Μπάιντεν-Τραμπ αντίπαλοι και το 2024; Οι ενδιάμεσες εκλογές και η συνεχής απειλή για την αμερικανική Δημοκρατία

File photo: Ο πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ. EPA, JIM LO SCALZO,

Του ΠΑΝΙΚΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ

«Αυτό τον Νοέμβριο ο Ντόναλντ Τραμπ αντιμετωπίζει μια υπαρξιακή δοκιμασία» αναφέρθηκε ενδεικτικά σε άρθρο του John Hudak (αναπληρωτή διευθυντή του Κέντρου Αποτελεσματικής Δημόσιας Διοίκησης) στην ιστοσελίδα του «Brooking Institution», αποτυπώνοντας τις διαστάσεις των επικείμενων ενδιάμεσων εκλογών στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Δεν θα είναι μια συνηθισμένη μάχη που θα κρίνει μόνο τον έλεγχο του Κογκρέσου, αλλά αναμένεται να καθορίσει το «παιχνίδι» για τις προεδρικές εκλογές του 2024.

Ο πρώην πρόεδρος υποστηρίζει υποψηφίους σε όλη τη χώρα για τις προκριματικές εκλογές. Παρά τις ομοσπονδιακές έρευνες και τις νομικές διαδικασίες σε βάρος του σε διάφορα επίπεδα, φαίνεται ότι εξακολουθεί να έχει τη μεγαλύτερη επιρροή στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα.

  • Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η βαριά ήττα στην πολιτεία Ουαϊόμινγκ της Λιζ Τσέινι (από τους πιο ισχυρούς εσωκομματικούς αντιπάλους του Ντόναλντ Τραμπ), η οποία είναι η αντιπρόεδρος της ειδικής επιτροπής της Βουλής των Αντιπροσώπων που διερευνά την επίθεση στο Καπιτώλιο στις 6 Ιανουαρίου 2021. Ο πρώην πρόεδρος υποστήριξε την αντίπαλό της.

Στις ενδιάμεσες εκλογές της 8ης Νοεμβρίου 2022 θα διεξαχθούν αναμετρήσεις για τις 435 έδρες της Βουλής, τις 34 από τις 100 έδρες της Γερουσίας, για 36 από τους 50 κυβερνήτες, καθώς και για άλλα πολιτειακά, δημοτικά και τοπικά αξιώματα.

Οι Δημοκρατικοί έχουν την πλειοψηφία στη Βουλή με 220 έδρες (211 οι Ρεπουμπλικανοί και 4 παραμένουν κενές), ενώ στη Γερουσία τα δυο κόμματα κατέχουν από 50 έδρες. Στην περίπτωση ισοψηφίας, με το δικαίωμα ψήφου που έχει η αντιπρόεδρος Κάμαλα Χάρις, οι Δημοκρατικοί έχουν το πλεονέκτημα.

Η χαμηλή δημοτικότητα του προέδρου Μπάιντεν (αν και τις τελευταίες μέρες παρουσιάζει μικρή άνοδο), οι οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις της πανδημίας, η μεγάλη αύξηση του πληθωρισμού, οι συνέπειες της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία με την επιβολή των κυρώσεων που επηρέασε τομείς της αμερικανικής οικονομίας, καθώς και άλλα ζητήματα, δημιουργούν ευνοϊκό περιβάλλον για τους υποψηφίους του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος εν όψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου.

Την ίδια στιγμή όμως, ο αντίχτυπος των ερευνών για την εισβολή των οπαδών του Ντόναλντ Τραμπ στο Καπιτώλιο και οι εξελίξεις γύρω από την υπόθεση των εγγράφων με τις έρευνες του FBI στο σπίτι του στην Φλόριντα, η διαρκής απειλή για την αμερικανική δημοκρατία, η παραβίαση των δικαιωμάτων των γυναικών (μετά την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου για τις αμβλώσεις).

Επίσης και το νομοσχέδιο που υπέγραψε ο πρόεδρος Μπάιντεν και προβλέπει δαπάνες – έργα ύψους 430 δισεκατομμυρίων δολαρίων για την υγεία και το κλίμα (με βασική επιδίωξη τη μείωση εκπομπών άνθρακα κατά περίπου 40% έως το 2030) αναμένεται ότι μπορούν να «μετριάσουν» τα αρνητικά δεδομένα για τους Δημοκρατικούς.

Σύμφωνα με πρόσφατη δημοσκόπηση, το 40% των ψηφοφόρων υποστηρίζει ότι η οικονομία είναι το πιο σημαντικό ζήτημα και το 75% θεωρεί ότι οι ΗΠΑ πηγαίνουν προς τη λάθος κατεύθυνση. Περίπου τα ίδια ποσοστά υπήρχαν και το 2018, λίγο καιρό πριν τις προκριματικές εκλογές εκείνης της χρονιάς και με δυο χρόνια στην προεδρία τον Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος ήταν αντιδημοφιλής όσο και ο Τζο Μπάντεν, περίπου με 40%.

Το 2018 οι Δημοκρατικοί κέρδισαν την πλειοψηφία στη Βουλή και οι Ρεπουμπλικανοί διατήρησαν την πλειοψηφία στη Γερουσία, την οποία απώλεσαν το 2020. Συνήθως, σε όλες τις ενδιάμεσες εκλογές έχει απώλειες το κόμμα του προέδρου. Μερικοί αναλυτές εκτιμούν ότι είναι πιθανό η δημοτικότητα του προέδρου Μπάιντεν να ανακάμψει μέχρι τον Νοέμβριο.

Οι Δημοκρατικοί ευελπιστούν ότι ο «αρνητικός αντίκτυπος» των αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ για τις αμβλώσεις και για την οπλοκατοχή (δυο αποφάσεις που ταυτίζονται με το «ιδεολογικό πλαίσιο» των περισσοτέρων Ρεπουμπλικανών) ενδεχομένως να βοηθήσει αρκετούς από τους υποψηφίους τους για την εκλογή ή την επανεκλογή τους.

Και τα δυο κόμματα φιλοδοξούν να αποκτήσουν την πλειοψηφία στη Γερουσία, επενδύοντας σε διαφορετικούς λόγους. Οι Δημοκρατικοί επιδιώκουν να διατηρήσουν τις «ευάλωτες έδρες» στη Νεβάδα, την Αριζόνα, την Τζόρτζια και στο Νιου Χάμσαϊρ και φαίνεται ότι «απειλούνται» στην Πενσυλβάνια (όπου Ρεπουμπλικανός υποψήφιος είναι ο τουρκικής καταγωγής καρδιοχειρουργός και τηλεοπτικός παρουσιαστής, δρ Μεχμέτ Οζ), στη Βόρεια Καρολίνα και στο Οχάιο, ενώ εκτιμούν ότι μπορούν να κερδίσουν και την έδρα στο Ουισκόνσιν που κατέχει Ρεπουμπλικανός.

Όσον αφορά τις προεδρικές εκλογές του 2024, σύμφωνα με δημοσκόπηση της εφημερίδας «USA TODAY», το 65% των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων, συμπεριλαμβανομένων των μισών Δημοκρατικών, δεν θέλουν ο πρόεδρος Μπάιντεν να θέσει υποψηφιότητα για άλλη μια θητεία. Επίσης, το 68% των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων, συμπεριλαμβανομένου του ενός τρίτου των Ρεπουμπλικανών, δεν θέλουν ο πρώην πρόεδρος Τραμπ να θέσει ξανά υποψηφιότητα.

Όπως αναφέρθηκε, ο Μπάιντεν πιστεύει ότι είναι ο μόνος Δημοκρατικός που μπορεί να νικήσει τον Τραμπ και ο Τραμπ διατηρεί την αυταπάτη ότι νίκησε τον Μπάιντεν το 2020 και ότι μπορεί να τον νικήσει ξανά το 2024.

Η υποψηφιότητα του 76χρονου Ντόναλντ Τραμπ θεωρείται σχεδόν σίγουρη. Για τον νυν πρόεδρο της χώρας, Τζο Μπάιντεν, που είναι 79 ετών, εκτιμάται ότι θα είναι μια «πολύ δύσκολη απόφαση».

Πάντως, γίνεται όλο και πιο ορατό το ενδεχόμενο οι Μπάιντεν και Τραμπ να είναι ξανά αντίπαλοι το 2024.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.