Ο Φάκελος της Κύπρου

Τα τουρκικά πλοία προσεγγίζουν τις κυπριακές ακτές, 20 Ιουλίου 1974, Φωτογραφία από το αρχείο του τουρκικού στρατού

Του ΓΙΑΝΝΑΚΗ Λ. ΟΜΗΡΟΥ

Καθώς πλησιάζουν οι μαύρες επέτειοι του πραξικοπήματος και της τουρκικής εισβολής, επανέρχεται στην επικαιρότητα η ανάγκη να χυθεί άπλετο φως, δεκαετίες μετά, στο δίδυμο έγκλημα σε βάρος της Κύπρου. Με λύπη διαπιστώνω ότι αυτά που συμφώνησα με τους τότε Προέδρους της Βουλής των Ελλήνων Ζωή Κωνσταντοπούλου και Νίκο Βούτση, και μάλιστα με συνομολόγηση σχετικού πρωτοκόλλου, για να δοθούν τα πλήρη πρακτικά της εξεταστικής των πραγμάτων επιτροπής της Βουλής των Ελλήνων για τον «Φάκελο της Κύπρου» στην Κυπριακή Βουλή δεν φαίνεται να τηρούνται, καθώς υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση.

Ελπίζω να υπάρχουν επαρκείς λόγοι που να δικαιολογούν αυτή την καθυστέρηση. Σε κάθε περίπτωση το αίτημα για πλήρη αποκάλυψη όλων των πτυχών της προδοσίας παραμένει. Θα επαγρυπνούμε καθηκόντως μέχρι να τηρηθούν όλες οι παράμετροι που περιελήφθησαν στο πρωτόκολλο μεταξύ των δύο Κοινοβουλίων Κύπρου και Ελλάδας ημερομηνίας 26 Ιανουαρίου 2016.

Πρόκειται για εθνικό χρέος και χρέος προς την Ιστορία. Ιδού τα γεγονότα.

Παράδοση του υλικού του Φακέλου της Κύπρου

Καθ’ όλη τη διάρκεια της μεταπολιτευτικής περιόδου μετά τη διερεύνηση του «Φακέλου της Κύπρου» υπήρχε μια σκιά στις σχέσεις της Κυπριακής και της Ελληνικής Βουλής. Αιτία η άρνηση της Βουλής των Ελλήνων να ανταποκριθεί στο επανειλημμένο αίτημα της Κυπριακής Βουλής για να παραδοθεί το υλικό που συνέλεξε «η Εξεταστική των πραγμάτων Επιτροπή» της Βουλής των Ελλήνων για την προδοσία της Κύπρου τη διετία 1986 -1988, παρά τις επανειλημμένες και έντονες οχλήσεις της Βουλής των Αντιπροσώπων. Μάλιστα επί προεδρίας της Βουλής από τον αείμνηστο Σπύρο Κυπριανού είχε δημιουργηθεί κλίμα σοβαρής έντασης και δημόσιων αντεγκλήσεων και λογομαχιών με την Αθήνα για το θέμα του «Φακέλου της Κύπρου».

Ευρισκόμενος στην Αθήνα το 2015, ως Πρόεδρος της Κυπριακής Βουλής, όταν στην Προεδρία της Βουλής βρισκόταν η Ζωή Κωνσταντοπούλου, έθεσα ως στόχο να πείσω για την ανάγκη να δοθεί τέρμα σε αυτή την ιστορική εκκρεμότητα. Πολύ διακριτικά και μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας συμφωνήσαμε ότι το θέμα θα έπρεπε να λήξει.

Δεδομένου ότι σε κοινοβουλευτικά συστήματα τον καθοριστικό λόγο για τις σημαντικές αποφάσεις της Βουλής έχει ο Πρωθυπουργός, επιδίωξα και είχα συνάντηση με τον Πρωθυπουργό Τσίπρα. Εξήγησα ότι ήταν αδιανόητο να υπάρχουν οποιεσδήποτε αναστολές και δισταγμοί στο να δοθεί στην Κύπρο το υλικό του «Φακέλου της Κύπρου», δεδομένου μάλιστα ότι οι όποιοι φόβοι για διασάλευση των σχέσεων της Ελλάδας με τις ΗΠΑ είχαν ξεπεραστεί από δημόσιες τοποθετήσεις-ομολογίες Αμερικανών αξιωματούχων. Ο Πρωθυπουργός συμφώνησε και προχωρήσαμε, στις 21 Ιανουαρίου 2016 στην Αθήνα, με τον Πρόεδρο της Βουλής των Ελλήνων Νίκο Βούτση στη συνομολόγηση πρωτοκόλλου συνεργασίας για την ψηφιοποίηση και παράδοση στον Κύπριο Πρόεδρο της Βουλής ολόκληρου του συλλεγέντος υλικού από την «Εξεταστική των πραγμάτων Επιτροπή», για τον «Φάκελο της Κύπρου».

Με αυτό τον τρόπο τερματιζόταν μια ιστορική εκκρεμότητα δεκαετίες μετά από το πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή. Το υλικό που θα παραδοθεί στην Κυπριακή Βουλή αναμένεται να χρησιμοποιηθεί για «κοινοβουλευτικούς, επιστημονικούς και ιστορικούς σκοπούς», σύμφωνα με το Πρωτόκολλο Συνεργασίας του Ιανουαρίου του 2016.

Ωστόσο θα πρέπει να υπομνησθεί, με την ευκαιρία, μια άλλη ιστορική εκκρεμότητα που συνιστά κολοσσιαίο εθνικό όνειδος, όπως αναφέρεται πιο πάνω. Η μη ποινική δίωξη των πρωταιτίων που διενήργησαν το πραξικόπημα εναντίον του Προέδρου Μακαρίου.

Η ατιμωρησία της προδοσίας  

Τον Αύγουστο του 1997, ο Φαίδων Γκιζίκης, «πρόεδρος της Δημοκρατίας» της στρατιωτικής χούντας των Αθηνών αλλά και πρόεδρος της Δημοκρατίας και τους πρώτους μήνες της μεταπολίτευσης, δηλαδή μετά την πτώση της χούντας, προέβη σε δήλωση στον ελληνικό Τύπο, παραδεχόμενος ότι μαζί με τον Ιωαννίδη, τον Μπονάνο και τον Γεωργίτση, αυτός ως εγκάθετος πρόεδρος της Δημοκρατίας διέταξε τους πραξικοπηματίες να ενεργήσουν κατά της δημοκρατικής εξουσίας στην Κύπρο. Ο Γκιζίκης ουδέποτε δικάστηκε. Αντίθετα, διατήρησε όλα τα ωφελήματα πρώην Προέδρου της Δημοκρατίας.

Μετά τον σάλο που προκλήθηκε, σε Κύπρο και Ελλάδα, από αυτές τις δηλώσεις του Φαίδωνα Γκιζίκη, ανέλαβα την πρωτοβουλία να συνοδεύσω στην Αθήνα την Παγκύπρια Ένωση Συγγενών των Πεσόντων Αντιστασιακών για να διατυπώσουμε το αίτημα ποινικής δίωξης των πρωταιτίων του πραξικοπήματος, μετά την κυνική ομολογία Γκιζίκη.

Η αναστολή της ποινικής δίωξης των πρωταιτίων του πραξικοπήματος

Γιατί όμως δεν διώχθηκαν ποινικά οι πρωταίτιοι του πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου 1974 κατά του Προέδρου Μακαρίου και της νόμιμης Κυβέρνησης της Κύπρου;

Όταν μετά την πτώση της Χούντας, μέσα από τις στάχτες της κυπριακής τραγωδίας, καταχωρήθηκαν ποινικές διώξεις κατά των πρωταιτίων του πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου 1974 εναντίον του Προέδρου Μακαρίου, η Κυβέρνηση Καραμανλή της μεταπολιτευτικής περιόδου  ανέστειλε τις διώξεις με επίκληση νομοθεσίας που προέβλεπε ότι μπορεί να υπάρξει μια τέτοια αναστολή «όταν απειλούνται οι σχέσεις της Ελλάδος μετά τρίτης τινός χώρας» (άρθρο 30, παρ. 2 του κώδικα ποινικής δικονομίας). Η χώρα βέβαια δεν ανεφέρθη, αλλά ήταν προφανές ότι επρόκειτο για τις Ηνωμένες Πολιτείες και το ΝΑΤΟ. Δηλαδή δεν υπήρξε ποινική δίωξη των χουντικών που διέταξαν και εκτέλεσαν την προδοσία του πραξικοπήματος, που οδήγησε στην τουρκική εισβολή, και ως εκ τούτου δεν υπήρξε τιμωρία, για να μην αποκαλυφθεί ο ρόλος και οι κραυγάζουσες ευθύνες των Ηνωμένων Πολιτειών και του ΝΑΤΟ.

Στις 3 Δεκεμβρίου 1975 οι βουλευτές Γ. Φαράκος, Α. Γιάννου και Κ. Κάππος κατέθεσαν επερώτηση στη Βουλή των Ελλήνων και το ίδιο έπραξε και ο Λεωνίδας Κύρκος στις 22 Ιανουαρίου του 1976, «σχετικά με την καθυστέρηση της διώξεως κατά των υπευθύνων της κυπριακής τραγωδίας».

Μετά από συζήτηση της επερώτησης, ο τότε υπουργός Δικαιοσύνης, Κ. Στεφανάκης, απάντησε με δήλωση του Πρωθυπουργού Κ. Καραμανλή ημερ. 16 Οκτωβρίου 1975:

«Θα παραμείνει βέβαια ακόμα εκκρεμής η δίωξις των υπευθύνων διά το πραξικόπημα της Κύπρου και τούτο διότι η Κυβέρνησις νομίζει ότι κατά την παρούσαν φάσιν του Κυπριακού, δεν είναι δυνατόν να διεξαχθεί η δίκη αυτή, αζημίως, διά την υπόθεσιν της Κύπρου». Έτσι η χούντα διώχθηκε και τιμωρήθηκε μόνο για το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου του 1967 και για την αιματηρή καταστολή της εξέγερσης του Πολυτεχνείου τον Νοέμβριο του 1973. Όχι για την εθνική προδοσία της Κύπρου.

Και όμως! Ενώ η Κυβέρνηση Καραμανλή φρόντισε να «προστατεύσει» τους Αμερικανούς και Νατοϊκούς και να επιβάλει συσκότιση για τις ευθύνες τους στην κυπριακή τραγωδία, ο Αμερικανός Πρόεδρος Μπιλ Κλίντον, κατά την επίσημη επίσκεψή του στην Αθήνα τον Νοέμβριο του 1999, ζήτησε συγνώμη για τη στήριξη που πρόσφεραν οι ΗΠΑ προς την ελλαδική χούντα. Αλλά και ο ανώτατος Αμερικανός διπλωμάτης Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ, σε στιγμές ειλικρίνειας, αναφώνησε το MEA CULPA, για τον ρόλο που διαδραμάτισαν οι Αμερικανοί στη στήριξη της δικτατορίας αλλά και στην κυπριακή τραγωδία.

Οι παραστάσεις προς την Αθήνα

Στην Αθήνα διατυπώσαμε το αίτημα για τον τερματισμό της αναστολής της ποινικής δίωξης των πρωταιτίων του πραξικοπήματος της Κύπρου. Συναντηθήκαμε με τον Υπουργό Δικαιοσύνης Ευάγγελο Γιαννόπουλο και με εκπροσώπους των Κοινοβουλευτικών Κομμάτων. Όλοι επέδειξαν κατανόηση ωστόσο καμιά πρωτοβουλία δεν αναλήφθηκε προς την κατεύθυνση προσαγωγής των πραξικοπηματιών ενώπιον της Δικαιοσύνης. Στην Αθήνα συναντήσαμε στο Γραφείο του τον αείμνηστο δικηγόρο Τάκη Παππά από τον οποίο ζητήσαμε γνωμοδότηση «σχετικά με την παραγραφή ποινικών αδικημάτων, που έχουν τελεσθεί εναντίον ξένου κράτους, του Αρχηγού του και κάθε συναφούς εγκλήματος από Έλληνες υπηκόους.

Ο Τάκης Παππάς «ήταν Έλληνας διαπρεπής ποινικολόγος, αντιστασιακός και πολιτικός, από τις σημαντικότερες προσωπικότητες του νομικού κόσμου». Πέθανε το 2001, από νευρολογικά νοσήματα, λόγω των φρικτών βασανιστηρίων στα οποία υποβλήθηκε κατά τον εγκλεισμό του στα κολαστήρια της ΕΑΤ-ΕΣΑ το 1973. Παραθέτω τα πιο σημαντικά ευρήματα της γνωμοδότησης του Τάκη Παππά: «Η γνωμοδότηση αφορά τις εγκληματικές πράξεις, κατά τη διάρκεια του πραξικοπήματος που οργάνωσε και εξετέλεσε, με όργανα της, στην Ελλάδα και την Κύπρο η Κυβέρνηση της ελληνικής χούντας εναντίον της νόμιμης κυβέρνησης και του Μακαρίου, τον Ιούλιο του 1974. Αφορμή απετέλεσε, για τη διατύπωση της γνώμης μου, η πρόσφατη δήλωση του Γκιζίκη στον ελληνικό Τύπο, ότι μαζί με τον Ιωαννίδη, τον Μπονάνο και τον Γεωργίτση (στρατιωτικό διοικητή των ελληνικών δυνάμεων στην Κύπρο), αυτός διέταξε, ως εγκάθετος Πρόεδρος της Δημοκρατίας, τους πραξικοπηματίες, να ενεργήσουν κατά της δημοκρατικής εξουσίας στην Κύπρο. Πολύ εύλογα, η Παγκύπρια Ένωση Συγγενών των πεσόντων κατά το πραξικόπημα ερωτούν: «Αν τα εγκλήματα που με αναισχυντία ομολογούνται, μπορούν να τιμωρηθούν και με ποιες προϋποθέσεις»… …« Μετά την πτώση της δικτατορίας, τον Ιούλιο του 1974, ανέλαβε την ηγεσία της χώρας η Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας με Πρωθυπουργό τον κ. Κωνσταντίνο Καραμανλή και Υπουργό Εξωτερικών τον Ευάγγελο Αβέρωφ. Τότε διενεργήθηκε προκαταρκτική εξέταση (δηλαδή μια έρευνα κατά το ελληνικό δίκαιο), αν υπάρχουν οι προϋποθέσεις, με βάση τις τελεσθείσες πράξεις και τις υπάρχουσες αποδείξεις, να ασκηθεί ποινική δίωξη in personam (κατά συγκεκριμένων προσώπων), σύμφωνα με τα άρθρα 31,240,και 241 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Κατά τη διάρκεια της προαναφερθείσας προκαταρκτικής εξέτασης, ο τότε υπουργός Δικαιοσύνης, μετά σύμφωνη απόφαση και του Υπουργικού Συμβουλίου, ανέστειλε την ποινική δίωξη κατά των τελεσθέντων εγκλημάτων, επειδή κατά τη γνώμη του έκρινε, ότι πρόκειται να διαταραχθούν οι διεθνείς σχέσεις του Κράτους, σύμφωνα με το άρθρο 30 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.

Το έγκλημα κατά της χώρας μας παραμένει μέχρι σήμερα ατιμώρητο

Πρόσθετα στη γνωμάτευσή του ο Τάκης Παπάς επεσήμανε: « Έκτοτε, τον Φεβρουάριο του 1986, έγινε συζήτηση στη Βουλή των Ελλήνων για τη σύσταση εξεταστικής των πραγμάτων επιτροπής για τον Φάκελο της Κύπρου. Όμως το νομικό καθεστώς της αναστολής της ποινικής διώξεως κατά των εγκλημάτων του πραξικοπήματος εξακολουθεί να ισχύει»… …

«Και βεβαίως, από πλευράς δικαιοπολιτικής, ο θεσμός της παραγραφής είναι θεσμός δικαίου, ο οποίος λειτουργεί σύμφωνα με το περί δικαίου συναίσθημα, δηλ. όταν παρέλθει σημαντικός χρόνος από την τέλεση της αξιόποινης πράξης μέχρι του ποινικού κολασμού της, να εξαλείφεται το δικαίωμα της Πολιτείας για ποινή. Όταν όμως πρόκειται για εγκλήματα τεράστιας πολιτικής σημασίας, για τα οποία απασχολείται το Υπουργικό Συμβούλιο της χώρας, σύμφωνα με το άρθρο 30 παρ. 2 και, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση, προσβάλλονται σημαντικές ολότητες εννόμων αγαθών, τότε εγκληματοπροληπτικά η τιμωρία (που συνεπάγεται αναμφισβήτητα και μία σκληρότητα) αποκτά διαχρονική σημασία (έτσι δεν μπορεί να τεθεί και θέμα νεοτέρου επιεικούς Νόμου)… … « Η δε Βουλή των Ελλήνων, το 1996 (και ο ίδιος ο υπουργός εψήφισε τη διάταξη), επιβεβαίωσε πρόσφατα την εξαίρεση της αναστολής διώξεως του άρθρου 20 παρ.2 Π.Κ. από τις προθεσμίες παραγραφής των εγκλημάτων και πολύ λογικά, εξαιτίας της φύσεως των ποινικών αδικημάτων, όπου το δόγμα της σκοπιμότητας ειδικά επικρατεί του δόγματος της νομιμότητας. Επομένως, η ανάκληση της απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου και του υπουργού Δικαιοσύνης για την αναστολή της ποινικής δίωξης δεν έχει νομικό πρόβλημα. Το ζήτημα της διώξεως των ηθικών αυτουργών για εγκλήματα κατά ξένου κράτους, ανθρωποκτονιών και άλλων συναφών κακουργημάτων και πλημμελημάτων είναι κυβερνητικό θέμα, δηλ. πολιτικό και όχι νομικό. Η Κυβέρνηση είναι η μόνη που γνωρίζει ποιες είναι οι διεθνείς σχέσεις της χώρας που θα διαταραχθούν, αν καταδικασθούν οι πραξικοπηματίες, που οδήγησαν σε πλήθος νεκρών και άνοιξαν τον δρόμο στον Αττίλα και την κυπριακή τραγωδία. Και αν το 1974 υπήρχαν κατ’ επίφαση αποδεικτικές δυσχέρειες στην ποινική δίωξη, τώρα που οι ένοχοι αυτοαποκαλύπτονται ποια ανοχή προστατεύει τη δημοκρατία από τα εγκλήματα των στρατοκρατών κατά της ελληνικής ολότητας στην Κύπρο; Και πώς η τιμωρία των ενόχων διαταράσσει τις διεθνείς μας σχέσεις σε μια αποκλειστικά ελληνική υπόθεση;

Εκτός αν θεωρείται ότι θίγονται οι ΗΠΑ, η ΤΟΥΡΚΙΑ και οι σχέσεις με αυτές τις χώρες, αν διωχθεί ο Γκιζίκης. Πάντως, στις δημοκρατίες, επιβάλλεται διαφάνεια στις αποφάσεις των Κυβερνήσεων και των υπουργών και άμεση ανάκληση της αναστολής δίωξης από το Υπουργικό Συμβούλιο». Αυτή ήταν η σαφής γνωμοδότηση του Τάκη Παππά ημερ. 20 Αυγούστου 1997. Την κοινοποιήσαμε στην Ελληνική Κυβέρνηση, την κοινοποιήσαμε στα ελληνικά κοινοβουλευτικά κόμματα. Ουδεμία ανταπόκριση. Το πελώριο έγκλημα της προδοσίας της Κύπρου, της πρόκλησης χιλιάδων θανάτων, της προσφυγοποίησης 200 χιλιάδων Ελλήνων Κυπρίων, των αγνοουμένων, της κατάληψης του 37% εδαφών της Κυπριακής Δημοκρατίας, παραμένει μέχρι σήμερα ατιμώρητο. Και εξακολουθεί να στοιχειώνει τους υπεύθυνους αυτής της εγκληματικής παράλειψης. Παραμένει ως στίγμα ανεξίτηλο και εσαεί εθνικό όνειδος το γεγονός ότι οι πρωταίτιοι της μεγαλύτερης προδοσίας στη νεότερη ιστορία του Ελληνισμού παρέμειναν ατιμώρητοι.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *