Ο ενωτικός αγώνας και οι Τουρκοκύπριοι: Η καχυποψία και η αξιοποίηση αντιδράσεων από τη Βρετανία

FILE PHOTO. Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος σε συνάντηση που είχε με τον τουρκοκύπριο αντιπρόεδρο  Φαζίλ Κιουτσούκ/ ΓΤΠ

Του Νίκου Χρ. Χαραλάμπους
Όταν την κατοχή της Κύπρου ανέλαβε η Μεγάλη Βρετανία το 1878, άρχισε να εκδηλώνεται η θέληση του κυπριακού ελληνισμού για την ένωση με την Ελλάδα. Πρωταρχικός φορέας του πνεύματος του αλυτρωτισμού στην Κύπρο ήταν η εκκλησιαστική ηγεσία, λόγω της ηγετικής θέσης που της εξασφάλιζε η «εθναρχική» της ιδιότητα την οποία διατήρησε και μετά το τέλος της Τουρκοκρατίας και παρά τη  αντικατάστασης του οθωμανικού συστήματος του μιλετιού (millet) από την αγγλική διοικητική τάξη.

Η εκκλησιαστική ηγεσία των Ελληνοκυπρίων υποδέχθηκε τον πρώτο Ύπατο Αρμοστή (Κυβερνήτη από το 1925) με την ελπίδα ότι η έλευση των Βρετανών ήταν ένας σταθμός που θα οδηγούσε στην ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, σύμφωνα με το προηγούμενο της Επτανήσου. Το 1889 ο αρχιεπίσκοπος Σωφρόνιος, επικεφαλής αποστολής, μετέβη στο Λονδίνο για να υποβάλει στη Βρετανική κυβέρνηση το πρώτο ενωτικό υπόμνημα. Το ίδιο επαναλήφθηκε το 1912 όταν μια νέα αποστολή μετέβη και πάλιν στο Λονδίνο με επικεφαλής τον αρχιεπίσκοπο Κύριλλο και στην οποία μετείχαν τα ελληνικά μέλη του Νομοθετικού Συμβουλίου.

Ενώ οι προσωπικές σχέσεις μεταξύ των κατοίκων των δυο κοινοτήτων ήταν καλές στις πρώτες δεκαετίες της αγγλοκρατίας, στο πολιτικό τομέα και, κυρίως, σε θέματα που αφορούσαν την αλλαγή του αποικιακού καθεστώτος,  υπήρχε πάντα μια αρνητική στάση από μέρους της τουρκοκυπριακής μειονότητας. Ο ενωτικός αγώνας των Ελληνοκυπρίων προκαλούσε την αντίδραση των Τουρκοκυπρίων. Ένα τοίχος καχυποψίας και δυσπιστίας άρχισε να κτίζεται ανάμεσα στις δυο κοινότητες της Κύπρου σε σχέση με οποιοδήποτε θέμα που απτόταν του πολιτειακού  καθεστώτος  της Κύπρου. Χαρακτηριστικός είναι ο τρόπος με τον οποίο οι Τουρκοκύπριοι αντέδρασαν στις συνταγματικές ρυθμίσεις του 1882.

Οι ρυθμίσεις αυτές κάθε άλλο παρά ευνοϊκές για τους Ελληνοκυπρίους ήταν,  γιατί είχαν τα στοιχεία της διαίρεσης και της αντιδημοκρατικής εκπροσώπησης του λαού της Κύπρου. Ειδικότερα,   με το σχετικό «διάταγμα εν συμβουλίω», ημερομηνίας 30.11.1882,  προβλεπόταν ότι στο Νομοθετικό Συμβούλιο θα μετείχαν έξι διορισμένα «επίσημα μέλη», που ήταν  αποικιακοί υπάλληλοι και δώδεκα εκλεγμένοι εκπρόσωποι του λαού,  τρεις «Μωαμεθανοί» και εννέα «μη Μωαμεθανοί» κάτοικοι της νήσου. Θα πρέπει εδώ, παρενθετικά, να αναφερθεί ότι η Βρετανική Διοίκηση χώριζε μέχρι και το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου τους κατοίκους του νησιού με κριτήριο τη θρησκεία και όχι την εθνικότητα.

Του Συμβουλίου θα προήδρευε ο Ύπατος Αρμοστής ο οποίος είχε,  σε περίπτωση ισοψηφίας,  τη «νικώσα» ψήφο. Επίσης, στο Στέμμα επιφυλάχθηκε η εξουσία να νομοθετεί με «διατάγματα εν συμβουλίω». Και, όμως, οι Τουρκοκύπριοι σε γραπτές παραστάσεις τους τόνιζαν ότι «το Νομοθετικό Συμβούλιο θα καταστεί τελικά το προανάκρουσμα της ανεξαρτησίας η οποία αποτελεί τον συνεχώς επαναλαμβανόμενο στόχο των Χριστιανών συμπατριωτών μας…. και θα θέλαμε ακόμη μια φορά να επαναλάβουμε ότι το σχέδιο για αντιπροσωπευτική εκπροσώπηση είναι από κάθε άποψη επιζήμιο για τα δικαιώματά μας και καταστροφικό για την ασφάλεια που τώρα απολαμβάνουμε…. και αν επιβληθεί θα μας αναγκάσει όλους να εγκαταλείψουμε τη νήσο για κάποιο άλλο μέρος». (Doros Alastos, Cyprus in History, σελ. 322).

Οπωσδήποτε, οι ανησυχίες των Τουρκοκυπρίων ήταν όχι μόνο υπερβολικές αλλά και ανεδαφικές, αφού μια συνεργασία των Τουρκοκυπρίων μελών με τα επίσημα διορισμένα, σε συνδυασμό με τη νικώσα ψήφο του Ύπατου Αρμοστή,  εξουδετέρωνε την αριθμητική υπεροχή των Ελληνοκυπρίων μελών. Όμως, η πιο πάνω αντίδραση των Τουρκοκυπρίων είναι ενδεικτική της δυσπιστίας και καχυποψίας που έτρεφαν από τότε προς του Ελληνοκύπριους. Στη δημιουργία αυτού του κλίματος της δυσπιστίας και καχυποψίας συνέβαλαν και οι εχθρικές σχέσεις που υπήρχαν τότε μεταξύ του Ελληνικού κράτους, που αγωνιζόταν για την επέκταση των συνόρων του και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Έκτοτε, πολιτική των Τουρκοκυπρίων ηγετών ήταν στενή συνεργασία με τη βρετανική διοίκηση και η διατήρηση του status quo. Δεν έλειψαν όμως και οι από μέρους  Τουρκοκυπρίων ηγετών εθνικιστικές εξάρσεις. Τον Δεκέμβριο του 1922 ο Dr. Eyioub, αιρετό μέλος του Νομοθετικού Συμβουλίου, ενθουσιασμένος προφανώς από τη νίκη του Τουρκικού στρατού κατά του Ελληνικού στην Μικρά Ασία, έστειλε στον Κυβερνήτη αίτημα υπογραμμένο από αριθμό εκπροσώπων κοινοτήτων και χωριών με το οποίο ζητούσε την επιστροφή της Κύπρου στην Τουρκία ή τουλάχιστον την επιστροφή στην κατάσταση του 1878.  (G. S. Georghallides, A Political and Administrative History of Cyprus, 1918 – 1926, σελ. 409).

Η στάση των Τουρκοκυπρίων έναντι του αιτήματος για Ένωση εκδηλώθηκε κατά τον πιο σαφή τρόπο μετά το «Κίνημα» του 1931. Οι αντιδράσεις των ηγετών της τουρκικής μειονότητας, στην περίοδο 1945-1950, ήταν αντίστοιχες προς τις ενωτικές εκδηλώσεις των Ελληνοκυπρίων. Οργάνωναν συγκεντρώσεις και δημοσίευαν ψηφίσματα ή έστελναν αντιπροσωπείες στην Άγκυρα κάθε φορά που η Εθναρχία προέβαινε σε διαβήματα ή εκδηλώσεις. Μετά την κατάρρευσή της Διασκεπτικής, που συνεκλήθη  στην περίοδο 1947 – 1948 για να εξετάσει συνταγματικές προτάσεις αυτοκυβέρνησης που υπέβαλε η βρετανική αποικιακή κυβέρνηση,  άρχισαν να διοργανώνονται από τους Τουρκοκυπρίους στις μεγάλες πόλεις της Κύπρου,  διαδηλώσεις και συλλαλητήρια για να εκφράσουν την αντίθεση τους στην  Ένωση.

Σε μια απ’ αυτές τις συγκεντρώσεις στη Λευκωσία, που έλαβε χώρα στις  28/11/1948, αποφασίστηκε  να σταλεί τηλεγράφημα στον Πρόεδρο και στον Πρωθυπουργό της Τουρκίας, με το έξης περιεχόμενο: «Οι δεκαπέντε χιλιάδες Τουρκοκύπριοι απεφάσισαν παμψηφεί να απορρίψουν το ελληνικό αίτημα για την προσάρτηση της Κύπρου στην Ελλάδα και για αυτονομία. Πιστεύουν ότι η προσάρτηση και η αυτονομία θα έχει  σαν συνέπεια τον αφανισμό της τουρκικής κοινότητος». (Πανταζής Τερλεξής, Διπλωματία και πολιτική του Κυπριακού. Ανατομία ενός λάθους, Έκδοση Β΄, σελ. 64).

Το δημοψήφισμα της 15ης Ιανουαρίου 1950 ήταν η πρώτη προσπάθεια για να οδηγηθεί το Κυπριακό προς την «διεθνοποίηση» και  αποτέλεσε σημαντικό σταθμό στις σχέσεις των δυο κοινοτήτων. Διευκολύνθηκε η αύξηση της έντασης του τουρκοκυπριακού εθνικισμού ο οποίος, υποκινημένος και βοηθημένος από την Άγκυρα και τους Βρετανούς,  κατέστη παράγοντας αντίπραξης κατά του ελληνοκυπριακού κινήματος αυτοδιάθεσης. Όταν λήφθηκε η απόφαση για δημοψήφισμα, η τουρκική αντίδραση άρχισε να παίρνει πιο συγκεκριμένη μορφή.

Οι Τούρκοι της Κύπρου έστειλαν τηλεγραφικές διαμαρτυρίες στα Ηνωμένα  Έθνη και στην Αγγλική Κυβέρνηση και η εφημερίδα του δρ. Κιουτσούκ  «Χαλκϊν Σεσϊ» ( Φωνή τού Λαού) ζήτησε από τον Κυβερνήτη, Σερ Άντριου Ράιτ, να απαγορεύσει την διεξαγωγή του. Ό δρ. Κιουτσούκ οργάνωσε, μάλιστα, στις 15/12/1949, μία συγκέντρωση διαμαρτυρίας η οποία υιοθέτησε ψήφισμα που καταδίκαζε την «Ένωση» και επεσήμαινε τον κίνδυνο ενδοκυπριακών ταραχών στην περίπτωση που δεν θα διατηρείτο το status quo. Αλλαγή διεθνούς καθεστώτος της Κύπρου δεν μπορούσε να είναι άλλη, κατά τον δρ. Κιουτσούκ, παρά η επιστροφή της Κύπρου στην Τουρκία, αν την εγκατέλειπαν οι  Άγγλοι.

Θα πρέπει  να αναφερθεί ότι η τότε  Ελληνική Κυβέρνηση, λόγω  της διεθνούς θέσης της Ελλάδας,  δεν ενέδιδε στο αίτημα της Εθναρχίας για διεθνοποίηση του Κυπριακού ζητήματος.  Την κυπριακή αντιπροσωπεία που είχε συσταθεί με επικεφαλής τον Μητροπολίτη Κυρηνείας Κυπριανό για να παραδώσει τους τόμους του Δημοψηφίσματος υποδέχτηκε με ενθουσιασμό ο ελληνικός λαός στο εθνικό Πανεπιστήμιο και στον «Παρνασσό», και ιδιαίτερα στο Στάδιο. Όμως,  ο πρωθυπουργός Πλαστήρας δεν τη δέχτηκε καν.  Τους τόμους του Δημοψηφίσματος τους παράλαβε ανεπίσημα, στο γραφείο του ο Πρόεδρος της Βουλής Δ. Γόντικας. Και όταν στην Αθήνα, είχε αρχίσει να εγείρεται η κατακραυγή, αναγκάστηκε να δεχτεί, πάλιν ανεπίσημα, την αντιπροσωπεία ο βασιλιάς Παύλος.

Όταν το Κυπριακό πήρε τη μορφή και ενόπλου αγώνα από την ΕΟΚΑ,  η  Τουρκία άρχισε να προβάλει,  ως πολιτική επιδίωξή της,  τη Διχοτόμηση. Απώτερος στόχος ήταν η ανάκτηση της νήσου. Η Τουρκική κυβέρνηση ανέθεσε στον Καθηγητή Ερήμ να μελετήσει τη μεθόδευση της στρατηγικής που θα ακολουθείτο για επίτευξη του στόχου αυτού. Η τουρκική πολιτική είχε και την ενθάρρυνση των Βρετανών οι οποίοι επεδίωκαν – και τελικά τα κατάφεραν –  να μετατρέψουν ένα αποικιακό πρόβλημα σε διμερές (ελληνοτουρκικό). Σε τούτο στόχευε και η  περίφημη Δήλωση του τότε Βρετανού  Υπουργού Αποικιών Λέννοξ Μπόιντ στη Βουλή των Κοινοτήτων στις 19/12/1956 για  διχοτόμηση της Κύπρου, ως μια από τις πιθανές λύσεις του Κυπριακού.

Η ηγεσία των Τουρκοκυπρίων μετατράπηκε σε όργανο της Άγκυρας. Κατευθυνόμενοι από την Τουρκία,  οι Τουρκοκύπριοι δημιούργησαν τη δική τους οργάνωση με το όνομα VOLKΑΝ που αργότερα (τέλος του 1957) πήρε το όνομα ΤΜΤ (Οργάνωση Τουρκικής Αμύνης) με σύνθημα «διχοτόμηση ή θάνατος». Η ΤΜΤ είχε ευθύς εξ αρχής έναν ακραίο εθνικιστικό προσανατολισμό. Ενεργούσε και εναντίον «συνεργατών του εχθρού» στο τουρκοκυπριακό στρατόπεδο. «Κομάντος» της ΤΜΤ έκαναν ξυλοδαρμούς κατά Τουρκοκύπριων «προδοτών», που ψώνιζαν σε ελληνικά μαγαζιά ή κάπνιζαν ελληνικά τσιγάρα. Η ΤΜΤ ασκούσε τρομοκρατία κατά Τουρκοκύπριων συνδικαλιστών, που ήταν μέλη της ΠΕΟ και συμπορεύονταν έτσι με τους Ελληνοκύπριους συναδέλφους τους.

Για εκφοβισμό δολοφόνησε το 1958 δύο ηγετικά στελέχη του αριστερού τουρκοκυπριακού κινήματος, τα οποία αγωνίζονταν για τη συνεργασία με τους ακελιστές. Από τις τουρκικές θηριωδίες η πιο φρικιαστική ήταν η σφαγή οκτώ  άοπλων και ανυπεράσπιστων κατοίκων του χωριού Κοντεμένου από μια ομάδα εξαγριωμένων Τούρκων στο αμιγώς τουρκικό χωριό Κιόνελλι (Geunyeli).

Οι Συμφωνίες της Ζυρίχης και του Λονδίνου καθιέρωσαν ένα πολύπλοκο πολιτειακό σύστημα το οποίο βασιζόταν στο «δυαλισμό» της εξουσίας. Η συνταγματική διάρθρωση στηριζόταν  στην ύπαρξη όχι ενός λαού αλλά δυο κοινοτήτων, της Ελληνοκυπριακής και της Τουρκοκυπριακής κοινότητας και το δικοινοτικό αυτό πνεύμα διείπε  ολόκληρη τη δομή του κράτους.   Ο έγκριτος Έλληνας διπλωμάτης Βύρων Θεοδωρόπουλος εύστοχα παρατήρησε τα ακόλουθα: «Προϋπόθεση για να λειτουργήσει ένα τέτοιο σύστημα ήταν, ότι θα υπήρχε συνεργασία ανάμεσα στις δυο εθνικές ομάδες, καλή πίστη στην εφαρμογή των συνταγματικών διατάξεων και προ πάντων κοινή αντίληψη για την πολιτική φιλοσοφία, που εξέφραζε το Σύνταγμα. Όπως φάνηκε, έλειπαν και τα τρία αυτά στοιχεία». (Βύρων Θεοδωρόπουλος, Οι Τούρκοι και εμείς, σελ. 255).

Υπήρχε μεταξύ των δυο κοινοτήτων της Κύπρου αμοιβαία καχυποψία και δυσπιστία. Οι ηγεσίες τόσο των Ελληνοκυπρίων όσο και των Τουρκοκυπρίων δεν πίστευαν στο νεοσύστατο κράτος. Η τουρκική πλευρά, και συγκεκριμένα ο Ντενκτάς, θεωρούσε ως δεδομένο το ανεφάρμοστο των Συμφωνιών και αναγκαία την προετοιμασία για προώθηση των τουρκικών επεκτατικών σχεδιασμών.

Πριν ακόμη εγκαθιδρυθεί η Κυπριακή Δημοκρατία και, συγκεκριμένα, στις 18.10.1959, συνελήφθηκε το τουρκικό πλοιάριο «Ντενίζ», σε περιοχή έξω από τη χερσόνησο της Καρπασίας, που μετέφερε από την Τουρκία όπλα για τους Τουρκοκύπριους.  Αναφορικά με τη συμπεριφορά της ελληνοκυπριακής ηγεσίας, θα αρκεστώ να αναφερθώ σε μια επιστολή του Μακαρίου προς τον τότε πρωθυπουργό της Ελλάδας Γεώργιο Παπανδρέου, ημερομηνίας 1/3/1964. Στην επιστολή του ο Μακάριος ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι υπέγραψε «εκ μέρους των Ελλήνων της Κύπρου» τις συμφωνίες αυτές, επειδή  «ουκ ην άλλως γενέσθαι. Ουδ’ επί στιγμήν όμως επίστευσα, ότι αι συμφωνίαι θα απετέλουν μόνιμον καθεστώς…». (Άγγελος Βλάχος, Δέκα Χρόνια Κυπριακού, σελίδες 288 – 289).

Θα πρέπει εδώ να αναφερθεί και το «Σχέδιο Ακρίτας» από ελληνοκυπριακής πλευράς και το σχέδιο για διχοτόμηση από τουρκοκυπριακής πλευράς που αποκαλύφθηκε από δυο έγγραφα που βρέθηκαν στα γραφεία Τουρκοκυπρίων αξιωματούχων όταν  αυτοί αποχώρησαν από την κυβέρνηση.

Το κείμενο του «Σχεδίου Ακρίτας» διακρίνονταν για όχι λίγα λογικά ή γλωσσικά  λάθη και για σύγχυση. Ακόμα και η επικεφαλίδα του εγγράφου με εκείνο το φοβερό «Αι πρόσφαται (sic) πολιτικαί εξελίξεις» αποκαλύπτει το μορφωτικό επίπεδο του συντάκτη του. Διαβάζοντας ένας προσεκτικά το κείμενο του «Σχεδίου Ακρίτας» και,  ειδικά, «την άλυσιν ενεργειών και εξελίξεων» που καταγράφονται για την επίτευξη του επιδιωκόμενου στόχου, διαπιστώνει όχι μόνο την άγνοια βασικών αρχών και κανόνων της διεθνούς έννομης τάξης, αλλά και παιδαριώδη πολιτική αφέλεια.

Και να σκεφθεί κανείς ότι οι άνθρωποι που συμμετείχαν στην «Οργάνωσιν» για υλοποίηση αυτού του τερατώδους «Σχεδίου» διαδραμάτισαν πρωταγωνιστικό ρόλο στη διαμόρφωση των εξελίξεων  στις επόμενες δεκαετίες. Δεν θα πρέπει, ως εκ τούτου, να απορεί κανείς γιατί φτάσαμε στο σημερινό κατάντημα.

Στο πρώτο από τα τουρκικά έγγραφα διαπιστώνονται, μεταξύ άλλων,  τα ακόλουθα: «Οι συμφωνίες της Ζυρίχης και του Λονδίνου έγινα αποδεκτές όχι ως οριστική λύση, αλλά ως προσωρινό ενδιάμεσο σταθμό. Στόχος μας παραμένει η διχοτόμηση (taksim), η πλήρης μας ελευθερία. ….  Και οι Έλληνες θεωρούν το καθεστώς της Δημοκρατίας προσωρινό. … Η μόνη διέξοδος είναι να ενισχυθεί η πεποίθηση πως οι συμφωνίες είναι προσωρινός σταθμός και πως η κοινότητά  μας αποτελεί χωριστό κράτος». Τα κύρια σημεία του δεύτερου εγγράφου, που φέρει ημερομηνία 14/9/1963 είναι: Το 1964 θα είναι μια αποφασιστική χρονιά.

Οι Έλληνες ίσως καταργήσουν επίσημα το Σύνταγμα ή προσπαθήσουν να το αναθεωρήσουν. Σε μια  τέτοια περίπτωση πρέπει να εγκαθιδρυθεί μια τουρκική Κυπριακή Δημοκρατία εκτός των συμφωνιών της Ζυρίχης και του Λονδίνου. Ο Τούρκος  Αντιπρόεδρος θα είναι πρόεδρος. Θα σχηματιστεί καθαρά τουρκική κυβέρνηση. Η Τουρκία θ’ αναγνωρίσει αμέσως αυτή την κυβέρνηση. Ύστερα, από αίτημα της τελευταίας η Άγκυρα θα επέμβει.

Λίγο μετά τα επεισόδια του Δεκεμβρίου του 1963,  άρχισε,  πρώτα σποραδικά, μετά οργανωμένη από τους ηγέτες των Τουρκοκυπρίων, η έξοδος των Τουρκοκυπρίων από τα μέχρι τότε μικτά χωριά  και η εγκατάστασή τους σε αμιγή τουρκικά, ενώ στις πόλεις οι Τουρκοκύπριοι οχυρώθηκαν σε δικές τους συνοικίες. Έτσι, δημιουργήθηκαν οι θύλακες.

Οποιαδήποτε απόπειρα των Τουρκοκυπρίων για επανένταξη αντιμετωπιζόταν  με σκληρότητα από την ηγεσία τους.

Το μαρτυρεί  η δολοφονία του Τουρκοκύπριου Ντερβίς Αλή Καβάζογλου το 1965 από την ΤΜΤ. Ήταν μέλος της Κ.Ε. του ΑΚΕΛ και  αγωνιζόταν για τη συνεργασία των εργατών και αγροτών των δύο κοινοτήτων. Μαζί του δολοφονήθηκε από τους τρομοκράτες της ΤΜΤ κι ο Ελληνοκύπριος σύντροφος του Κώστας Μισιαούλης.

Έτσι, άρχισε με μεθοδικότητα και συγκαλυμμένα ο μακροπρόθεσμο σχεδιασμό της πολιτικής της Άγκυρας στο Κυπριακό.  Είναι χαρακτηριστικά τα όσα είπε ο Ισμέτ Ινονού στην Τουρκική Εθνοσυνέλευση: «Επίσημα υποστηρίζουμε μάλλον την ιδέα της ομοσπονδίας παρά εκείνη της διχοτόμησης, για να μείνουμε στο πλαίσιο των διατάξεων των συνθηκών»

Από το 1964 μέχρι το 1968 οι Ελληνικές κυβερνήσεις επεδίωκαν την Ένωση με εδαφικά ανταλλάγματα προς την Τουρκία, δηλαδή τη διπλή Ένωση. Σε μια τέτοια λύση αντέστη σθεναρά η ελληνοκυπριακή ηγεσία. Μετά το 1968 ακολουθήθηκε η γραμμή του «εφικτού». Αν η  Ιστορία χρεώσει τον Μακάριο για τον τρόπο που χειρίστηκε τα «δεκατρία σημεία» του, θα τον πιστώσει για το ότι, με τη σθεναρή στάση του έναντι των διαφόρων διχοτομικών σχεδίων, διέσωσε την Κυπριακή Δημοκρατία.

* Πρώην Επίτροπος Διοικήσεως και πρώην Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *