Ο ελληνικός εθνομηδενισμός και η “γεωπολιτική του τάφου”

Το Πανεπιστήμιο Αθηνών. Φωτογραφία kathimerini.gr

Του ΚΩΣΤΑ ΓΡΙΒΑ

Είναι σύνηθες στην Ελλάδα να εκτοξεύονται απαξιωτικές κρίσεις, ακόμα και ύβρεις εναντίον όσων υποστηρίζουν την ανάγκη εφαρμογής εθνοκεντρικής στρατηγικής, άσκησης εθνικά ανεξάρτητης πολιτικής. Υβριστές κρυμμένοι στο διαδίκτυο δεν μας απασχολούν. Αυτός που μας απασχολεί είναι ο εθνομηδενισμός που εκφράζεται από όσους κατέχουν πολιτική ή μιντιακή εξουσία και προωθούν-επιβάλλουν μια μηδενιστική αντίληψη, η οποία συμπυκνώνεται στην ιδέα ότι “η Ελλάδα δεν μπορεί” και βέβαια “δεν μπορεί να πει όχι”.

Αυτές οι απόψεις αποτελούν εκδήλωση μιας επικίνδυνης παθογένειας της σημερινής ελληνικής κοινωνίας, η οποία μπορεί να χαρακτηριστεί ως άτυπος συγκεκαλυμμένος εθνομηδενισμός. Σε πολύ γενικές γραμμές θα μπορούσαμε να πούμε ότι η Ελλάδα μαστίζεται από δύο είδη εθνομηδενισμού. Ο ένας είναι εμφανής, πιο ειλικρινής. Σε αυτόν υπάγονται οι αντιλήψεις ότι δεν υπάρχει αντικειμενική ιστορική πραγματικότητα παρά μόνον υποκειμενικές ιστορικές “αναγνώσεις”. Ότι τα έθνη, αλλά και οι λαοί, αποτελούν “φαντασιακές κατασκευές”. Ότι τα έθνη-κράτη είναι ξεπερασμένα. Ότι οι συλλογικές ταυτότητες δεν υφίστανται –και δεν πρέπει να υφίστανται– και το μόνο που υπάρχει είναι το άτομο και τα απεριόριστα δικαιώματά του.

Οι απόψεις αυτές αρνούνται την ίδια την έννοια της εθνικής ταυτότητας. Συνακόλουθα, λοιπόν, κάθε αντίληψη περί εθνικής ανεξαρτησίας, κυριαρχίας και εθνοκεντρικής πολιτικής, καθίσταται εκτός νοήματος. Κατά συνέπεια π.χ. η Συμφωνία των Πρεσπών είναι μια εξαιρετική συμφωνία για τους ανθρώπους που πρεσβεύουν αυτές τις θεωρίες, αφού δεν δέχονται την ύπαρξη κάποιας αντικειμενικής ιστορίας, ούτε της εθνικής ταυτότητας.

Εκτός από αυτή την εθνομηδενιστική λογική, υπάρχει και μια πιο επικίνδυνη και σίγουρα πιο ύπουλη. Γιατί δεν έχει την ειλικρίνεια της πρώτης, δεν είναι εμφανής και γιατί ενδύεται τον μανδύα του “ρεαλισμού”, ενίοτε ακόμη και του καταγγελτικού “πατριωτισμού”. Έτσι, κάθε προσπάθεια άρθρωσης πολιτικών προτάσεων που στοχεύουν στην εθνική ανεξαρτησία, την εθνοκεντρική στρατηγική, την αυτόνομη γεωπολιτική λειτουργία της Ελλάδας, αντιμετωπίζονται με χλευασμό και περιφρόνηση από τους εκφραστές αυτού του “ρεαλιστικού” εθνομηδενισμού, με πρόσχημα ότι είναι “εκτός πραγματικότητας”. Τα “επιχειρήματά” τους: “η Ελλάδα είναι πολύ μικρή και αδύναμη”, “κάπου πρέπει να ανήκουμε”, “πρέπει να είμαστε με τους ισχυρούς” και όλα τα γνωστά συναφή.

Ή όλα ή τίποτα!

Εν συνεχεία, έχουμε έναν μηδενιστικά ηττοπαθή εθνομηδενισμό, ο οποίος συμπυκνώνεται στην αντίληψη ότι φυσικά και δεν θα μπορούσαμε να πούμε όχι π.χ. στη Συμφωνία των Πρεσπών, αφού “είμαστε κατακτημένοι”. Για να τεκμηριωθεί δε ότι αυτή ήταν μια αναπόφευκτη επιλογή, προβάλλονται οι αντιλήψεις περί μνημονίων, εποπτείας, υπαγωγής σε γεωπολιτικές δομές της Δύσης κλπ.

Είναι γεγονός ότι η Ελλάδα απέχει πολύ από το να είναι πλήρως ανεξάρτητο κράτος και όντως τα τελευταία χρόνια υπέστη ακρωτηριασμό της έτσι και αλλιώς αναιμικής εθνικής της κυριαρχίας. Ναι, έχει υποστεί ακρωτηριασμό αλλά όχι πλήρη απώλεια της εθνικής της κυριαρχίας, όπως υποστηρίζει αυτή η άποψη. Και το χαμένο αυτό κομμάτι πρέπει να το ξανακερδίσει και όχι να “βολευτεί” με την απώλειά του. Κι αυτό μπορεί να γίνει βήμα-βήμα.

Για τους θιασώτες του καταγγελτικού εθνομηδενισμού, από τη στιγμή που η Ελλάδα έχει χάσει την εθνική της κυριαρχία δεν μπορεί να κάνει τίποτα για την ξανακερδίσει. Αυτή είναι μια λογική που θα μπορούσαμε να την αποκαλέσουμε “γεωπολιτική του τάφου”. Δηλαδή, έχω αποδεχθεί τόσο πολύ την υποδούλωση και τον γεωπολιτικό μου θάνατο που δεν θέλω να ενοχλούμαι με επιχειρήματα ότι μπορεί να μην είναι και έτσι. Αναφορικά με την αμφιλεγόμενη Συμφωνία των Πρεσπών, φυσικά και η Ελλάδα είχε τη δυνατότητα να αντισταθεί στα κελεύσματα του δυτικού παράγοντα. Και μάλιστα με τρόπο που θα ενίσχυε και την προσπάθειά της να χαράξει σταδιακά μια εθνοκεντρική στρατηγική.

Μια παραλλαγή της παραπάνω αντίληψης υποστηρίζει ότι θα μπορούσαμε, ίσως, να κερδίσουμε την εθνική μας ανεξαρτησία και συνακόλουθα και την πολυτέλεια να λέμε όχι στους ισχυρούς για κρίσιμα εθνικά θέματα, αφού όμως θα έχουμε επιτύχει πλήρη οικονομική ανεξαρτησία, για κάποιους ίσως εάν έχουμε βγει από το ΝΑΤΟ κ.α. Αυτή η άποψη ουσιαστικά υποστηρίζει ότι μπορείς να αρχίσεις να λειτουργείς ως στοιχειωδώς εθνικά ανεξάρτητος, μόνον όταν θα έχεις γίνει πλήρως εθνικά ανεξάρτητος. Δηλαδή ή 100% ή μηδέν! Και επειδή η απόλυτη ανεξαρτησία δεν θα έλθει ποτέ, δεν ξεκινάς ποτέ να την διεκδικείς. Τόσο απλά.

Ο ηττοπαθής εθνομηδενισμός

Μια ακόμη πιο επίμονη και δύσκολο να καταπολεμηθεί καταγγελτική εθνομηδενιστική αντίληψη είναι ότι “αυτά δεν γίνονται στην Ελλάδα γιατί οι ηγεσίες είναι προδοτικές”. Βέβαια, οι ελληνικές ελίτ απέχουν πολύ από το να είναι εθνοκεντρικές, ενώ η πλειοψηφία των εκπροσώπων τους αντιμετωπίζουν με απέχθεια, ή και με τρόμο ακόμη, κάθε άποψη περί αυτόνομης γεωπολιτικής πορείας, εκτός των κατευθυντήριων εντολών του δυτικού παράγοντα.

Όμως, όσοι προβάλλουν τον παράγοντα “προδοτικές ηγεσίες” ως το αξεπέραστο εμπόδιο για μια εθνοκεντρική πολιτική, δεν τις αντιμετωπίζουν ως κάτι που πρέπει να αλλάξει ή να υπερκεραστεί. Τις αντιμετωπίζουν ως ένα μόνιμο, πάγιο και διαρκές στοιχείο της ελληνικής γεωπολιτικής ταυτότητας, το οποίο δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί. Και φυσικά, θεωρούν ότι δεν μπορεί να το αλλάξει ο λαός. Υπήρχε, υπάρχει και θα υπάρχει αναλλοίωτο και πανίσχυρο.

Όσο όμως κι αν οι ελίτ εξουσίας είναι απομακρυσμένες από τα πλατιά λαϊκά στρώματα, εντούτοις ούτε πανίσχυρες είναι, ούτε και ο λαός τόσο ανίσχυρος, όπως προσπαθεί να μας πείσει αυτή η άποψη. Στην πραγματικότητα, μεγάλο μέρος της δουλοπρεπούς στάσης των πολιτικών ηγεσιών έναντι των κελευσμάτων του ξένου παράγοντα εδράζεται ακριβώς πάνω σε ηττοπαθείς, μοιρολατρικές, φαταλιστικές, αντιλήψεις που ταλανίζουν μεγάλα κομμάτια της ελληνικής κοινωνίας. Σύμφωνα με αυτές η Ελλάδα είναι έρμαιο αλλότριων δυνάμεων και ο λαός δεν μπορεί να κάνει απολύτως τίποτα για να αλλάξει αυτό το δεδομένο. Άρα, η μόνη επιλογή είναι η υποταγή! Οποιαδήποτε άλλη αντίληψη αντιμετωπίζεται με περιφρόνηση και χλευασμό, γιατί ακριβώς απειλεί να μας βγάλει από τη γαλήνη του “γεωπολιτικού τάφου”.

Αυτές οι απόψεις, λοιπόν, ανεξαρτήτως του ενδύματος που φέρουν και του πώς αυτοαποκαλούνται, είναι εθνομηδενιστικές, γιατί αρνούνται την εθνική λειτουργία. Όχι κατ’ επιλογήν, όπως κάνουν οι επισήμως εθνομηδενιστικές, αλλά υποτίθεται κατ’ ανάγκην. Καταλήγουν, όμως, στο ίδιο σημείο. Στην πράξη προωθούν μια εξαρτημένη Ελλάδα που δεν μπορεί να πει όχι, που δεν μπορεί να λειτουργήσει αυτόνομα και αυτόφωτα. Όμως, η ηττοπάθεια και η μετατροπή της εξάρτησης σε “ρεαλισμό” και “αναπόφευκτη” επιλογή ποτέ δεν βγήκαν σε καλό για κανέναν. Σήμερα, αν θέλει να επιβιώσει, η Ελλάδα πρέπει πρώτα να αντιμετωπίσει τους ίδιους της τους φόβους.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *