στην αυλή της Ρωσίας ή της Κίνας. Στόχος του είναι να αναδείξει την Τουρκία σε ηγέτη του μουσουλμανικού κόσμου και –έχοντας πίσω του αυτό το γεωπολιτικό κεφάλαιο– να την μετατρέψει σε αυτόνομο παίκτη μεγάλης κλίμακας. Παίκτης που θα συναλλάσσεται με τις υπερδυνάμεις αν όχι επί ίσοις όροις, τουλάχιστον με αυτονομία, στη βάση αποκλειστικά των τουρκικών συμφερόντων.

Ο νεοσουλτάνος, άλλωστε, δεν βρίσκεται στην πρώτη φάση της στρατηγικής του επιδίωξης. Αυτή την έχει διεκπεραιώσει επιτυχώς. Κυρίως μετά το πραξικόπημα του 2016 κατάφερε με κύμα διώξεων να ξηλώσει όλα τα δυτικά δίκτυα επιρροής στην Τουρκία. Το αποτέλεσμα είναι σήμερα να ελέγχει τους κρατικούς μηχανισμούς, έχοντας οικοδομήσει πλέον καθεστώς, το οποίο έχει ως σημείο αναφορά τον ίδιο και ό,τι ιδεολογικά-πολιτικά αντιπροσωπεύει.

Έχει βάση να πατήσει

Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι εσωτερικά έχει βάση να πατήσει. Το πρόβλημα είναι το εξωτερικό μέτωπο. Όπως διδάσκει η Ιστορία η αυτονόμηση ενός κράτους από ένα γεωπολιτικό στρατόπεδο δεν γίνεται ανεκτή από την ηγετική δύναμη του στρατοπέδου, εν προκειμένω από τις ΗΠΑ. Από την άλλη πλευρά, όμως, η Ουάσινγκτον δεν διαθέτει πλέον αποτελεσματικούς μοχλούς πίεσης του Ερντογάν εντός της Τουρκίας.

Είναι υποχρεωμένη, λοιπόν, να τον πιέσει από έξω. Αυτό ήδη συμβαίνει με την υπονόμευση της τουρκικής λίρας που έχει προκαλέσει οξεία οικονομική κρίση στην Τουρκία. Στην Ουάσινγκτον ελπίζουν πως, σε συνδυασμό με τις άλλες πιέσεις, θα ροκανίσουν την πολιτική-εκλογική επιρροή του Ερντογάν και στις εκλογές του 2023 θα τον ξεφορτωθούν. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα το προηγούμενο διάστημα (επί Τραμπ και επί Μπάιντεν) οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις να μετεωρίζονται μεταξύ κεκαλυμμένης εχθρότητας και μίας τάσης επαναπροσέγγισης. Την μία όψη του νομίσματος την είδαμε με τα πλήγματα που επέφεραν οι ΗΠΑ στην Τουρκία. Την άλλη όψη τη βλέπουμε τώρα με τη συμφωνία Μπάιντεν-Ερντογάν με σκοπό να επιλύσουν τα διμερή προβλήματα.

Η άρνηση του Ερντογάν να υποχωρήσει στο ζήτημα των S-400, στέρησε από την Τουρκία τα F-35, της κόστισε κυρώσεις (όχι εξοντωτικές) και ένα εχθρικό κλίμα σε ολόκληρο το αμερικανικό πολιτικό σύστημα, καθώς και την υπονόμευση της τουρκικής λίρας. Οι S-400 είναι η κορυφή του παγόβουνου κι όχι το ίδιο το παγόβουνο. Το παγόβουνο είναι η στρατηγική επιδίωξη του Ερντογάν να αυτονομήσει την Τουρκία. Ο εναγκαλισμός του με τον Πούτιν ήταν για τους Αμερικανούς “κόκκινο πανί”. Κι ακριβώς γι’ αυτό, εκτός των άλλων, αναγορεύσαν τους S-400 σε ζήτημα-κλειδί, κατά τρόπο που τους δεσμεύει και δεν τους αφήνει διέξοδο αξιοπρεπούς υποχώρησης.

Η ακροβασία Ερντογάν

Για διαφορετικούς λόγους, το ίδιο συμβαίνει με τον Ερντογάν. Όντας πεπεισμένος (όχι αδικαιολόγητα) πως επιχείρησαν να τον ανατρέψουν δεν τους εμπιστεύεται. Και επειδή δεν τους εμπιστεύεται δεν επιστρέφει στο δυτικό “μαντρί”. Η πεποίθησή του πως οι Αμερικανοί τον έχουν προγράψει, τον εξώθησε να εναγκαλισθεί, ως αντίβαρο, τον Πούτιν, παρά τα αντιτιθέμενα συμφέροντα Ρωσίας-Τουρκίας σε Συρία, Λιβύη και όχι μόνο. Η αμοιβαία πλέον κρίση εμπιστοσύνης βαθαίνει το ρήγμα που έχει δημιουργηθεί στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις, αλλά δεν τις οδηγεί σε ρήξη, επειδή ούτε η μία ούτε η άλλη πλευρά την θέλει.

Στην πραγματικότητα, ο Ερντογάν επιδιώκει να ισορροπήσει μεταξύ ΗΠΑ, Ευρώπης, Ρωσίας και εν μέρει Κίνας, προσπαθώντας παραλλήλως –όπως προανέφερα– να αναγορευθεί σε ηγετική μορφή του Ισλάμ. Στο πλαίσιο αυτό και για να “μπετονάρει” το εσωτερικό του μέτωπο και να αποτρέψει την αναβίωση σχέσεων εξάρτησης από τη Δύση, ο Τούρκος πρόεδρος φρόντισε με τη ρητορική του να καλλιεργήσει στην τουρκική κοινή γνώμη (στη “βαθιά Τουρκία”) αισθήματα εχθρικά προς τη Δύση.

Το επέτυχε σε μεγάλο βαθμό, χρησιμοποιώντας ένα ιδεολογικό και ένα πολιτικό όπλο: Το ιδεολογικό είναι η δυναμική προώθηση στο τουρκικό πολιτικό-κοινωνικό προσκήνιο του ισλαμισμού και των αντιδυτικών στερεοτύπων του. Πιο πρόσφατο δείγμα η μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί. Το πολιτικό είναι ότι η Δύση επιδιώκει τον ακρωτηριασμό της Τουρκίας μέσω της ίδρυσης κουρδικού κράτους.

Χωρίς διέξοδο για τους S-400

Σε αντίθεση με το αμερικανικό βαθύ κράτος και την κυβέρνηση Μπάιντεν, ο Τραμπ δεν θεωρούσε έγκλημα καθοσιώσεως την προσέγγιση της Άγκυρας με τη Μόσχα. Χωρίς να παραγνωρίζω άλλους λόγους, η στάση του πρώην προέδρου πήγαζε από τον τρόπο που έβλεπε τις αμερικανορωσικές σχέσεις. Δεν είχε θεωρήσει την αγορά των S-400 “αιτία πολέμου”, κυρίως επειδή έβλεπε τη Ρωσία, ως δυνάμει συνοδοιπόρο των ΗΠΑ στην προσπάθεια ανάσχεσης του κινεζικού “Δράκου”. Το αντιρωσικό κλίμα στο αμερικανικό κατεστημένο, όμως, εμπόδισε τον Τραμπ να κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση.

Έτσι οι S-400 αναγορεύθηκαν σε ζήτημα-κλειδί. Αυτό ισχύει πολύ περισσότερο σήμερα που στον Λευκό Οίκο βρίσκεται ο Μπάιντεν, εμβληματικός εκφραστής των κυρίαρχων αντιρωσικών αντιλήψεων. Η παρατήρηση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, επειδή πιθανότατα θα καθορίσει και την έκβαση των διαπραγματεύσεων, τη διεξαγωγή των οποίων αποφάσισαν οι Μπάιντεν και Ερντογάν στη συνάντησή τους.

Από την άλλη πλευρά, ο Ερντογάν προσφέρει “δώρα” που ξέρει ότι συγκινούν την Ουάσινγκτον. Πρώτον, ότι δεν δίστασε να μπει στο μάτι του Πούτιν αφενός στηρίζοντας τους Τατάρους της Κριμαίας, αφετέρου συνεργαζόμενος στενά με την Ουκρανία και στο στρατιωτικό επίπεδο. Δεύτερον, της “πουλάει” ότι η τουρκική στρατιωτική παρουσία στη Λιβύη εμπόδισε αυτή τη χώρα να διολισθήσει στη ρωσική σφαίρα επιρροής. Τρίτον, ότι η τουρκική στρατιωτική παρουσία στη Συρία εμποδίζει την ολοκληρωτική επικράτηση του καθεστώτος Άσαντ. Τέταρτον, ότι μόνο η Τουρκία μπορεί να διαπραγματευθεί με τους Ταλιμπάν για τον έλεγχο του αεροδρομίου της Καμπούλ και να καλύψει την μάλλον ντροπιαστική αποχώρηση του ΝΑΤΟ από το Αφγανιστάν.

Οι τρεις λόγοι

Η Ουάσινγκτον επισήμως αποδέχεται μόνο οι S-400 να αποθηκευτούν απενεργοποιημένοι, τίποτα λιγότερο. Μπορεί να το αποδεχθεί ο Ερντογάν; Μέχρι τώρα απέκλειε κατηγορηματικά μία τέτοια χωρίς προσχήματα υποχώρηση, θεωρώντας ότι θα του προκαλέσει τριπλή ζημιά:

  • Πρώτον, θα τραυματίσει καίρια το κύρος του εντός και εκτός Τουρκίας με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Και για το νεοοθωμανό “σουλτάνο” συνεπάγεται πάρα πολλά.
  • Δεύτερον, θα προκαλέσει μεγάλο ρήγμα στις σχέσεις του με τον Πούτιν με ό,τι αυτό συνεπάγεται και για τις ισορροπίες στη μεγάλη εικόνα και για τις διευθετήσεις σε Συρία και Λιβύη.
  • Τρίτον, θα “ανοίξει την πόρτα” στους Αμερικανούς, οι οποίοι θα μετατραπούν σε… Τούρκους. Θα αρχίσουν να του βάζουν το μαχαίρι στο λαιμό και για άλλα θέματα, με σκοπό να τον υποχρεώσουν να επιστρέψει στο δυτικό “μαντρί”, αλλά και να αφήσει ελεύθερο το έδαφος για την ανασύσταση των δυτικών δικτύων επιρροής στην Τουρκία. Ο Ερντογάν συνειδητοποιεί ότι στο τέλος της διαδρομής το θύμα θα είναι ο ίδιος.

Οι τρεις παραπάνω λόγοι δεν αφήνουν περιθώρια στον Τούρκο πρόεδρο να υποχωρήσει. Γι’ αυτό θα συνεχίσει τους ελιγμούς, καταθέτοντας συμβιβαστικές προτάσεις για τους S-400 που τουλάχιστον να του επιτρέψουν να λέει ότι δεν υπέκυψε. Από την άλλη πλευρά, είναι πολιτικά πολύ βαρύ για τον Μπάιντεν να υποχωρήσει από την κόκκινη γραμμή και της κυβέρνησης Τραμπ, αποδεχόμενος οτιδήποτε άλλο εκτός από τους S-400 στα “κουτιά” τους.

Η συνάντηση Μπάιντεν-Ερντογάν

«Ειλικρινής και παραγωγική», λοιπόν, η συνάντηση Μπάιντεν-Πούτιν, αλλά –με βάση τις διαθέσιμες πληροφορίες– το μόνο αποτέλεσμά της ήταν η συμφωνία για έναρξη διμερών διαπραγματεύσεων ανά ζήτημα (S-400, Συρία, Λιβύη κλπ). Δεν συμφώνησαν για την ουσία. Με άλλα λόγια, το “ματς πήρε παράταση” και όπως πάντα στη διπλωματία, η συμφωνία για διαπραγματεύσεις ρίχνει τους τόνους, ωθώντας τους πρωταγωνιστές σε αισιόδοξες εκφράσεις, όπως αυτές του Μπάιντεν.

Ο Αμερικανός πρόεδρος, λοιπόν, έφυγε από τη συνάντηση με την ελπίδα ότι ίσως καταφέρει να επαναφέρει την Τουρκία στο δυτικό “μαντρί”. Από την πλευρά του, ο Ερντογάν έφυγε σαν εποικοδομητικός συνομιλητής, με ό,τι θετικό αυτό συνεπάγεται και για τη χαλάρωση της διπλωματικής πίεσης που υφίσταται και για την άμβλυνση του αρνητικού κλίματος που επικρατεί στις Αγορές για την τουρκική οικονομία.

Από τις Βρυξέλλες, όμως, ο Τούρκος πρόεδρος έφυγε και με άλλα κέρδη. Πρώτον, με το γεγονός ότι η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ άφησε στο ράφι τη συμπεριφορά της Τουρκίας, αποφεύγοντας να της κάνει συστάσεις. Κυριαρχούσε η ανάγκη ενότητας της Συμμαχίας εν όψει της μεγάλης αποστολής να ανασχέσει την Κίνα. Δεύτερον, όχι μόνο έριξε γέφυρες στον Μακρόν, αλλά και συμφώνησαν να διαχειριστούν από κοινού τα μέτωπα στη Συρία και στη Λιβύη. Με άλλα λόγια, η Γαλλία, πιστή στη ρεάλ πολιτίκ και προφανώς απογοητευμένη από την Ελλάδα, αποφάσισε να παίξει με τον παίκτη που είναι παρών στο γήπεδο κι όχι με τον θεατή που κοιτάζει από μακριά

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *