Ο κίνδυνος της «Αμμοχωστοποίησης»

Η κλειστή περιοχή της κατεχόμενης Αμμοχώστου φωτογραφία philenews

Του ΝΙΚΟΥ ΧΡ. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ

Όπως αναμενόταν, η για αρκετές ημέρες διατυμπανιζόμενη επίσκεψη του Προέδρου της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στα κατεχόμενα, για να πανηγυρίσει την 47η επέτειο της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο, δεν πρόσθεσε ο,τιδήποτε στα όσα αποφάσισε εδώ και δυο χρόνια. Τα όσα εξαγγέλθηκαν, αποτελούν υλοποίηση αποφασισμένων μέτρων. Επαναβεβαίωσε την απόφαση για το άνοιγμα της κλειστής πόλης της Αμμοχώστου υπό τουρκοκυπριακή διοίκηση για να «καταστήσει δυνατή την επιστροφή των περιουσιακών στοιχείων των πρώην κατοίκων και των δικαιούχων που δεν μπόρεσαν να πάνε στα ακίνητα και τις περιου-σίες τους εδώ και χρόνια» και τούτο «θα πραγματοποιηθεί μέσω της επιτροπής ακίνητης περιουσίας». Βέβαια, για προφανείς λόγους, άφησε τον εγκάθετό του Τατάρ να ανακοινώσει τις λεπτομέρειες των μέτρων που θα ληφθούν. Το πόσες από τις ελληνοκυπριακές περιουσίες θα θεωρηθούν ως ανήκουσες στο ΕΒΚΑΦ, είναι άλλο ζήτημα. Επίσης, ξεκαθάρισε ότι «μια νέα διαπραγματευτική διαδικασία στο Κυπριακό μπορεί μόνο να αρχίσει ανάμεσα σε δύο κράτη».

Όμως, η επίσκεψή του είχε τα επιδιωχθέντα από αυτόν αποτελέσματα. Τα όσα διοχετεύονταν στα ΜΜΕ για τα σχέδιά του που αφορούσαν την περίκλειστη πόλη της Αμμοχώστου, προκάλεσαν αναστάτωση και πανικό, μέχρι και υστερίας, στην πλευρά  των ελληνοκυπρίων και, ειδικά, στον προσφυγικό κόσμο της Αμμοχώστου, με στόχο να καμφθούν οι όποιες αντιστάσεις σε μια μη βιώσιμη και τουρκικών προδιαγραφών λύση. Ακούστηκε και γράφτηκε  πως «αν χαθούν τα Βαρώσια, θα χαθεί όλη η Κύπρος» και ότι «ένα νέο τετελεσμένο για την περίκλειστη πόλη θα θέσει ταφόπλακα στις προσπάθειες επίλυσης του Κυπριακού».

Η Τουρκία, όπως θα καταδειχθεί πιο κάτω, χρησιμοποιεί από το 1984 το θέμα των Βαρωσίων ως εργαλείο ψυχολογικού πολέμου εναντίον των Ελληνοκυπρίων, για να μας αποπροσανατολίσει.

Πότε, επί τέλους, θα κατανοήσουμε την ουσία του προβλήματός μας; Το Κυπριακό ανάγεται στους τουρκικούς επεκτατικούς σχεδιασμούς που σχεδιάστηκαν το 1956, όπως ανέλυσα στο προηγούμενο άρθρο μου στις 18 τρέχοντος. Η Τουρκία δεν εισέβαλε στην Κύπρο για τους Τουρκοκύπριους, αλλά για να εξυπηρετήσει τους γεωστρατηγικούς της στόχους στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Το πρόβλημά μας δεν είναι δικοινοτικό. Δεν είναι διαφορά μεταξύ των δυο κοινοτήτων της Κύπρου. Και, οπωσδήποτε, η σωστή λύση του δεν εξαρτάται από την εδαφική του πτυχή. Από το αν θα  μας δοθούν η Αμμόχωστος ή η Μόρφου ή η Καρπασία.  Μπορεί να είναι σημαντικά τα θέματα του περιουσιακού και του εδαφικού,  γιατί έχουν σχέση με θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα των πολιτών του κράτους που θα δημιουργηθεί,  αλλά δεν άπτονται της βιωσιμότητας της λύσης που θα προκύψει. Η βιωσιμότητα της λύσης εξαρτάται, σε μεγάλο βαθμό,  από τη λειτουργικότητα του κράτους που θα προνοείται στη λύση που θα  συμφωνηθεί.  Μια λύση τουρκικών προδιαγραφών,  που θα προβλέπει την κατάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας και τη διαδοχή της από ένα θνησιγενές δυσλειτουργικό κρατικό μόρφωμα και  αναγνώριση επεμβατικών δικαιωμάτων στην Τουρκία, θα επιτρέψει στην τελευταία, όταν βρει κατάλληλες τις συνθήκες, να καταλάβει, όχι μόνο τα εδάφη που θα επιστραφούν, αλλά και ολόκληρη την Κύπρο.  Τις ευκαιρίες, για τη δημιουργία τέτοιων συνθηκών,  θα τις παράσχει στην Τουρκία η μη λειτουργικότητα της λύσης.

Κατά συνέπεια, είναι η «Αμμοχωστοποίηση» του Κυπριακού που θα «θέσει ταφόπλακα» σε μια βιώσιμη λύση, που θα διασφαλίζει την εθνική και φυσική επιβίωση του κυπριακού ελληνισμού.

Δυστυχώς, για μια ακόμα φορά, η Τουρκία βρέθηκε «ένα  βήμα μπροστά» από εμάς. Για μια ακόμα φορά, αποδειχθήκαμε επιμηθείς. Μας προλαμβάνουν τα γεγονότα και εμείς αρκούμαστε στο να κλαψουρίζουμε για, δήθεν, χαμένες ευκαιρίες. Δεν είναι λίγοι οι προχειρογράφοι και προχειρολόγοι που αυτές τις ημέρες ανέσυραν από το χρονοντούλαπο της ιστορίας το  «αμερικανοβρετανοκαναδικό σχέδιο» του Νοεμβρίου του 1978, ως ευκαιρία για λύση του Κυπριακού, που χάθηκε λόγω της απόρριψής του από την ε/κυπριακή πλευρά. Μάλιστα κάποιοι επιμένουν ότι μαζί με το σχέδιο αυτό χάθηκε και μια χρυσή ευκαιρία για να παραδοθεί η Αμμόχωστος στα Ηνωμένα Έθνη και να επιστρέψουν σε αυτήν οι νόμιμοι κάτοικοί της.

Ένας από τους μεγάλους θιασώτες του σχεδίου, ο μ. Νίκος Ρολάνδης, σε άρθρο του στον «Πολίτη» στις 19/2/2012, ισχυρίστηκε ότι το πιο πάνω σχέδιο, εκτός του ότι «ήταν συγκροτημένο, ομοσπονδιακό και κάλυπτε τα βασικά συμφέροντα των δύο κοινοτήτων»,  πρόβλεπε πως «οι κάτοικοι των Βαρωσίων θα πήγαιναν στα σπίτια τους με την έναρξη των συνομιλιών και δεν θα έφευγαν, ανεξαρτήτως αποτελέσματος. Στο εδαφικό θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ο Χάρτης Γκόμπι του 1981».

Μια προσεκτική μελέτη αυτού του παρουσιαζόμενου ως «αμερικανοβρετανοκαναδικού σχεδίου», αντικρούει τους πιο πάνω ισχυρισμούς. Κατ’ αρχήν, θα πρέπει να αναφερθεί ότι δεν επρόκειτο περί σχεδίου λύσης, αλλά περί ενός εγγράφου, που θα αποτελούσε βάση για διαπραγματεύσεις, και του οποίου η σύνταξη έγινε, με εντολή της αμερικανικής κυβέρνησης,  από τον Αμερικανό αξιωματούχο Μάθιου Νίμιτς. Η σύνταξη του εγγράφου σχετίζεται άμεσα με την άρση, στις 1/8/1978,  του εμπάργκο στην πώληση αμερικανικών όπλων στην Τουρκία, που επιβλήθηκε από το αμερικανικό Κογκρέσο τον Οκτώβριο του 1974, συνεπεία της εισβολής της στην Κύπρο.

Το πλαίσιο, το οποίο δόθηκε στα ενδιαφερόμενα μέρη από την κυβέρνηση των ΗΠΑ, προνοούσε, μεταξύ άλλων, τη δημιουργία ενός δικοινοτικού ομόσπονδου κράτους με δύο πολιτείες, μία για την κάθε κοινότητα. Στο σχέδιο αποτυπώνεται η «φιλοσοφία» της ρατσιστικής Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας, που, έκτοτε, μας κυνηγά. Σε ό,τι αφορά το θέμα των Βαρωσίων, για το οποίο γίνεται πολύς λόγος, υπήρχε Παράρτημα στο πλαίσιο, το οποίο προνοούσε ότι η επανεγκατάσταση προσφύγων θα ξεκινούσε με την επανάληψη πλήρων διαπραγματεύσεων στη βάση συμφωνίας με τον Γ.Γ. του ΟΗΕ. Προνοούσε επίσης ότι η επιστροφή θα γινόταν υπό την εποπτεία των Η.Ε. και το έδαφος εκείνο θα θεωρείτο ως επέκταση της νεκρής ζώνης. Με άλλα λόγια, αυτό που λέγεται ότι διασφαλιζόταν η επιστροφή των κατοίκων της Αμμοχώστου δεν ευσταθεί, αφού το θέμα αυτό θα εξεταζόταν και θα αποφασιζόταν μέσα στο πλαίσιο μιας ευρύτερης συμφωνίας μεταξύ των πλευρών και των Η.Ε.

Η διολίσθηση στο Κυπριακό ξεκίνησε από τη στιγμή που εμείς οι ίδιοι το μετατρέψαμε σε δικοινοτικό πρόβλημα και δώσαμε συγχωροχάρτι στην Τουρκία. Στη διεθνή κοινότητα κανένας δεν μιλά πια για την κατοχή. Και γιατί να μιλήσει, αφού εμείς οι ίδιοι δεν μιλάμε;

Διαθέτουμε ένα ισχυρό νομικό οπλοστάσιο για να προβάλουμε προς τα έξω, την ουσία του προβλήματός μας,  με μια επιθετική διπλωματία προς όλες τις κατευθύνσεις, εγκαταλείποντας τον ρόλο του «καλού παιδιού», για να μην δυσαρεστηθεί ο διεθνής παράγοντας. Όμως, αυτό το οπλοστάσιο δεν το αξιοποιήσαμε και το αφήσαμε να «σκουριάσει».

Παρακαθόμαστε σε συνομιλίες με τον ηγέτη της «Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου» (ΤΔΒΚ), που προβάλλεται, για να τηρηθούν τα προσχήματα,  ως «τουρκική κοινότη-τα» ή «τουρκική πλευρά». Αυτό το καθεστώς, που ανακηρύχθηκε στις 15/11/1983 από τον Ραούφ Ντενκτάς, δεν έχει τα στοιχειώδη συστατικά ενός κράτους, σύμφωνα με τις διεθνώς παραδεδεγμένες αρχές του διεθνούς δικαίου.  Το «κράτος» του Ντενκτάς είναι γέννημα και θρέμμα της τουρκικής εισβολής του 1974. Στηρίζεται στα στρατεύματα κατοχής.

ΤΑ ΨΗΦΙΣΜΑΤΑ 541 ΚΑΙ 550

Το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών με τα Ψηφίσματά του Αρ. 541 της 15/11/1983 και 550 της 11/5/1984 καταδίκασε την πιο πάνω ενέργεια των Τουρκοκυπρίων. Το Ψήφισμα 541 (1983), αφού αποδοκιμάζει «τη διακήρυξη των τουρκοκυπριακών αρχών της δήθεν απόσχισης τμήματος της Κυπριακής Δημοκρατίας», τη θεωρεί νομικά άκυρη και ζητά την ανάκλησή της. Επίσης, καλεί όλα τα κράτη να σέβονται την κυριαρχία, ανεξαρτησία, εδαφική ακε-ραιότητα και το αδέσμευτο της Kυπριακής Δημοκρατίας και να μην αναγνωρίζουν οποιοδήποτε κυπριακό κράτος άλλο από την Kυπριακή Δημοκρατία.

Στο Ψήφισμα 550 (1984), το Συμβούλιο Ασφαλείας,  ανησυχώντας βαθιά λόγω των πρόσφατων απειλών για εποικισμό των Bαρωσίων από άτομα άλλα από τους κατοίκους τους, επαναβεβαιώνει το ψήφισμά του 541 (1983) και ζητεί την επείγουσα και αποτελεσματική εφαρμογή του.Θεωρεί τις απόπειρες για εποικισμό οποιουδήποτε τμήματος των Bαρωσίων από άτομα άλλα από τους κατοίκους τους ως απαράδεκτες και ζητά τη μεταβίβαση της περιοχής αυτής στη διοίκηση των Hνωμένων Eθνών.

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) στην απόφασή του ημερομηνίας 18/12/1996  στην Υπόθεση Τιτίνας Λοϊζίδου ν. Τουρκίας τόνισε, κατά τον πιο κατηγορηματικό τρόπο,  ότι «η διεθνής κοινότητα δεν θεωρεί την «Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου» ως κράτος δυνάμει του διεθνούς δικαίου και ότι η Κυπριακή Δημοκρατία παραμένει η μόνη νόμιμη Κυβέρνηση της Κύπρου».  Το ΕΔΑΔ ακολούθησε την ίδια τοποθέτηση και στην απόφασή του ημερομηνίας 10/5/2001 επί της τέταρτης Διακρατικής Προσφυγής της Κύπρου εναντίον της Τουρκίας.

Ως κατακλείδα, θα επαναλάβω τους φόβους μου, παραθέτοντας  τα λόγια που είπε κάποτε  ο Περικλής:

«Περισσότερον φοβούμαι τα ιδικά μας σφάλματα παρά τα σχέδια των εχθρών μας».  (Θουκυδίδου Ιστορίαι, Α, 144, κατά μετάφραση Ελευθερίου Βενιζέλου).

 

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *