Ο εξ Ανατολών κίνδυνος: Η πραγματική διάσταση της τουρκικής στρατηγικής διαφάνηκε τόσο στο Αιγαίο όσο και στην Κύπρο

FILE PHOTO. Ο Πρόεδρος της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν με τον υπουργό Εξωτερικών της χώρας Μελβούτ Τσαβούσογλου. ΚΥΠΕ/ EPA/Stephanie Lecocq

Του Στέφανου Κωνσταντινίδη

Στην περίοδο του Ψυχρού Πολέμου καλλιεργήθηκε έντονο το συναίσθημα στους Έλληνες ότι η χώρα διέτρεχε κίνδυνο από τους βόρειους γείτονές της. Επρόκειτο για ένα σύνδρομο που αναπτύχθηκε μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο και που έμεινε γνωστόν ως «ο εκ Βορρά κίνδυνος», καθώς τα γειτονικά αυτά κράτη είχαν περάσει κάτω από τη σοβιετική επιρροή. Βεβαίως στην κομμουνιστική αναφορά αυτού του κινδύνου υπήρχε ένα παλαιότερο υπόστρωμα, αυτό του σλαβικού κινδύνου που είχε καλλιεργηθεί και πάλιν σε αναφορά με τα πανσλαβιστικά, υποτίθεται, σχέδια της Μόσχας. 

Μάλιστα, η αντικομμουνιστική μεταπολεμική προπαγάνδα δεν δίσταζε να συνδέει κομμουνισμό και πανσλαβισμό. Πίσω από αυτή την προπαγάνδα κρυβόταν ο αμερικάνικος παράγοντας που ήθελε να ενισχύσει τη Νοτιανατολική Πτέρυγα του ΝΑΤΟ. Που ευνόησε μάλιστα και μια τριμερή συμμαχία ανάμεσα στην Ελλάδα, τη Γιουγκοσλαβία του Τίτο και την Τουρκία, το Βαλκανικό Σύμφωνο του 1953. Στην περίοδο αυτή, η ελληνική αστική τάξη και η «εθνικόφρονα» Ελλάδα έκαναν τα στραβά μάτια στην ανάπτυξη του ομόσπονδου μακεδονικού κρατιδίου στη Γιουγκοσλαβία.

Χρειάστηκε η ανακίνηση του Κυπριακού για να αρχίσει η ελληνική αστική τάξη και η «εθνικόφρονα» Ελλάδα να συνειδητοποιούν ότι ο πραγματικός κίνδυνος προερχόταν εξ Ανατολών και όχι εκ Βορρά. Με τους Βόρειους γείτονες υπήρχαν βεβαίως διαφορές και προβλήματα, αλλά όχι σοβαρή απειλή. Σε σημείο που στη μεταπολίτευση οι δύο σημαντικότεροι Έλληνες πολιτικοί ηγέτες αυτής της περιόδου, που εκπροσωπούσαν τόσο την αστική τάξη όσο και ευρύτερα λαϊκά στρώματα, επεδίωξαν την εξομάλυνση των σχέσεων με τους Βόρειους γείτονες, έχοντας συνειδητοποιήσει ότι ο κίνδυνος για τη χώρα προερχόταν εξ Ανατολών, από την Τουρκία, σύμμαχο υποτίθεται εντός του ΝΑΤΟ.

Δεν είναι τυχαίο που τόσο ο Κωνσταντίνος Καραμανλής όσο και ο Ανδρέας Παπανδρέου επεδίωξαν ακόμη και μια μυστική προσέγγιση με τη Βουλγαρία του Ζίβκοφ, ακόμη και προτού καταρρεύσει η Σοβιετική Ένωση, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις τουρκικές απειλές, κατά κύριο λόγο στο Αιγαίο και δευτερευόντως στην Κύπρο. Η Βουλγαρία παραμένει έκτοτε ένας εν δυνάμει στρατηγικός σύμμαχος της Ελλάδας.

Από τα μέσα της δεκαετίας του ’50 αναπτύσσεται το τουρκικό στρατηγικό δόγμα αμφισβήτησης της ελληνικής κυριαρχίας στο Αιγαίο και του ενδιαφέροντος για την Κύπρο. Η ελληνική αστική τάξη και η πολιτική της εκπροσώπηση δεν αντιλαμβάνεται τους τουρκικούς στρατηγικούς σχεδιασμούς ή στηρίζεται στις ψευδαισθήσεις που της δημιουργεί ο αμερικανικός παράγοντας για τον εκ Βορρά κίνδυνο.

Ακόμη και στη δεκαετία το ’60 δεν συνειδητοποιεί την ανάπτυξη του τουρκικού επεκτατισμού, ειδικά στην περίοδο της Χούντας, με τον δικτάτορα Γεώργιο Παπαδόπουλο να ονειρεύεται ακόμη και ομοσπονδία ανάμεσα στις δύο χώρες! Χρειάστηκε η εισβολή στην Κύπρο και η απειλή ελληνοτουρκικού πολέμου στο Αιγαίο για να συνειδητοποιήσουν στην Αθήνα, την περίοδο της μεταπολίτευσης, τη σοβαρότητα του κινδύνου που έθετε για τη χώρα ο τουρκικός επεκτατισμός.

Αλλά, ακόμη και τότε, δεν έλειψαν οι ψευδαισθήσεις, με πρώτη και καλύτερη τη θεωρία «εξημέρωσης του θηρίου» με τη στήριξη της ευρωπαϊκής πορείας της Τουρκίας. Αυτή η πολιτική οδήγησε, επί της περιόδου Σημίτη, σε μια σοβαρή αναδίπλωση της Αθήνας με σοβαρές παραχωρήσεις στην Τουρκία μετά την κρίση των Ιμίων, αναγνωρίζοντας της «νόμιμα» δικαιώματα στο Αιγαίο. Αυτό έγινε ειδικά με τη συμφωνία της Μαδρίτης, που υπογράφτηκε στη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ, στις 8 Ιούλιου 1997, στην ισπανική πρωτεύουσα, ανάμεσα στους Σημίτη και Ντεμιρέλ. Η συμφωνία αναγνώριζε «νόμιμα και ζωτικά συμφέροντα» στην Τουρκία στο Αιγαίο. Έκτοτε επεβλήθη από την Άγκυρα η πολιτική των «γκρίζων ζωνών» στο Αιγαίο και η διεκδίκηση ελληνικών νησιών. Στη συνέχεια τέθηκε και θέμα αναθεώρησης της Συνθήκης της Λωζάνης.

Την ίδια περίοδο, σταδιακά η Κύπρος οδηγείται σε λύση τουρκικών προδιαγραφών με κατάληξη το περιβόητο σχεδιο Ανάν. Η Κυπριακή Δημοκρατία διασώθηκε την τελευταία στιγμή, με το δημοψήφισμα του 2004, χάρη στη θαρραλέα πολιτική του Τάσσου Παπαδόπουλου και το γεγονός ότι οι ευρύτερες λαϊκές μάζες συνειδητοποίησαν τους κινδύνους που διέτρεχε ο τόπος. Το σχέδιο Ανάν εξυπηρετούσε βασικά τα βρετανικά και αμερικανο-νατοϊκά συμφέροντα στην Αντολική Μεσόγειο και την ευρύτερη Μέση Ανατολή και σε τοπικό επίπεδο το μεταπρατικό κυπριακό κεφάλαιο, τη μεταπρατική μερίδα της κυπριακής αστικής τάξης.

Όταν οι ισλαμιστές με τον Ερντογάν έγιναν κυβέρνηση στην Άγκυρα, συνεχίστηκαν οι ψευδαισθήσεις τόσο στην Αθήνα όσο και στη Λευκωσία. Αναπτύχθηκε μια έντονη προπαγάνδα ότι με τον Ερντογάν και τους Ισλαμιστές η Κύπρος μπορούσε να ελπίζει. Ο σημερινός μάλιστα Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας επισκέφθηκε, ως πρόεδρος του ΔΗΣΥ, τον Ερντογάν και διαβεβαίωνε τον κυπριακό λαό για τις καλές προθέσεις του. Κάτι που έκανε πιο πρόσφατα και ο γενικός γραμματέας του ΑΚΕΛ με επίσκεψή του στον Νταβούτογλου, τότε πρωθυπουργό της Τουρκίας.

Η πραγματική όμως διάσταση της τουρκικής στρατηγικής διαφάνηκε πρόσφατα εκ νέου τόσο στο Αιγαίο όσο και στην Κύπρο. Η Τουρκία επιδίδεται πια σε καθαρά πειρατικές ενέργειες τόσο στο Αιγαίο όσο και στην κυπριακή ΑΟΖ. Και όμως υπάρχουν ακόμη αφελείς τόσο στην Αθήνα αλλά περισσότερο στη Λευκωσία, που την πιστώνουν με καλές προθέσεις. Και επιμένουν σε συνομιλίες με όρους παράδοσης. Καμιά φορά διερωτάσαι αν η ιδεολογία της υποταγής έχει όρια.

«Mας γέρασαν προώρως, Γιώργο, το κατάλαβες;»
Μανώλης Αναγνωστάκης

*Πανεπιστημιακός, διευθυντής του Κέντρου Ελληνικών Ερευνών Καναδά-ΚΕΕΚ και μέχρι πρόσφατα επιστημονικός συνεργάτης του ΕΔΙΑΜΜΕ στο Πανεπιστήμιο Κρήτης. stephanos.constantinides@gmail.com

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *