Ο ήχος της σιωπής

Φωτογραφία Ιουλίτα Τουμαζή

Της ΔΕΝΑΣ ΑΝΑΞΑΓΟΡΟΥ ΤΟΥΜΑΖΗ

Ο θείος Χριστόφορος, που όλοι τον ξέραμε ως Ττόφα, ήταν ο μικρότερος αδελφός της γιαγιάς Δέσποινας, ο οποίος έφυγε με το καράβι στις αρχές του 20ου αιώνα αναζητώντας εργασία στη Μεγάλη Βρετανία. Θα έμενε εκεί για λίγα χρόνια, με στόχο να βάλει στην άκρη κάποια χρήματα και έπειτα να επιστρέψει στο νησί να κάνει οικογένεια. Ερωτεύτηκε όμως και παντρεύτηκε με Aγγλίδα, που ναι μεν ήταν χριστιανή μα δεν ήταν ορθόδοξη, κάτι που πίκρανε πολύ τον Παπαρτέμη, τον ιερέα-πατέρα του. Με τη γυναίκα του, τη θεία Lucy, άνοιξαν ξενοδοχείο σε μια παραλιακή τουριστική πόλη, απέκτησαν οκτώ παιδιά και όταν η επιχείρηση φαλίρισε, έπιασε δουλειά στο ξενοδοχείο Savoy του Λονδίνου ως sommelier.

Κάθε φθινόπωρο, άφηνε πίσω του, τους λόρδους, τους sirs, τους κόμηδες και τους αριστοκράτες πελάτες του ξενοδοχείου, στους οποίους σύστηνε και σέρβιρε εκλεκτά κρασιά. Κατέβαινε στο νησί για διακοπές, συνοδευόμενος από ένα παιδί σε κάθε του ταξίδι. Τη χρονιά εκείνη ήρθε με τον Philip, στον οποίον έπρεπε να παραχωρήσω το δωμάτιό μου. Δεν περίμενα πως ένα μήνα αργότερα θα λάμβανα απ’ αυτόν, το πιο σπουδαίο δώρο που θα μπορούσε ν’ αναμένει ένα κορίτσι στην πρώτη του εφηβεία. Στο μοιρασμένο και απομονωμένο μας νησί, χωρίς κανάλια επικοινωνίας με τον έξω κόσμο, είχαμε ως μόνο μέσο ενημέρωσης ένα ραδιοτηλεοπτικό σταθμό.

Εκείνο το κρύο μεσημέρι, επιστρέφοντας από το σχολείο, βρήκα ένα πακέτο με το όνομά μου γραμμένο στο καφέ περιτύλιγμα, με πολλά γραμματόσημα, τα οποία απεικόνιζαν το κεφάλι της βασίλισσας της Μεγάλης Βρετανίας. Συνήθως όταν έρχονταν συγγενείς ή φίλοι από Αγγλία μας έφερναν για δώρα ρούχα, τα οποία εκτιμούσαμε ιδιαίτερα αφού ήταν εγγλέζικα! Μα αυτή τη φορά το κουτί περιείχε καμιά εκατοστή κασέτες, στην αυθεντική τους θήκη με φωτογραφία του τραγουδιστή ή του συγκροτήματος σε κάθε κάλυμμα. Ο Philip είχε κλείσει την pub του, όπου για μια και πλέον δεκαετία σέρβιρε ξανθιά και μαύρη μπύρα ανάμεσα σε ντουμάνια καπνού, ενώ εγώ ήμουν η τυχερή, στην οποία κληροδοτούσε αυτόν τον θησαυρό. Μου πήρε βδομάδες να τις ακούσω όλες, στον ελεύθερο μου χρόνο μεταξύ σχολείου και φροντιστηρίων.

Τις Κυριακές σταμάτησα να πηγαίνω στο κατηχητικό, αφού «κατ- ηχούμουν» πλέον στο σπίτι με τις νέες θεϊκές μουσικές. Με τη βοήθεια ενός δεύτερου κασετόφωνου που ένωνα με ένα σύρμα, επέλεγα και ηχογραφούσα τραγούδια σε άδειες κασέτες που στη συνέχεια δώριζα σε φίλους. Μεταξύ των συγκροτημάτων και των τραγουδιστών ήταν μια κασέτα των Simon & Garfunkel με το ‘‘The Sound of Silence” (Ο ήχος της σιωπής), ήχοι που ήρθαν να επισκιάσουν τη μέχρι τότε παντοδυναμία του Ρόμπερτ Ουίλλιαμς, της Μπέσσυ Αργυράκη, του Πασχάλη και του Κώστα Τουρνά. Ήθελα μάλιστα, τελειώνοντας το σχολείο να γινόμουν D.J. αλλά κατά βάθος γνώριζα πως δεν θα μπορούσα να πραγματοποιήσω αυτό το τρελό μου όνειρο που δεν άρμοζε σε «κορίτσι από σπίτι».

Τα χρόνια και οι δεκαετίες πέρασαν σαν το νερό που κυλά ρυθμικά στο ποτάμι. Το νερό που δεν μπορεί να γυρίσει ποτέ πίσω. Εγώ όμως μπορώ, με τις μουσικές που δεν σταμάτησα ν’ ακούω, αναζητώντας και ανακαλύπτοντας ταυτόχρονα νέες. Μελωδίες που βγαίνουν από καθεδρικούς ναούς σε μεγαλουπόλεις, από ταπεινά βυζαντινά ξωκλήσια την ώρα του εσπερινού, κυμβαλισμούς από έναν ινδουιστικό ναό σε μια χώρα της Ασίας. Αφήνομαι σε μια αίθουσα συναυλιών να με παρασύρει μια συμφωνική ορχήστρα ή συνεπαίρνομαι από τον παλμό αυτοσχέδιων πλανόδιων μουσικών, σε πλατείες και δρομάκια.

Όταν αφουγκραζόμαστε τους παλμούς της φύσης, όλα είναι μουσική. Το τραγούδι των πουλιών, το βέλασμα και ο ήχος από τα κουδουνάκια ενός κοπαδιού που βγαίνει το πρωί για βοσκή. Μουσική είναι το κελάρυσμα ενός ρυακιού, ο φλοίσβος σε μιαν ερημική παραλία ή μια νύχτα με αστέρια και τριζόνια στην ύπαιθρο. Μουσική είναι ο ήχος της σιωπής που ακούς μόνο εσύ, μέσα από τις σελίδες ενός βιβλίου, μιας ποιητικής συλλογής ή ενός έργου τέχνης.

Ένα ταξίδι συνεπάγεται και συναπαντήματα με ξένους ανθρώπους, περαστικούς, που βρίσκονται για λίγο στο διάβα σου, μες στην πολυκοσμία μιας μεγαλούπολης, σε μια ξένη χώρα. Γλώσσες άγνωστες, ακατανόητες για μας, με τη δική τους μουσική. Μελωδία είναι και η φράση «κοπιάστε» ή «να πάτε στο καλό» που ακούς από χείλια ηλικιωμένων σε χωριουδάκια στον τόπο μας. Τα λόγια, τα γέλια, οι σιωπές, οι χειρονομίες και οι φυσιογνωμίες τους, καταγράφονται «σε κασέτες» ή όπως θα λέγαμε στις μέρες μας, στον «σκληρό δίσκο» του μυαλού μας.

Το μεγαλείο της μουσικής το βρίσκουμε, πότε μες στα φώτα της γιορτής, πότε μέσα στην ερημιά της φύσης, καθώς αφουγκραζόμαστε τον γαλήνιο μα και μεγαλειώδη «Ήχο της σιωπής» που μας φέρνει σε απόλυτη αρμονία με τον εαυτό μας.

dena.toumazi@gmail.com

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *