Ο κόμπος φτάνει στο χτένι – Στη Δύση δεν πιστεύουν πως η Ελλάδα θα αντιδράσει

Ο Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου του τουρκικού στρατού Χουλουσί Ακάρ προκαλεί στα Ίμια. Φωτογραφία ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΠΙΤΕΛΕΙΟΥ ΤΟΥΡΚΙΑΣ

Του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΤΑΡΚΑ

Οι νέες προκλήσεις στον Έβρο και η θρασεία δρομολόγηση, μέσω της τουρκικής Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, της διαδικασίας έρευνας και εκμετάλλευσης κοιτασμάτων εντός της ελληνικής υφαλοκρηπίδας, διαλύουν και τις τελευταίες ψευδαισθήσεις. Αποδεικνύονται ανεδαφικές οι εκτιμήσεις όσων πίστευαν ότι η Άγκυρα απλώς βρυχάται και πως ξοδεύει εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια για ερευνητικά πλοία με μοναδικό σκοπό να τα κρατήσει εντός των τουρκικών λιμένων.

Ή ότι οργανώνει, αμέσως μετά την πρώτη ύφεση της πανδημίας, κάτι σαν εκδρομικούς περιπάτους στα χερσαία σύνορά μας, χωρίς να προετοιμάζει καινούριο κύκλο εισβολής μεταναστών ή και ένοπλων παρενοχλήσεων. Οι ελπίδες για ειρήνη και εδραίωση καλών –ή έστω ανεκτών– γειτονικών σχέσεων δεν έχουν χαθεί, αλλά ο ορίζοντας επιβαρύνεται ολοένα και περισσότερο.

Παράλληλα, είναι εξαιρετικά δυσάρεστο ότι πριν ακόμα κορυφωθεί η τουρκική επιθετικότητα διάφορες πλευρές εντός της κυβέρνησης και εντός της ΝΔ, προβοκάρουν το κλίμα με απώτερο σκοπό την εξασφάλιση πολιτικών κερδών μετά από μία σοβαρή κρίση. Θα ήταν αδιανόητο (αν και μάλλον προς τα εκεί οδεύουμε) οι κυβερνητικές συσκέψεις, εν όψει και εν ώρα κρίσης με την Τουρκία, να έχουν εκ των προτέρων υπονομευθεί. Είτε με προετοιμασία των στελεχών του Μαξίμου και των υπουργών-μελών του ΚΥΣΕΑ να ρίξουν ο ένας τις ευθύνες στον άλλον είτε με προετοιμασία ποικίλων κέντρων, που βρίσκονται σήμερα εκτός εξουσίας, να διεκδικήσουν μερίδιό της μετά την όποια εξέλιξη.

Πως παγιδεύτηκε η Ελλάδα

Φυσικά, ιδανικό μοντέλο διαχείρισης μεγάλων κρίσεων δεν υπάρχει. Σε μία φάση κορύφωσης του ζητήματος των Σκοπίων το 1992, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης είχε “απειλήσει” τον Αντώνη Σαμαρά ότι «τον Αύγουστο 1974, ο Γεώργιος Μαύρος δεν είχε (σ.σ.: κατά άλλη εκδοχή, δεν δεχόταν) ρητές εντολές και χάθηκε η Κύπρος». Με την παρατήρηση Μητσοτάκη είχε συμφωνήσει και ο παριστάμενος πρέσβης Πέτρος Μολυβιάτης.

Αντίθετα, οι διπλωματικοί χειρισμοί του εθνάρχη Καραμανλή, κατά την κρίση του “Χόρα” τον Αύγουστο του 1976, θα έπρεπε να διδάσκονται στις διεθνείς διπλωματικές ακαδημίες. Όπως εξαιρετικά επιτυχημένοι ήταν και οι περισσότεροι χειρισμοί του Ανδρέα Παπανδρέου στην κρίση του Μαρτίου 1987. Αντίθετα, στα Ίμια του Ιανουαρίου 1996, η χώρα απέφυγε αρχικά τις άμεσες συνολικές διαπραγματεύσεις για το Αιγαίο, αλλά σύντομα παγιδεύτηκε στις “γκρίζες ζώνες”.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι, στις συσκέψεις για τα Ίμια, ο πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης και τα κορυφαία στελέχη του ΠΑΣΟΚ υπέσκαπταν ο ένας τη θέση του άλλου και έριχναν ευθύνες σε τρίτους, προσδοκώντας προσωπικά πολιτικά κέρδη. Η σημερινή κατάσταση αρχίζει να ομοιάζει, σε πολλές πτυχές της, με τους εσωτερικούς συσχετισμούς της εποχής των Ιμίων.

Η σημερινή πραγματικότητα

Σε αυτό το πλαίσιο, η σημερινή –πραγματική– εικόνα των ελληνοτουρκικών σχέσεων είναι η ακόλουθη:

Πρώτον, η αντιπαράθεση για το σχεδιαζόμενο νέο φράκτη του Έβρου δεν ξεκίνησε τις τελευταίες ημέρες, αλλά λίγο πριν από το Πάσχα. Ακολούθησαν διαβήματα και ρηματικές διακοινώσεις με εκατέρωθεν εισηγήσεις για συγκρότηση μικτής επιτροπής ειδικών. Αργότερα, η Αθήνα (ορθότατα) μετέβαλε άποψη, γιατί η λειτουργία επιτροπής θα έδινε την εσφαλμένη εντύπωση πως τα έργα δεν γίνονται εντός ελληνικού εδάφους.

Δεύτερον, παρά τις έντονες φήμες, δεν έγινε κατάληψη ελληνικού εδάφους από τουρκικές δυνάμεις. Υπήρξε, ωστόσο, σύντομη παρουσία Τούρκων ενόπλων και πολιτών (μάλλον εμπειρογνωμόνων) μέσα στο νότιο άκρο της περιοχής των ελληνικών έργων. Κατά διαστήματα, εντοπίζονται πάλι κάποιες τουρκικές κινήσεις, αλλά δεν υφίσταται άμεση απειλή.

Τρίτον, καλώς ή κακώς (ανάλογα ποια άποψη έχει κάθε πτέρυγα εντός της ΝΔ για τα ελληνοτουρκικά) η κυβερνητική πολιτική ανοχής και ιώβειας υπομονής έναντι των προκλήσεων προσεγγίζει το σημείο εξάντλησης της χρησιμότητάς της. Το σκεπτικό (όπως και επί ΣΥΡΙΖΑ) ότι η Αθήνα δεν θα παρασυρθεί σε κλιμάκωση αγνοείται πλέον πλήρως από την Άγκυρα. Ταυτόχρονα, οι ΗΠΑ και άλλοι σύμμαχοι φαίνεται να εκτιμούν ότι δεν πρόκειται να υλοποιηθούν οι ελληνικές προειδοποιήσεις, που διατυπώθηκαν μετά την υπογραφή του τουρκολιβυκού μνημονίου το Νοέμβριο, δηλαδή ότι η Αθήνα «δεν θα αντιδράσει μόνον διπλωματικά» σε περίπτωση παραβίασης της κυριαρχίας της.

Μέσα στο ασφυκτικό αυτό σκηνικό, το Μαξίμου δέχεται εισηγήσεις για την έναρξη κάποιας μορφής διαλόγου με την Άγκυρα επιπλέον των τακτικών (ανά εξάμηνο) διαβουλεύσεων σε επίπεδο γενικών γραμματέων υπουργείων Εξωτερικών. Ο τελευταίος άκαρπος γύρος συνομιλιών διεξήχθη τον Ιανουάριο. Προς το παρόν, δεν υπάρχει αλλαγή στάσης του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη και του υπουργού Εξωτερικών Νίκου Δένδια, αλλά η Ουάσιγκτον τους προτρέπει να αρχίσουν ελληνοτουρκικές επαφές σε στρατιωτικά θέματα πέραν των Μέτρων Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *