Ο μακρύς δρόμος προς την κανονικότητα: Αμέσως μετά το δημοψήφισμα του 2004 θα έπρεπε να είχαμε προχωρήσει σε μια ουσιαστική επαναξιολόγηση και επανατοποθέτηση της βάσης των συνομιλιών

FILE PHOTO: Greek Foreign Minister Nikos Kotzias (L) talks to Cyprus' President Nicos Anastasiades before the opening session of the Asia-Europe Meeting (ASEM) summit in Ulan Bator, Mongolia. EPA, DAMIR SAGOLJ , POOL

Του ΑΝΔΡΕΑ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ*

Όταν κατέρρευσαν οι συνομιλίες στο Κραν Μοντάνα τον Ιούλιο του 2017 μέρος του πολιτικού κόσμου κατηγόρησε τον Πρόεδρο Νίκο Αναστασιάδη και τον τότε Υπουργό Εξωτερικών της Ελλάδας Νίκο Κοτζιά ως υπεύθυνους για το ναυάγιο. Εκφράσθηκε επίσης η άποψη ότι χάθηκε μια ιστορική ευκαιρία.

  • Η πραγματικότητα, όμως, είναι διαφορετική. Η Άγκυρα εξακολουθεί να εμμένει στις εγγυήσεις, ενώ παράλληλα αξιωματούχοι της κυβέρνησης Ερντογάν αλλά και Τουρκοκύπριοι πολιτικοί δηλώνουν συστηματικά ότι δεν είναι ρεαλιστικό να αναμένεται από την Τουρκία να παραιτηθεί από τα επεμβατικά της δικαιώματα.

Αλλά ακόμα και αν η Τουρκία υποχωρήσει στο κεφάλαιο αυτό τυχόν υλοποίηση της διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας με βάση το διαπραγματευτικό κεκτημένο δεν θα οδηγήσει σε μια βιώσιμη διευθέτηση. Πέραν των προβλημάτων λειτουργικότητας, το τρικέφαλο κράτος δεν θα μπορεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη συμμετοχή στην Ευρωζώνη. Για τους λόγους αυτούς η σημερινή κατάσταση αποτελεί second best solution. Επειδή όμως αυτό δεν μας ικανοποιεί, είναι υποχρέωσή μας να αγωνισθούμε για ένα καλύτερο μέλλον.

Μετά την τραγωδία του 1974, η ελληνοκυπριακή πλευρά σταδιακά αποδέχθηκε τον οδυνηρό συμβιβασμό μιας διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας, με στόχο την αποφυγή της διχοτόμησης. Έκτοτε και παρά τις συνεχείς υποχωρήσεις και τη σταδιακή μετατόπιση του διαπραγματευτικού κεκτημένου προς τις τουρκοκυπριακές θέσεις, η λύση δεν κατέστη δυνατή. Διαφαίνεται ότι η πολιτική που έχει ακολουθηθεί όλα αυτά τα χρόνια απέτυχε.

  • Πέραν τούτου, η Άγκυρα και οι εντολοδόχοι της στην κατεχόμενη Κύπρο απαιτούν κατά το δοκούν δικαιώματα που πηγάζουν από την Κυπριακή Δημοκρατία χωρίς την αίσθηση των ανάλογων υποχρεώσεων.

Για να κατανοήσουμε καλύτερα το Κυπριακό είναι σημαντικό να έχουμε υπ’ όψιν μας τους στόχους της Τουρκίας. Σημειώνεται συναφώς ο υβριδικός πόλεμος από την Τουρκία εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αναφέρω, για παράδειγμα, τον συνεχιζόμενο εποικισμό, τη ροή λαθρομεταναστών από τα κατεχόμενα εδάφη προς την ελεύθερη Κύπρο και τις συνεχείς παραβιάσεις στη θάλασσα και στη στεριά.

Ο αγώνας για ένα κανονικό κράτος δεν αφορά μόνο τα επεμβατικά δικαιώματα και τις εγγυήσεις. Αφορά επίσης και τις εσωτερικές πτυχές του Κυπριακού καθώς και τις δομές του νόμιμου κράτους το οποίο θα πρέπει να έχει συνέχεια. Δεν αποτελεί κανονικότητα ο παραμερισμός της Κυπριακής Δημοκρατίας και η αντικατάστασή της από ένα τρικέφαλο μόρφωμα και τρία συντάγματα τα οποία θα στηρίζονται στον εθνοκοινοτισμό.

Ούτε οι ρυθμίσεις με βάση το διαπραγματευτικό κεκτημένο που σε πολλές περιπτώσεις παραπέμπουν σε καταπάτηση των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Άλλο είναι να υπάρχουν ρυθμίσεις που να μην επιτρέπουν την περιθωριοποίηση των Τουρκοκυπρίων ως μειονότητα και άλλο να υπάρχει ένα σύνταγμα το οποίο να προνοεί ότι δεν μπορεί να υπάρχει καμία απόφαση σε σημαντικά ζητήματα χωρίς τη συμμετοχή τους. Επίσης δεν μας διαφεύγει το γεγονός ότι οι Ελληνοκύπριοι αποτελούν μια γεωπολιτική μειονότητα. Και δεν μπορούμε να αποδεχθούμε τον εγκλωβισμό μας σε μια διευθέτηση η οποία θα επιδεινώσει την υφιστάμενη κατάσταση.

Κανονικό κράτος και δίκαιη λύση θα προέκυπταν από τις ενισχυμένες ενδοκυπριακές συνομιλίες πριν από το 1974. Ο κυπριακός Ελληνισμός δεν είναι υπεύθυνος για το χουντικό πραξικόπημα που έδωσε την ευκαιρία στην Τουρκία να εισβάλει με τις συνέπειες που έχουμε ενώπιόν μας. Και ούτε είναι δυνατό να υπάρξει μια βιώσιμη διευθέτηση για το σήμερα και το αύριο που να στηρίζεται στα αποτελέσματα των τετελεσμένων του 1974 και την εμβάθυνση της κατοχής.

Από την άλλη, δεν είναι εφικτή μια λύση στη βάση του ενιαίου κράτους. Ως εκ τούτου, το ζητούμενο πρέπει να είναι ένα ιδιότυπο ομοσπονδιακό πολίτευμα που να αποκαθιστά την ενότητα της χώρας στο οποίο αφενός θα είναι δυνατό να οικοδομηθεί ένα ελάχιστο κοινό πλαίσιο στόχων και αφετέρου να παρέχει ευρεία αυτονομία στην τουρκοκυπριακή κοινότητα.

  • Αμέσως μετά το δημοψήφισμα του 2004 θα έπρεπε να είχαμε προχωρήσει σε μια ουσιαστική επαναξιολόγηση και επανατοποθέτηση της βάσης των συνομιλιών. Έστω και τώρα προβάλλει η υλοποίηση αυτής της αναγκαιότητας. Η Κυπριακή Δημοκρατία καλείται να αναλάβει πρωτοβουλίες και να καταθέσει ένα πλαίσιο κατευθυντήριων γραμμών που να κινείται σε μια τέτοια πορεία. (Ιδέες προς αυτή την κατεύθυνση υπάρχουν.)

Ταυτόχρονα, κατανοώντας τις υφιστάμενες δυσκολίες, η νέα στρατηγική θα πρέπει να εμπεριέχει τη φιλοσοφία μιας εξελικτικής διαδικασίας. Έχοντας υπ’ όψιν το ανισοζύγιο δυνάμεων καθώς και την επικρατούσα σύγχυση και τις ψευδαισθήσεις στο εσωτερικό μέτωπο, ο δρόμος προς την κανονικότητα και προς μια βιώσιμη διευθέτηση θα είναι μακρύς και δύσκολος. Αλλά θα πρέπει να τον διανύσουμε.

*Καθηγητής, πρόεδρος του Κυπριακού Κέντρου Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων καθώς και του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών και Διακυβέρνησης του Πανεπιστημίου Λευκωσίας.

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *