Ο Ελληνισμός και τα «αδιέξοδα» του Ερντογάν με ΗΠΑ και Ρωσία: Ένας είναι ο εχθρός, ο τουρκικός ιμπεριαλισμός

Ο ισλαμιστής πρόεδρος της Τουρκίας, Ταγίπ Ερντογάν και μπροστά του ο όχλος. Φωτογραφία Τουρκική Προεδρία

Του ΠΑΝΙΚΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ

Δεν είναι μόνο η Ελλάδα και η Κύπρος που απειλούνται διαρκώς από την Τουρκία. Οι επεκτατικές φιλοδοξίες της επεκτείνονται και πέρα των «περιφερειακών ορίων» της.

Τον τελευταίο καιρό, δεξαμενές σκέψης και ιδρύματα αμυντικής και εξωτερικής πολιτικής σε ΗΠΑ και Ευρώπη, αλλά και σε κράτη της περιοχής (Ισραήλ και Αίγυπτο) καταγράφουν τα «νέα δεδομένα» που δημιουργεί ο νεο-οθωμανισμός της Άγκυρας.

Οι παράνομες τουρκικές διεκδικήσεις από την Ανατολική Μεσόγειο έως τη Μαύρη Θάλασσα, από τη Μέση Ανατολή έως τον Καύκασο και από τη Βόρεια Αφρική έως την Κεντρική Ασία φαίνεται ότι, έστω και αργοπορημένα, έχουν προκαλέσει έντονες ανησυχίες γιατί υπονομεύεται η σταθερότητα και απειλείται η εδαφική ακεραιότητα αρκετών χωρών, με ό,τι μπορεί να συνεπάγεται για τα συμφέροντα Μεγάλων Δυνάμεων.

  • Προτάσσοντας τα δόγματα της «μεγάλης Τουρκίας» και της «γαλάζιας πατρίδας» και μέσα από εκβιασμούς και ανατολίτικα παζάρια, ο Ταγίπ Ερντογάν επιχειρεί την τελευταία δεκαετία να αναγεννήσει την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Ο Βλαντιμίρ Πούτιν όταν είδε ότι είχε την ευκαιρία να «εκμεταλλευτεί» τα παιχνίδια του Τούρκου ομολόγου του με τις Ηνωμένες Πολιτείες, δεν δίστασε να του ανοίξει τις αγκάλες του.

Η Μόσχα αποκομίζει τεράστια κέρδη από την οικοδόμηση πυρηνικών σταθμών στην Τουρκία και από τις πωλήσεις του αντιπυραυλικού συστήματος S-400. Η Ρωσία είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Τουρκίας, η οποία είναι ο τρίτος μεγαλύτερος αγοραστής ρωσικού φυσικού αερίου.

Παρά τις συνεχείς δοκιμασίες στις ρωσοτουρκικές σχέσεις, το χρήμα κατάφερε μέχρι στιγμής να κρατήσει την εύθραυστη συμμαχία μεταξύ των δυο χωρών.

Αλλά, επειδή ο Ερντογάν έχει αποδείξει επανειλημμένως με την συμπεριφορά του ότι είναι αλαζόνας και δεν σέβεται τις συμμαχίες, όπως προκάλεσε με τις επιλογές του τη Δύση, έτσι προκαλεί τώρα τη Ρωσία, κυρίως για τα ζητήματα της Συρίας και της Ουκρανίας.

Πριν την πρόσφατη συνάντησή του με τον Πούτιν στο Σότσι έδειξε ότι είναι αποφασισμένος να δημιουργήσει περαιτέρω κρίση στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις, κάνοντας λόγο για «έλλειψη χημείας» με τον Αμερικανό πρόεδρο, Τζο Μπάιντεν, δίνοντας την εντύπωση ότι οι ρωσοτουρκικές σχέσεις θα ενισχυθούν ακόμη περισσότερο σε όλους τους τομείς.

Το αποτέλεσμα όμως μάλλον ήταν διαφορετικό…

Όπως επισημάνθηκε σε αρκετά αμερικανικά και ευρωπαϊκά ΜΜΕ, ο Ερντογάν δεν έλαβε καμία συγκεκριμένη απάντηση γι’ αυτά που ζήτησε από τον Πούτιν (Συρία, τιμές φυσικού αερίου κ.ά.) και ενδεικτικά αναφέρθηκε ότι «έφυγε σαν τον κλέφτη από το Σότσι».

Μετά απ’ αυτή την εξέλιξη, ο νεοσουλτάνος στράφηκε ξανά προς τις ΗΠΑ και «ξέχασε» την «έλλειψη χημείας» με τον Μπάιντεν, ζητώντας να αγοράσει 40 νέα μαχητικά F-16 και να αναβαθμίσει άλλα 80 μεταχειρισμένα.

Κατά διαστήματα, ο νυν ένοικος του Λευκού Οίκου έδειξε ότι δεν έχει σταθερή θέση σε σχέση με την Τουρκία, επειδή, όπως και οι προκάτοχοί του, για στρατηγικούς και οικονομικούς λόγους δεν θέλουν να την χαρίσουν στη Ρωσία ή την Κίνα.

  • Στις ΗΠΑ όμως, παρά τα όποια συμφέροντα και τις αδυναμίες του πολιτικού συστήματος, λειτουργούν σε μεγάλο βαθμό οι θεσμοί και εφαρμόζονται οι νόμοι. Η απόφαση δεν εναπόκειται μόνο στον εκάστοτε Πρόεδρο. Σημαντικό και πολλές φορές καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει το Κογκρέσο.
  • Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, η Ουάσιγκτον εμφανίζεται αποφασισμένη να μην ανεχθεί άλλο τη διπλοπροσωπία και την αλαζονεία του Ερντογάν.

Βέβαια, να μη λησμονάμε το γεγονός ότι, με βάση και την ιστορική εμπειρία και επειδή οι διεθνείς και διακρατικές σχέσεις τις πλείστες φορές καθοδηγούνται από οικονομικά συμφέροντα, ακόμα τίποτα δεν είναι δεδομένο και τίποτα δεν μπορεί να θεωρείται σίγουρο.

Ό,τι και να γίνει όμως με τα «αδιέξοδα» του Ερντογάν, η Τουρκία δεν πρόκειται να εγκαταλείψει εύκολα την επεκτατική πολιτική της. Αντιθέτως, ένα αυταρχικό καθεστώς καταφεύγει σε φιλοπόλεμες πολιτικές, ειδικά όταν η τουρκική λίρα διολισθαίνει συνεχώς και μαζί της η δημοτικότητα του δικτάτορα.

Επομένως, ο Ελληνισμός θα συνεχίσει να βιώνει στο πετσί του την τουρκική επιθετικότητα σε Κύπρο, Αιγαίο και Θράκη. Και οι συνέπειες θα συνεχίσουν να είναι πολυεπίπεδες, επηρεάζοντας τον προϋπολογισμό του ελληνικού κράτους και κατά συνέπεια το βιοτικό επίπεδο των πολιτών.

Αν δεν υπήρχε τουρκική απειλή, σε μια δημοκρατική χώρα οι προτεραιότητες θα στρέφονταν προς άλλες κατευθύνσεις και τα δισεκατομμύρια που ξοδεύονται για εξοπλισμούς θα διατίθονταν για το περιβάλλον, την υγεία, την παιδεία, τον πολιτισμό, για τις χαμηλόμισθες συντάξεις.

Γι’ αυτό, η ελληνογαλλική συμφωνία, παρά τις όποιες ελλείψεις της (ειδικά για την ΑΟΖ) είναι προς τη σωστή κατεύθυνση. Ανεξαρτήτως κομματικών πεποιθήσεων, διαφορετικών ιδεολογικών προσεγγίσεων και ερμηνειών, ένας είναι ο εχθρός, ο τουρκικός ιμπεριαλισμός.

  • Για την αντιμετώπισή του υπάρχουν δυο προοπτικές: είτε το πολιτικοστρατιωτικό κατεστημένο της Άγκυρας να ξέρει πολύ καλά ποιο θα είναι το κόστος για την χώρα του σε κάθε απόπειρα αρπαγής ελληνικών εδαφών και θαλασσών είτε να αναγκαστεί εκ των έσω ή από την διεθνή κοινότητα να σεβαστεί τα κυριαρχικά δικαιώματα των γειτονικών χωρών.

Επίσης, αν οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ρωσία συνεχίσουν να στηρίζουν την Τουρκία και κατά προέκταση τις ιμπεριαλιστικές πρακτικές της, στην ουσία θα συνεχίσουν να στηρίζουν το Ισλαμικό Κράτος και άλλες τζιχαντιστικές τρομοκρατικές οργανώσεις.

Ας αποφασίσουν επιτέλους ποιο δρόμο επιλέγουν: την ασφάλεια των λαών τους ή τα κέρδη από τις συναλλαγές τους με το ισλαμοφασιστικό καθεστώς του Ερντογάν;

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *