Να ανατεθεί σε ανεξάρτητους τεχνοκράτες να εισηγηθούν  σταθερή πολιτική που να διασφαλίζει την κρατική μας υπόσταση

FILE PHOTO. Συνεδρία του Εθνικού Συμβουλίο/ ΓΤΠ/ Σταύρος Ιωαννίδης

Του Χρήστου Ψιλογένη
Ξαναζήσαμε λοιπόν το διπλό έγκλημα κατά της πατρίδας μας και τιμήσαμε με τα καθιερωμένα μνημόσυνα τα παλικάρια που  προδομένα και αβοήθητα, έδωσαν τη ζωή τους υπερασπιζόμενα τη δημοκρατία και την ελευθερία μας. Επαναλάβαμε, όπως πάντα, την υπόσχεση ότι θα συνεχίσουμε τον υπέρ πίστεως και πατρίδος αγώνα τους. Αλλά αν οι νεκροί καταξιώνονται με τη θυσία τους, οι ζωντανοί  αξιολογούνται από τη συνέπεια λόγων και πράξεων.

Οπότε, κάθε λογικός άνθρωπος διερωτάται: Πώς είναι δυνατό με διαρκείς θυσίες προς τον τουρκικό ιμπεριαλιστικό Μινώταυρο, να φτάσουμε σε βιώσιμη λύση, όταν η άλλη πλευρά αντί ανταπόκρισης προβάλλει διαρκώς νέες αξιώσεις; Μπορεί να είναι δημοκρατική μια λύση όταν ο κατακτητής αξιώνει πλήρη εξίσωση του 82 με το 18%, καταργώντας τον βασικότερο κανόνα της δημοκρατίας; Μπορεί να λειτουργήσει, όταν η μειοψηφία θα έχει δικαίωμα βέτο σε κάθε κυβερνητική απόφαση; 

Μπορεί να είναι ασφαλής αν ο κατοχικός στρατός παραμείνει στο νησί, έστω και σε μειωμένους αριθμούς, με το αποικιακό δικαίωμα επέμβασης σε ισχύ, όταν αυτό οδήγησε στην τραγωδία που ζούμε για 43 χρόνια; Με το μαζοχιστικό επιχείρημα «κάναμε κι εμείς πολλά», συνειδητοποιούμε ότι εξισώνουμε τις οπωσδήποτε καταδικαστέες μεμονωμένες εγκληματικές πράξεις ολίγων ανεύθυνων ελληνοκυπρίων, με το κρατικό τουρκικό έγκλημα της εισβολής-κατοχής που μας προκάλεσε χιλιάδες νεκρούς, αγνοουμένους και εκτοπισμένους;

Αντιλαμβανόμαστε ότι η παράλογη αυτή εξίσωση, έγινε μοχλός πίεσης σε βάρος μας για συνεχείς υποχωρήσεις; Συνειδητοποιούμε ότι εξ αιτίας της πολιτικής αυτής υποβαθμίσαμε οι ίδιοι το Κυπριακό από πρόβλημα εισβολής-κατοχής σε μια διακοινοτική διαφορά, με αποτέλεσμα αντί προς την απαλλαγή να οδηγούμαστε προς τη νομιμοποίησή της; Είναι δυνατόν απλώς συνομιλώντας, όπως η κυβέρνηση και το ΑΚΕΛ υποστηρίζουν, να φθάσουμε στην επανένωση, όταν οι τ/κ επιμένουν ότι αποτελούντες ξεχωριστό λαό και ξεχωριστό κράτος αποβλέπουν σε συνομοσπονδία (ένωση κυρίαρχων κρατών), οικοδομημένη πάνω στα ερείπια της Κυπριακής Δημοκρατίας;

Όσο για τον αγώνα που δήθεν συνεχίζουμε, μας διαψεύδει καθημερινά η κρατική μας τηλεόραση με τη γνωστή απογευματινή εκπομπή. Από εκεί εκπέμπεται συνεχώς και συστηματικά, όχι η απαίτηση για δίκαιη λύση, αλλά το μήνυμα της ηττοπάθειας που ισοδυναμεί με σταδιακή παράδοση.

Συγκεκριμένα, άνθρωποι της εξουσίας, ειδικοί σε όλα, θυμούνται, συνήθως χωρίς αντίλογο, μόνο τα λάθη μας, ξεχνώντας ακόμα και το έγκλημα της τουρκικής κατοχής. Με αποτέλεσμα ακόμα και ο ΟΗΕ, ενώ θυμάται ακόμα και τα ελαστικά των τουρκοκυπριακών αυτοκινήτων, να ξεχνά την τουρκική κατοχή, την προσφυγιά και τον εποικισμό, που είναι η ουσία του Κυπριακού. Η κυβέρνηση που καθυστερεί την εξιχνίαση της υπόθεσης, δεν βλέπει ότι έτσι διευκολύνει την εξίσωση μιας εγκληματικής ανοησίας, με ένα διεθνές έγκλημα;

Όταν λοιπόν αυτά είναι τα αποτελέσματα της πολιτικής μας, χωρίς να αποκλείονται τα χειρότερα, δεν είναι καιρός να την επανεξετάσουμε, αρχίζοντας από την περιβόητη συνθήκη, που ενώ εγγυήθηκε την κρατική μας υπόσταση, τελικά έγινε εφαλτήριο για την κατάργησή της; Και αν το Εθνικό μας Συμβούλιο δεν μπορεί να χαράξει μια κοινή πολιτική για το Κυπριακό, αρκούμενο στους γνωστούς κομματικούς μονολόγους και το καθιερωμένο αλάθητο της εξουσίας, γιατί δεν αναθέτει τη δουλειά αυτή σε ανεξάρτητους τεχνοκράτες που αφού αναλύσουν όλες τις πτυχές του Κυπριακού, να εισηγηθούν μια σταθερή πολιτική που να διασφαλίζει τη συνέχιση της κρατικής μας υπόστασης, την ασφάλεια του κυπριακού λαού ως συνόλου και μια βιώσιμη λύση; Ή μήπως δεν μπορεί να οργανώσει ούτε μια κοινή συγκέντρωση κατά της κατοχής, έγκλημα για το οποίο οι Τούρκοι ομόθυμα συνεορτάζουν;

*Πρέσβης ε.τ.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *