Ο ιταλικός φασισμός και οι εβραίοι

Large placards are set up by the group Avaaz (Persian for voice) displaying portraits of dictators from L-R Franco, Stalin, Hitler, Mussolini and Petain in front of Kaiser Wilhelm Monument (Emperor William monument) at Deutsches Eck in Koblenz, Germany, 21 January 2016. The action coincides with the meeting of European right-wing party ENF, Europe Nations and Freedom in Koblenz. Several leaders of European national right-wing parties speak on the conference organized by German party Alternative for Germany (AFD). Deutsches Eck in Koblenz is the location where rivers Moselle and Rhein meet. EPA/ALEX KRAUS

Tου Δημήτρη Δεληολάνη 

Το 2018 συμπληρώνονται ογδόντα χρόνια από τη θέσπιση της αντιεβραϊκής νομοθεσίας από μέρους του ιταλικού φασιστικού καθεστώτος: το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 1938 το δικτατορικό καθεστώς θέσπισε σειρά μέτρων που έθεσαν, σε πολύ σύντομο διάστημα, τους περίπου 47.000 Ιταλούς εβραίους εκτός κάθε οικονομικής και κοινωνικής δραστηριότητας. 

Σύμφωνα με το διάταγμα του υπουργείου Εσωτερικών που ο βασιλιάς Βίκτωρ Εμμανουήλ Γ΄ υπέγραψε στις 13 Ιουλίου 1938, οι Ιταλοί πολίτες εβραίοι στο θρήσκευμα δεν μπορούσαν να παντρευτούν χριστιανούς, να έχουν περιουσίες, να έχουν υπαλλήλους που ανήκαν στην «Άρια φυλή», να εργάζονται στο δημόσιο ή να ασκούν συγκεκριμένα επαγγέλματα, όπως του δημοσιογράφου και του συμβολαιογράφου. Επίσης, τους απαγορευόταν να πηγαίνουν σε δημόσιο σχολείο και να διδάξουν σε οποιαδήποτε βαθμίδα. Οι εβραίοι των αποικιών έχαναν την ιταλική υπηκοότητα και οι ξένοι εβραίοι συνοδεύονταν από τη αστυνομία στα σύνορα.

Αυτή η όψη του φασιστικού καθεστώτος είναι η λιγότερο γνωστή και η λιγότερο μελετημένη στην Ιταλία. Ογδόντα χρόνια μετά, εξακολουθεί να κυκλοφορεί ευρέως η εκδοχή πως η αντιεβραϊκή νομοθεσία απετέλεσε υποχώρηση του Μουσολίνι στις πιέσεις του Χίτλερ και πως δήθεν εφαρμόστηκε χωρίς ιδιαίτερο ζήλο. Πρόκειται για μια βολική μυθολογία. Το έχει αποδείξει ήδη από το 1960 ο κορυφαίος ιστορικός του φασισμού Ρέντσο Ντε Φελίτσε σε μια μελέτη που δυστυχώς δεν συνεχίστηκε από τους μαθητές του.

Η αλήθεια που αποκατάστησε ο μεγάλος ιστορικός είναι πως ο Χίτλερ υποδέχθηκε με ικανοποίηση τα αντισημιτικά μέτρα του Ντούτσε, αλλά ουδέποτε είχε ασκήσει πιέσεις στους Ιταλούς προκειμένου να τα θεσπίσουν. Τη σχετική απόφαση την έλαβε προσωπικά ο Μουσολίνι, ο οποίος εμπνεύστηκε από την προηγούμενη νομοθεσία που καθόριζε το καθεστώς των Αφρικανών στις αποικίες: τη Λιβύη, τη Σομαλία, την Ερυθραία και την Αβησσυνία, που είχε κατακτηθεί πρόσφατα από τους φασίστες εισβολείς.

Οι ντόπιοι πληθυσμοί θεωρούνταν από το νόμο υπήκοοι μεν του «βασιλιά και αυτοκράτορα της Ιταλίας», αλλά χωρίς κανένα δικαίωμα: ακόμη και η επιλογή του ονόματος του νεογέννητου, ή και ολόκληρης της οικογένειας γινόταν συχνά από τις αποικιακές αρχές. Ελαφρώς καλύτερο το καθεστώς του ελληνικού πληθυσμού στα Δωδεκάνησα, κι αυτό ανάλογα με τον κυβερνήτη.

Με εντολή Μουσολίνι

Το ιδεολογικό πλαίσιο επάνω στο οποίο στηριζόταν η αντιεβραϊκή νομοθεσία καθορίστηκε προσωπικά από τον Μουσολίνι σε δύο φάσεις. Στις 5 Αυγούστου 1938 εμφανίστηκε στα περίπτερα της χώρας το πρώτο τεύχος του περιοδικού La Difesa della Razza (Η Προάσπιση της Φυλής), έκδοση του υπουργείου Πολιτισμού. Το περιοδικό δημοσίευσε το μανιφέστο του ιταλικού ρατσισμού. Σύμφωνα με «To ημερολόγιο» του Γκαλεάτσο Τσιάνο (υπουργού Εξωτερικών και γαμπρού του Μουσολίνι), το κείμενο είχε συντάξει σχεδόν εξ ολοκλήρου ο Ντούτσε, αλλά κυκλοφόρησε με την υπογραφή δέκα κορυφαίων επιστημόνων της ιταλικής ακαδημαϊκής κοινότητας.

Το μανιφέστο αποτελείτο από δέκα θέσεις: ξεκινούσε με τη διαπίστωση ότι «η ύπαρξη διαφορετικών ανθρωπίνων φυλών είναι μια αδιάψευστη πραγματικότητα» και πως υπάρχουν «μεγαλύτερες και μικρότερες φυλές» ανάλογα με τη «συνεισφορά τους στον ανθρώπινο πολιτισμό». Με αυτό το κριτήριο, το μανιφέστο διατράνωνε ότι έχει «επιστημονικώς αναγνωριστεί» η ύπαρξη ιδιαίτερης «ιταλικής φυλής», η οποία ανήκει στην «ευρύτερη οικογένεια της βόρειας Αρίας φυλής» και είναι «σαφώς διαχωρισμένη από τους Ευρωπαίους της ανατολικής Μεσογείου». Εννοούσε βεβαίως όλους τους λαούς των Βαλκανίων, περιλαμβανομένων και των Ελλήνων.

Η δεύτερη θέση είχε λιγότερο «επιστημονικό» και περισσότερο πολιτικό περιεχόμενο. Το οποίο έγινε σαφές σε ομιλία που ο Μουσολίνι εκφώνησε στην Τεργέστη στις 18 Σεπτεμβρίου 1938. «Οι εβραίοι είναι φανατικοί εχθροί του φασισμού και το καθεστώς δεν μπορεί να συνυπάρξει με το εβραϊκό γένος», βροντοφώναξε, επαναλαμβάνοντας τη θεωρία περί ανθρωπίνων φυλών που μόλις είχε διατυπώσει.

Ο Ντούτσε ανέλαβε με υπερηφάνεια την ευθύνη για την αντιεβραϊκή νομοθεσία, διαψεύδοντας κατηγορηματικά τις γερμανικές πιέσεις. Οι διακρίσεις, είπε, είναι «απαραίτητες» και οφείλονται στην «αναπόφευκτη σύγκρουση ιδεών και οραμάτων» μεταξύ της φασιστικής Ιταλίας και των «δημο-πλουτο-σημιτικών δυνάμεων», που στέκονταν εμπόδιο στην προσπάθεια της «προλεταριακής Ιταλίας» να βρει «μια θέση στον ήλιο».

Στην ομιλία του, ο Ντούτσε δεν απέφυγε να επαναλάβει και τις ευρέως διαδεδομένες φήμες για τους εβραίους, όπως το μύθο του «εβραίου τραπεζίτη και καπιταλιστή». Ο ίδιος τις είχε υποστηρίξει πριν πολλά χρόνια, όταν ήταν ακόμη κορυφαίο στέλεχος του Σοσιαλιστικού Κόμματος. Σε αυτήν πρόσθεσε πως ο εβραϊσμός είχε εξασφαλίσει τον «πλήρη έλεγχο της Βρετανίας και των ΗΠΑ», πως ο εβραϊσμός ταυτίζεται με τη μασονία και τον μπολσεβικισμό κ.α. Όλα αυτά, γνωρίζοντας βεβαίως πως το Φασιστικό Κόμμα είχε εκατοντάδες μέλη και στελέχη που ήταν εβραίοι στο θρήσκευμα.

Η επίδικη ομιλία

Η ομιλία του Μουσολίνι στην Τεργέστη είχε περάσει απαρατήρητη από τους ιστορικούς. Ήταν καλά κρυμμένη πίσω από τις χιλιάδες δημόσιες ομιλίες –κατά το μάλλον ή ήττον ανούσιες– τις οποίες ο δικτάτορας εκφώνησε κατά την εικοσαετή απόλυτη εξουσία του. Την ανακάλυψαν τώρα οι επιμελητές της μεγάλης έκθεσης αφιερωμένης στη θλιβερή επέτειο των αντιεβραϊκών νόμων που εγκαινιάστηκε στα μέσα Ιανουαρίου στη Ρώμη. Τριάντα έξι λεπτά λαϊκίστικου αντισημιτισμού καταγραμμένα σε φιλμ 18 mm του Ινστιτούτου Luce, που είχε αναλάβει την προπαγάνδα του καθεστώτος στα κινηματογραφικά επίκαιρα.

Ένα από τα στοιχεία που έπεισαν τους μελετητές να διοργανώσουν την έκθεση ήταν η ανάγκη να αναδείξουν αυτόν τον ξεχασμένο, ή υποτιμημένο αντισημιτισμό του φασιστικού καθεστώτος. Αλλά και την απροσδόκητη ανοχή των Ιταλών μεταξύ του 1938, όταν τα μέτρα έγιναν γνωστά, και του 1943, όταν οι διακρίσεις μετατράπηκαν σε διωγμούς και σε στρατόπεδα εξολόθρευσης.

Το καλοκαίρι του 1938, οι Ιταλοί εβραίοι διαπίστωσαν με μεγάλη πικρία πως οι διακρίσεις σε βάρος τους δεν προκάλεσαν καμία αντίδραση στην ιταλική κοινή γνώμη. Κανένας υψηλά ιστάμενος αξιωματούχος, επιστήμονας, διανοούμενος ή ακόμη και καλλιτέχνης δεν αισθάνθηκε την ανάγκη να εκφράσει την παραμικρή δυσφορία ή έστω επιφύλαξη, ενώ και οι απλοί πολίτες αποδέχθηκαν τα μέτρα ως κάτι απόλυτα φυσιολογικό.

Το θέμα είναι πως το 1938 το φασιστικό καθεστώς βρισκόταν στην ακμή του: η δημοτικότητα του Μουσολίνι είχε φθάσει στα ύψη ήδη την επομένη του πολέμου εναντίον του βασιλιά της Αβησσυνίας και της ανακήρυξης της «αυτοκρατορίας». Οι κυρώσεις της Κοινωνίας των Εθνών όχι μόνο δεν είχαν πτοήσει οικονομικά τη χώρα, αλλά έδωσαν μεγάλη ώθηση στην εγχώρια βιομηχανία, ενώ ένα κύμα μεγαλομανίας και ιμπεριαλιστικού εθνικισμού είχε κατακλύσει τους  Ιταλούς. Ο ρατσισμός, που ήδη ήταν σε ισχύ στις αποικίες, θεωρήθηκε φυσιολογικό επακόλουθο.

Το αποτέλεσμα ήταν πως κανένας δεν θέλησε να χαλάσει αυτό το κλίμα ενθουσιώδους αισιοδοξίας, προκειμένου να ασχοληθεί με την τύχη μερικών χιλιάδων εβραίων. Και όσοι ασχολούνταν, το έκαναν με καθαρά ιδιοτελή κίνητρα: να βγάλουν από τη μέση έναν ενοχλητικό γείτονα, έναν επικίνδυνο ανταγωνιστή, ή να εξαγοράσουν σε εξευτελιστική τιμή μια «απαγορευμένη» εβραϊκή επιχείρηση.

Τελική Λύση

Το σκηνικό, όμως, άλλαξε όταν οι φασιστικές διακρίσεις άφησαν τη θέση τους στην περιβόητη «τελειωτική λύση». Μόλις πέντε χρόνια μετά, στις 16 Οκτωβρίου 1943, οι Γερμανοί εθνικοσοσιαλιστές, με τη βοήθεια  Ιταλών φασιστών, έκαναν μπλόκο στο εβραϊκό γκέτο στο κέντρο της Ρώμης. Ήταν μια αιφνιδιαστική ενέργεια.

Ο επικεφαλής της Γκεστάπο Χέρμπερτ Κάπλερ, έναν μόλις μήνα πριν, είχε καλέσει στο γραφείο του τους επικεφαλής των εβραϊκών κοινοτήτων της Ρώμης και της Ιταλίας. Είχε απαιτήσει τουλάχιστον 50 κιλά χρυσάφι, προκειμένου να μην στείλει όλο τον εβραϊκό πληθυσμό της πόλης στα στρατόπεδα εξολόθρευσης. Οι Εβραίοι της Ρώμης κατάφεραν τελικά να συγκεντρώσουν το απαιτούμενο χρυσάφι με τη βοήθεια εύπορων χριστιανών και του Βατικανού.

Ο Κάπλερ όμως δεν κράτησε το λόγο του. Στις 16 Οκτωβρίου 1943, 1.022 εβραίοι της Ρώμης μεταφέρθηκαν στο Άουσβιτς. Ήταν το σήμα ώστε να ξεκινήσουν οι διωγμοί σε όλο εκείνο το κομμάτι της Ιταλίας που ήταν υπό τον έλεγχο του Άξονα. Ο Γερμανός ανώτερος αξιωματικός ήταν εκ των πραγμάτων το αφεντικό της γερμανοκρατούμενης πλέον Ιταλίας.

Στις 25 Ιουλίου του ίδιου έτους το Μεγάλο Φασιστικό Συμβούλιο, το υψηλότερο εκτελεστικό όργανο του καθεστώτος, είχε εξαναγκάσει τον Μουσολίνι σε παραίτηση. Ιταλοί καραμπινιέροι είχαν συλλάβει τον Ντούτσε και τον είχαν περιορίσει σε χειμερινό θέρετρο στην κεντρική Ιταλία. Ο Κάπλερ γρήγορα κατάφερε να εντοπίσει την τοποθεσία στην οποία  βρισκόταν ο εκπεσών δικτάτορας και με μια θεαματική αεροπορική επιχείρηση, οργανωμένη από τον λοχαγό των SS Ότο Σκορζένι, ο Ντούτσε απελευθερώθηκε και μεταφέρθηκε στη βόρεια Ιταλία.

To χρυσάφι στο Βερολίνο

Εκεί, με την καθοδήγηση των Γερμανών, ο Μουσολίνι ίδρυσε το δικό του κρατίδιο, την Ιταλική Κοινωνική Δημοκρατία με πρωτεύουσα την κωμόπολη του Σαλό. Το χρυσάφι που αποσπάστηκε από τους εβραίους της Ρώμης, μαζί με εκείνο της Κεντρικής Τράπεζας Ιταλίας (περίπου 120 τόνοι) μεταφέρθηκαν εσπευσμένα στο Βερολίνο με την πρόφαση ότι έπρεπε να χρησιμοποιηθεί για να χρηματοδοτηθεί το φασιστικό κρατίδιο στη βόρεια Ιταλία.

Υπάρχουν όμως ενδείξεις πως σημαντικό μέρος του χρησιμοποιήθηκε και στη φυγή των κορυφαίων ναζιστών μετά τη λήξη του πολέμου: ο ίδιος ο Σκορζένι το χρησιμοποίησε για να χρηματοδοτήσει και να καθοδηγήσει για δεκαετίες τις νεοναζιστικές οργανώσεις της Ευρώπης, από τη Μαδρίτη όπου είχε βρει ασφαλές καταφύγιο.

Σε αυτό το κλίμα ανηλεούς διωγμού των εβραίων οι Ιταλοί φαίνεται να εγκατέλειψαν την παλαιότερη αδιαφορία τους. Η ιστορική έρευνα, αναφέρει ο κατάλογος της έκθεσης, έχει αναδείξει εκατοντάδες Ιταλούς, οι οποίοι, ενώ θεωρούσαν αμελητέα την αντιεβραϊκή νομοθεσία του φασισμού, αντέδρασαν δυναμικά στην πολιτική γενοκτονίας των ναζιστών. Η περισσότεροι βεβαίως ήταν πολίτες που είχαν πλέον έρθει σε ρήξη με το καθεστώς, είχαν ασπαστεί δημοκρατικές ιδέες και σε πολλές περιπτώσεις συμμετείχαν στην αντίσταση.

Φασίστες υπέρ των Εβραίων

Ένας όχι και τόσο αμελητέος αριθμός ανθρώπων που ενεργοποιήθηκαν υπέρ των εβραίων εξακολουθούσαν να είναι δραστήρια μέλη του Φασιστικού Κόμματος: «Ντούτσε, δεν μπορείτε να το κάνετε αυτό, δεν μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο», έγραψε σε επιστολή προς τον Μουσολίνι ομάδα έντεκα τοπικών στελεχών του Φασιστικού Κόμματος στην κωμόπολη Αλάσιο της Λιγουρίας, ζητώντας την απελευθέρωση ηλικιωμένης εβραίας.

Άλλα στελέχη του Φασιστικού Κόμματος έκρυψαν εβραϊκές οικογένειες: ο Βιτόριο Τρέντιτσι, πρώην γραμματέας του Κόμματος στο Κάλιαρι της Σαρδηνίας, έκρυψε στο σπίτι του μια εβραϊκή οικογένεια μέχρι το τέλος του πολέμου. Ο Ραφαέλε Παολούτσι, πρώην βουλευτής του μουσολινικού κόμματος, έκρυψε στην ιδιόκτητη κλινική του στη Ρώμη δεκάδες οικογένειες Εβραίων.

Η πιο γνωστή περίπτωση είναι εκείνη του Τζόρτζο Περλάσκα, ενός Ιταλού πρώην εθελοντή στον ισπανικό εμφύλιο (με το μέρος του Φράνκο) που αργότερα εργαζόταν ως εμπορικός πράκτορας. Η ανατροπή του Μουσολίνι, τον Ιούλιο του 1943, τον βρήκε στη Βουδαπέστη. Αρνήθηκε να ενταχθεί στη μουσολινική Δημοκρατία, χρησιμοποίησε τις επαφές του με την πρεσβεία της Ισπανίας, πλαστογράφησε έγγραφα, έχρισε τον εαυτό του πρέσβη της ουδέτερης αυτής χώρας και επιδόθηκε σε μια συνεχή δραστηριότητα προστασίας της εβραϊκής κοινότητας της Ουγγαρίας.

Δεκάδες οικογένειες φιλοξενήθηκαν σε σπίτια ιδιοκτησίας της πρεσβείας που ο Περλάσκα ισχυριζόταν ότι ήταν εκτός της δικαιοδοσίας της φιλοναζιστικής ουγγρικής κυβέρνησης. Όσους Ούγγρους εβραίους δεν μπορούσε να στεγάσει, ο Περλάσκα φρόντισε να τους προμηθεύσει με ισπανικά ταξιδιωτικά έγγραφα, ώστε να βρουν καταφύγιο στην Ισπανία ή την Τουρκία.

Η περίπτωση του Περλάσκα έγινε γνωστή στις αρχές της δεκαετίας του 1980 και έχει μελετηθεί σε βάθος. Οι διοργανωτές της έκθεσης τονίζουν πως, ιδιαίτερα στην τελευταία εικοσαετία, πολλαπλασιάστηκαν οι έρευνες για το υπόγειο κίνημα προστασίας των Ιταλών εβραίων που αναπτύχτηκε στη γερμανοκρατούμενη βόρεια Ιταλία. Θέμα που συνδέεται άμεσα με εκείνο της ιταλικής αντιφασιστικής αντίστασης και της γενικότερης κρίσης του καθεστώτος μετά την απόβαση των συμμάχων σε ιταλικό έδαφος.

Επιβεβαιώνεται έτσι η στενή σχέση του ιταλικού αντισημιτισμού με τις τύχες του μουσολινικού καθεστώτος. Όταν ο Ντούτσε βρισκόταν στο απόγειο του, οι διακρίσεις εναντίον των εβραίων αντιμετωπίστηκαν με αδιαφορία από τον ιταλικό λαό. Όταν, όμως, όλα έδειχναν πως η χώρα οδηγείτο προς ταπεινωτική ήττα και ο φασισμός είχε μετατραπεί σε υποχείριο του Βερολίνου, τότε εκφράστηκε έμπρακτα η αλληλεγγύη προς τους εβραίους συμπολίτες, ακόμη και από όσους εξακολουθούσαν να παραμένουν στο Φασιστικό Κόμμα.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *