Ναι, μηδέν στρατεύματα, μηδέν εγγυήσεις: Η όποια μετεξέλιξη του κυπριακού κράτους δεν νοείται χωρίς κατοχυρωμένη «κανονικότητα»

Τα τουρκικά πλοία προσεγγίζουν τις κυπριακές ακτές, 20 Ιουλίου 1974, Φωτογραφία από το αρχείο του τουρκικού στρατού

Του ΜΑΡΙΟΥ ΕΥΡΥΒΙΑΔΗ

Γιατί ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Μεβλούτ Τσαβούσογλου νιώθει την ανάγκη να επαναλαμβάνει κάθε τόσο μια πάγια τουρκική θέση αναφορικά με μια πιθανή συμφωνία ως προς το Κυπριακό; Πώς, δηλαδή, όποτε και εάν επιτευχθεί, η συμφωνία αυτή θα συμπεριλαμβάνει τουρκικά στρατεύματα και τουρκικές εγγυήσεις; Ολόκληρη η σχετική πρόσφατη δήλωσή του στην τουρκική εθνοσυνέλευση –στη συζήτηση για τον προϋπολογισμό στις 18 Δεκεμβρίου– έχει ως εξής: «Πλέον δεν τίθεται θέμα έναρξης διαπραγματεύσεων απλά και μόνο για να γίνεται λόγος για διαπραγματεύσεις. Θα καθορίσουμε πρώτα τι, γιατί και με ποιες παραμέτρους και σε ποιο πλαίσιο. Διαφορετικά δεν πρόκειται να ξεκινήσουν απλά και μόνο για να γίνεται λόγος. Αλλά υπενθυμίζω ξανά σε εκείνους που ονειρεύονται μηδέν εγγυήσεις, μηδέν στρατεύματα, ας ξυπνήσουν από αυτό το όνειρο. Να το εγκαταλείψουν, τέτοιο πράγμα δεν θα γίνει ποτέ».

  • Χρονικά, και όχι τυχαία, οι δηλώσεις Τσαβούσογλου συνέπεσαν με την επίσκεψη της εκπροσώπου του ΓΓ του ΟΗΕ κ. Τζέιν Χολ Λουτ στη Λευκωσία και τη δεύτερη συνάντησή της με τον Πρόεδρο Αναστασιάδη στις 18 Δεκεμβρίου. Η κ. Λουτ άκουσε τα ίδια, στην κατ’ ιδίαν συνάντησή τους, από τον Τούρκο ΥΠΕΞ, όταν τον συνάντησε στις 13 του μηνός στην Άγκυρα.

Όμως πέραν του δημόσιου συμβολισμού και της ουσίας υπάρχει και ένας επιπρόσθετος λόγος για την τοποθέτηση Τσαβούσογλου. Και αυτός είναι η ενόχληση της Άγκυρας πως υπάρχει ζήτημα στρατευμάτων και εγγυήσεων και πως αυτό βρίσκεται πλέον στο τραπέζι. Ίσως χρειάζεται να θυμίσω πως αυτό είναι κάτι το πρόσφατο και, ναι, «καινοφανές» στην ιστορία των λεγόμενων διαπραγματεύσεων. Όταν ο μακαρίτης Σπύρος Κυπριανού προσπάθησε να θέσει τέτοιο ζήτημα, με τη φιλοσοφία της «πρόταξης», δεν χρειάζονταν καν να τοποθετηθεί η Άγκυρα. Η δική μας «ρεαλιστική» τάχατες σχολή –η τότε αμερικανική Δεξιά του ΔΗΣΥ και η μελλοντικά (μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου) αμερικανική Αριστερά του ΑΚΕΛ– τον ειρωνεύονταν και τον κορόιδευαν δημόσια, μέχρι που, μαζί, τον «εκπαραθυρώσαν». Ως συνέπεια η ελληνική πλευρά παρασύρθηκε σε μια ατέρμονη διαδικασία (endless process) για την «εσωτερική διακυβέρνηση» που έγινε αυτοσκοπός, ενώ δεν αποτολμούσε να θέσει θέμα κατοχικών στρατευμάτων και αναχρονιστικών εγγυήσεων. Δεν ήταν, μας έλεγαν, «ρεαλιστικό» και θα ενοχλούσε την Άγκυρα.

Τα πράγματα άλλαξαν μόνο όταν ο τέως Έλληνας υπουργός Εξωτερικών Νίκος Κοτζιάς επέμενε και έβαλε στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων –και ας λοιδορήθηκε από ΑΚΕΛ – ΔΗΣΥ και τους ομοϊδεάτες τους– το ζήτημα της «κανονικότητας» του μελλοντικού κυπριακού κράτους. Πως, δηλαδή, δεν νοείται να συμφωνηθεί λύση με την παραμονή ξένων στρατευμάτων και αναχρονιστικών εγγυήσεων σε μια ανεξάρτητη και κυρίαρχη Κύπρο, μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και άλλων διακρατικών θεσμών.

  • Ο Κοτζιάς ακολούθησε μια αφαιρετική στρατηγική. Αποποιήθηκε επίσημα ενός μελλοντικού για την Ελλάδα ρόλου ως «εγγυήτριας» δύναμης, κάνοντας έτσι ανέφικτη τη νομιμοποίηση μιας μελλοντικής συμφωνίας. Και όποιος σε Ελλάδα και Κύπρο πιστεύει πως χωρίς τον Νίκο Κοτζιά –πλέον– θα υπάρξει ελληνική κυβέρνηση που θα υπογράψει μια νέα Ζυρίχη είναι πολιτικά βαθιά νυχτωμένος.

Τώρα το ζήτημα βρίσκεται στο τραπέζι και το γεγονός από μόνο του ενοχλεί την Άγκυρα. Οφείλουμε να επιμένουμε στο ζήτημα της «κανονικότητας» του κράτους. Ναι, μόνο με μηδέν στρατεύματα και μηδέν εγγυήσεις μπορεί να υπάρξουν προοπτική και μέλλον για την Κύπρο. Μόνο μέσα από την «κανονικότητα» διασφαλίζεται η βιωσιμότητα του κράτους. «Κανονικό» είναι το κράτος εκείνο που λειτουργεί ως φορέας ασφάλειας, ελευθερίας και διανεμητικής δικαιοσύνης των πολιτών του. «Κανονικό» είναι το κράτος που λειτουργεί ως υποκείμενο του διακρατικού συστήματος και υπόκειται μόνο στο εθιμικό και θεσμικό διεθνές δίκαιο. Κανονικό είναι το κράτος που δεν είναι ενεργούμενο και δεν λειτουργεί ως σατραπεία κανενός.

Εναλλακτικά και μέσα από μια λανθάνουσα αντίληψη περί ρεαλισμού, η λαγόκαρδη κομματική πολιτική ελίτ φαίνεται να είναι διατεθειμένη, έναντι νεφελωδών υποσχέσεων, να θέσει τον κυπριακό Ελληνισμό υπό την ομηρεία της Άγκυρας. Την πολιτική ομηρεία οι πολιτικά εξωνημένοι θα βρουν τρόπους να την εκλογικεύσουν. Την οικονομική –τον κεφαλικό φόρο– πώς θα τον δικαιολογήσουν; Προσωποποιημένη, αυτή είναι η συνταγή Μεβλούτ Τσαβούσογλου και των iç oğlan του στα κατεχόμενα. Μετά τη λαφυραγωγία του πολέμου του 1974 θα ακολουθήσει και η εσαεί λαφυραγωγία μιας τουρκικής ειρήνης. Εκτός αν η δική μας κομματική ελίτ κρύβει κάποιο στρατηγικό άσο στο μανίκι της για να τον διαπραγματευθεί με τον κάθε Τσαβούσογλου. Οι αρχαίοι τον έλεγαν «από μηχανής θεό».

Στο μεσοδιάστημα οφείλουμε να συνεχίζουμε με τον άσο που διαθέτουμε και που δεν είναι άλλος από το κυπριακό κράτος. Όσο λαβωμένη και να είναι η Κυπριακή Δημοκρατία παραμένει νομιμοποιημένο υποκείμενο του διακρατικού συστήματος. Η όποια μετεξέλιξη του κυπριακού κράτους δεν νοείται χωρίς κατοχυρωμένη «κανονικότητα». Αυτό σημαίνει «μηδέν στρατεύματα, μηδέν εγγυήσεις» («asker yok, guaranti yok»).

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *