Ο αδύνατος κρίκος στην ενεργειακή εξίσωση δεν είναι «τα ασφαλιστικά κόστη των εταιρειών» αλλά  η κυβέρνηση

FILE PHOTO. Η πλατφόρμα της Noble Energy στο Οικόπεδο 12 της Κυπριακής ΑΟΖ. ΚΥΠΕ/ΓΤΠ

Του Πέτρου Σαββίδη
Η ταύτιση της έναρξης των διερευνητικών γεωτρήσεων της Κυπριακής Δημοκρατίας (ΚΔ) τον Ιούλιο με την πιθανότητα πρόκλησης έντασης εκ μέρους της Τουρκίας, και η συνεπακόλουθη δημόσια χειραγώγηση ενός τέτοιου ενδεχόμενου, υπήρξε μέχρι σήμερα επιπόλαιη. Η αρχική δήλωση του ΥΠΕΘΑ Πάνου Καμμένου (αρχές Μαρτίου) και οι σχετικές δηλώσεις του προέδρου Αναστασιάδη, έδωσαν την ευκαιρία δημόσιας χειραγώγησης του κρίσιμου ζητήματος από διάφορους κυβερνητικούς και μη παράγοντες, προκαλώντας τον εκφυλισμό της σοβαρότητάς του ζητήματος.

Πέραν των επιπόλαιων τηλεοπτικών εκτιμήσεων ορισμένων ‘ειδημόνων’ και των επιφανειακών καθησυχαστικών δηλώσεων κυβερνητικών παραγόντων, συμπεριλαμβανομένου και του Υπουργού Ενέργειας, φαίνεται ότι δεν έχει γίνει αντιληπτή η κρισιμότητα του θέματος. 

Ενώ το ζήτημα στρατηγικής εκτίμησης της πιθανότητας δυναμικής τουρκικής αντίδρασης, θα έπρεπε να τύχει εμπιστευτικής εσωτερικής αντιμετώπισης από την ΚΔ, με ανάλογο προληπτικό σχεδιασμό διαχείρισης μιας τέτοιας πιθανότητας, οι δημόσιες δηλώσεις επιφέρουν τον αντίθετο αποτέλεσμα από το επιδιωκόμενο· το οποίο θα έπρεπε να αφορά τις στρατηγικές βλέψεις της Άγκυρας και όχι την κυπριακή κοινή γνώμη.

Λαμβάνοντας υπ’ όψη τη σημασία που αποδίδει ο πρωθυπουργός Ερντογάν στην τουρκική κοινή γνώμη, αλλά και την υφιστάμενη ροπή της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής προς πολιτικές αντιπαραθέσεις και δυναμικές αντιδράσεις, η ΚΔ θα έπρεπε να αποφύγει «προκλητικές» δηλώσεις, συνεχίζοντας διακριτικά τους ενεργειακούς της σχεδιασμούς. Δημόσιες δηλώσεις (για εσωτερική κατανάλωση), ότι η Κυπριακή κυβέρνηση είναι συνηθισμένη από τέτοιες απειλές και ότι θα συνεχίσει την ενεργειακή της πολιτική ανεξαρτήτως απειλών, θίγουν το τουρκικό γόητρο, επιφέρουν εκνευρισμό στην Άγκυρα και τείνουν να ενθαρρύνουν, αντί να απομακρύνουν, συνθήκες δυναμικής αντίδρασης, για χειραγώγηση τουλάχιστον της τουρκικής κοινής γνώμης.

Η δημοσίευση στην εφημερίδα Σημερινή (27 Μαΐου) σχετικού άρθρου με τίτλο ‘Επιφανειακή μελέτη του Γεωστρατηγικού’, μπορεί να αδικεί ορισμένους καλούς συναδέλφους, αλλά αγγίζει την ουσία το προβλήματος. Η έλλειψη ειδικής ενημέρωσης του συμβουλίου σε ευαίσθητα θέματα ασφάλειας – λόγω της απουσίας θεσμοθετημένης σχέσης του με το κράτος, αφού η σύστασή του το 2014 έγινε με πολιτικά κριτήρια – αυξάνει την πιθανότητα ανακριβούς ή ακόμη εσφαλμένης εκτίμησης προς τον πρόεδρο της Δημοκρατίας. Η ανάλυση των απειλών, που παρουσιάζεται σε έγγραφο του συμβουλίου ημερομηνίας 22 Απριλίου, αγγίζει θεωρητικά το ζήτημα και επικεντρώνεται σε γενικές, και αυτονόητες, εκτιμήσεις, παρά στην ειδική ανάλυση εξειδικευμένων απειλών και πιθανών σεναρίων.

Ο προσανατολισμός του κράτους προς συγκεκριμένη κατεύθυνση απειλών, ως επακόλουθο δομικών αδυναμιών ενός συμβουλευτικού σώματος και απουσίας συλλογικής και σοβαρής συνεργασίας μεταξύ κρατικών φορέων (ΥΠΕΞ, ΥΠΑΜ, ΓΕΕΦ, ΚΥΠ), λόγω διαφορετικών νοοτροπιών, αυξάνει την πιθανότητα στρατηγικών εκπλήξεων.

Όπως απέδειξε ο στρατηγικός αιφνιδιασμός των ΗΠΑ, της 11ης Σεπτεμβρίου, η πρόβλεψη πιθανών απειλών απαιτεί εξαιρετικά μεγάλη προσοχή και πρόβλεψη άγνωστων μεταβλητών. Στην εκτίμηση απειλών του συμβουλίου, η οποία βασίζεται σε γενικά σενάρια, απουσιάζει η αξιολόγηση ειδικών απειλών με απρόβλεπτα χαρακτηριστικά, τόσο στο θαλάσσιο όσο και στο χερσαίο περιβάλλον. Λαμβάνοντας υπ’ όψη την μέχρι σήμερα συμπεριφορά της Τουρκίας, η οποία, σχεδόν πάντοτε (ακόμη και κατά την εισβολή της στην Κύπρο), επιδιώκει την αιτιολόγηση των ενεργειών της με κάποιου είδους νομιμοποιητικής ή άλλης κάλυψης, η εκτίμηση αναμενόμενων αντιδράσεων θα πρέπει να περιλαμβάνει και απρόβλεπτες απειλές. Όπως, παραδείγματος χάρη, ‘τυχαίο’ νυκτερινό εμβολισμό περιπολικού της ΚΔ κατά τη διάρκεια επιχείρησης έρευνας-διάσωσης μετά από ‘ναυτικό ατύχημα’ νότια της Κύπρου.

Επίσης, η απουσία συμπερίληψης χερσαίων απειλών, τόσο συμβατικών όσο και ανορθόδοξων, μετά και τη σημαντική υλική ενίσχυση των κατοχικών δυνάμεων το τελευταίο διάστημα, καταδεικνύει τον εσφαλμένο προσανατολισμό σε τουρκικές αντιδράσεις που σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με το ενεργειακό πρόγραμμα της ΚΔ.

Μελετώντας το ζήτημα του Αιγαίου όπου η Τουρκία, αν και δεν πέτυχε η ίδια άμεσα στρατηγικά ενεργειακά οφέλη, επέβαλε στην Ελλάδα συνθήκες απαγόρευσης αξιοποίησης του νόμιμου υποθαλάσσιου ενεργειακού της πλούτου, δεν πρέπει να αποκλείονται αντιδράσεις, ακόμη και στο χερσαίο χώρο, με σκοπό τη δημιουργία έντασης και αστάθειας, που συνεπακόλουθα θα επιβάλλουν το πάγωμα του ενεργειακού προγράμματος της ΚΔ, ανεξαρτήτως των προθέσεων των εμπλεκομένων ξένων εταιρειών.

Θα πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι ο αδύνατος κρίκος στην ενεργειακή εξίσωση δεν είναι ‘τα ασφαλιστικά κόστη των εταιρειών’ αλλά η ίδια η Κυπριακή κυβέρνηση, και ειδικά η Εθνική Φρουρά, η οποία θα κληθεί να αντιμετωπίσει πιθανές δυναμικές αντιδράσεις, τις οποίες εκτίμησαν πλημμελώς άλλες κρατικές υπηρεσίες και φορείς.

*Λέκτορας στο Τμήμα Ευρωπαϊκών Σπουδών και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Λευκωσίας.

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *