Νέα Γενεύη: Το ζήτημα δεν είναι η κήρυξη αδιεξόδου ή η κατάληξη σε ένα πλαίσιο λύσης χωρίς προοπτική

FILE PHOTO.  Ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Νίκος Αναστασιάδης συναντήθηκε με τον Αντιπρόεδρο των ΗΠΑ, Michael R. Pence στο Λευκό Οίκο την Πέμπτη 8 Ιουνίου 2017. ΚΥΠΕ/ Δημήτρης Πανάγος

Του Ανδρέα Θεοφάνους
Τα τελευταία χρόνια η διεθνής κοινότητα επένδυσε τεράστιο πολιτικό κεφάλαιο στη διαδικασία επίλυσης του Κυπριακού καθώς και την εξυπηρέτηση ευρύτερων στόχων στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Μεταξύ άλλων, σημειώνεται η σημασία μιας πολυμερούς συνεργασίας στην Ανατολική Μεσόγειο για ενεργειακά ζητήματα καθώς και για θέματα ασφάλειας με τη συμμετοχή της Τουρκίας.

Επιπρόσθετα, οι δυτικές δυνάμεις θεωρούν ότι μια τέτοια εξέλιξη θα επιλύσει ένα πρόβλημα στις σχέσεις μεταξύ ΕΕ και ΝΑΤΟ ενώ ταυτόχρονα θα επιφέρει μείωση της επιρροής της Ρωσίας.  Επίσης τυχόν επίλυση του Κυπριακού σε μια εποχή εντάσεων, αναταραχών και περιφερειακών πολέμων θα θεωρηθεί επιτυχία για τον ΟΗΕ και τη διεθνή κοινότητα. 

Έτσι δεν αποτελεί έκπληξη ότι ο ΓΓ του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες ανακοίνωσε νέα πενταμερή διάσκεψη στη Γενεύη, παρά το γεγονός ότι εξακολουθούν να υφίστανται σοβαρές διαφορές μεταξύ των δύο πλευρών στην Κύπρο καθώς και μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας.  Σημειώνεται ότι η ΕΕ θα παρίσταται μόνον ως παρατηρητής.

Το γεγονός και μόνον ότι όσα αποφασίστηκαν στη Νέα Υόρκη τυγχάνουν διαφορετικής ανάγνωσης από την κάθε πλευρά αποτελεί ένδειξη των ασαφειών που πλανώνται πάνω από κεφαλαιώδους σημασίας πτυχές του Κυπριακού. Εν πολλοίς αυτό είναι αποτέλεσμα της τακτικής της εποικοδομητικής ασάφειας με στόχο να γεφυρωθούν μεγάλες διαφορές μεταξύ των δύο πλευρών. Υπενθυμίζεται ότι και στην περίπτωση του Σχεδίου Ανάν τα Ηνωμένα Έθνη χρησιμοποίησαν την τακτική της εποικοδομητικής ασάφειας.

Υπογραμμίζεται ταυτόχρονα το γεγονός ότι δεν έχει λάβει χώρα ο απαιτούμενος προβληματισμός για την επαύριο της λύσης τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό.  Ούτε και έχει γίνει η απαιτούμενη δουλειά σε επί μέρους πτυχές της επόμενης μέρας και ούτε έχουν αξιολογηθεί οι κίνδυνοι κατάρρευσης ή/και αποσταθεροποίησης. Επιπρόσθετα, πέραν των διαφορών μεταξύ των δύο πλευρών, υπάρχει τεράστια δυσπιστία καθώς επίσης και έλλειψη ενός ελάχιστου πλαισίου κοινών στόχων. Σημειώνεται συναφώς ότι το πολιτικό σύστημα στην Κύπρο είχε και έχει μεγάλη έγνοια για την αποφυγή επίρριψης ευθυνών από τον ΟΗΕ σε βαθμό που επισκιάζεται η ουσία της διένεξης.

Στην απομακρυσμένη περίπτωση που τελικά υπάρξει, ως αποτέλεσμα της νέας Διάσκεψης στη Γενεύη και κατόπιν πιέσεων, ένα πλαίσιο λύσης με βάση τον υφιστάμενο κύκλο συνομιλιών, ελλοχεύει ο κίνδυνος να οδηγηθούμε αφ’ ενός σε ένα νέο εθνικό διχασμό και αφ’ ετέρου σε απόρριψη στην περίπτωση δημοψηφίσματος. Είναι ήδη γνωστές οι θέσεις των δύο πλευρών στην Κύπρο αλλά και της Τουρκίας. Μεταξύ άλλων, σημειώνονται οι τουρκικές θέσεις για συνέχιση των εγγυήσεων, για παραμερισμό της Κυπριακής Δημοκρατίας και αντικατάσταση της από ένα νέο κρατικό μόρφωμα και για εκ περιτροπής προεδρία.

Τα ζητήματα αυτά δεν είναι τα μόνα στα οποία υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις. Αλλά και στην περίπτωση που εγκριθεί μια τέτοια συμφωνία σε δημοψήφισμα, είναι ορατό το ενδεχόμενο επιδείνωσης του σημερινού status quo και της κατάρρευσης.  Εν ολίγοις το αφήγημα της διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας όπως συζητείται σήμερα, το οποίο παραπέμπει σε επανένωση, ειρήνευση και οικονομική έκρηξη, είναι επικίνδυνα υπερτιμημένο. Προφανώς το πολιτικό σύστημα της Κύπρου θα πρέπει να αξιολογήσει τα δεδομένα με πραγματισμό και μακριά από ιδεολογικούς ευσεβοποθισμούς.

Το ζήτημα δεν είναι η κήρυξη αδιεξόδου ή η κατάληξη σε ένα πλαίσιο λύσης χωρίς προοπτική. Η προσέγγιση αυτή είναι υπεραπλουστευμένη και αχρείαστη. Τόσο η διεθνής κοινότητα όσο και το πολιτικό σύστημα στην Κύπρο θα πρέπει να κατανοήσουν τις πραγματικότητες και να τολμήσουν να αποδεχθούν τη διαφοροποίηση της διαδικασίας.

Εν κατακλείδι, στη σημερινή συγκυρία προβάλλει ως αναγκαιότητα η υιοθέτηση μιας εξελικτικής διαδικασίας η οποία να δημιουργεί κίνητρα για όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη για διάσπαση του αδιεξόδου. Μια τέτοια φιλοσοφία θα ενθαρρύνει επίσης την αποφυγή εντάσεων σε όλα τα επίπεδα.

Προς αυτή την κατεύθυνση θα πρέπει να αναλάβει συγκεκριμένες πρωτοβουλίες ο ίδιος ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας καθώς και η πολιτική ηγεσία.  Εννοείται ότι για την ευόδωση των προσπαθειών αυτών και για συντήρηση της προοπτικής της ειρήνευσης επιβάλλεται και η ευρύτερη δυνατή συναίνεση.

*Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας και Πρόεδρος του Κέντρου Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων του Πανεπιστημίου Λευκωσίας.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *