Ο νέος πυρηνικός ανταγωνισμός: Οι ηγέτες διαχειρίζονται την απειλή λες και κάνουν μπίζνες…

Ο πρόεδρος της Ρωσίας Βλαντιμίρ Πούτιν προεδρεύει έκτακτης συνεδρίασης του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας της Ρωσίας με αντικείμενο την αποχώρηση των ΗΠΑ από την Συνθήκη Πυρηνικών Δυνάμεων (INF). EPA, MIKHAIL KLIMENTYEV, SPUTNIK, KREMLIN POOL

Του ΠΑΝΙΚΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ

Την Παρασκευή συνέβη κάτι σημαντικό που επιδεινώνει την ανασφάλεια στον πλανήτη, αλλά φαίνεται ότι πέρασε σχεδόν απαρατήρητο.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες αποσύρθηκαν από τη Συνθήκη Πυρηνικών Δυνάμεων (INF). Η αμερικανική κυβέρνηση κατηγορεί τη Μόσχα για παραβίαση των όρων της Συνθήκης και είχε προειδοποιήσει πριν έξι μήνες ότι θα προχωρούσε σε μια τέτοια ενέργεια αν η Ρωσία συνέχιζε τις παραβιάσεις.

Όπως μεταδόθηκε από τη ρωσική πρωτεύουσα, το Κρεμλίνο χαρακτήρισε «τέχνασμα» την αμερικανική αποχώρηση, υποστηρίζοντας ότι «οι ΗΠΑ σχεδιάζουν την κατασκευή νέων πυραύλων μέσου βεληνεκούς με στόχο να αντιμετωπίσουν την κινεζική επιβουλή».

  • Πριν δύο χρόνια (7 Ιουλίου 2017), 122 κράτη – μέλη των Ηνωμένων Εθνών ψήφισαν υπέρ της Συνθήκης για την Απαγόρευση των Πυρηνικών Όπλων (TPNW), με όραμα να απαλλαγεί ο κόσμος από τα πυρηνικά.

Οι πυρηνικές δυνάμεις αρνήθηκαν να πάρουν καν μέρος στη διαδικασία, ισχυριζόμενες ότι η Συνθήκη δεν θα έχει καμιά επίπτωση στη μείωση του παγκόσμιου αποθέματος των δεκαπέντε περίπου χιλιάδων πυρηνικών κεφαλών. Επομένως, το ψήφισμα είχε περισσότερο συμβολικό χαρακτήρα, κάτι που αποδείχθηκε στην πορεία του χρόνου, ενώ μέχρι στιγμής μόνο 23 χώρες έχουν επικυρώσει τη Συνθήκη.

Τρεις μήνες μετά την έγκριση του ψηφίσματος, ανακοινώθηκε ότι το βραβείο Νόμπελ Ειρήνης απονέμεται στον διεθνή φορέα για την κατάργηση των πυρηνικών όπλων, με το όνομα: International Campaign to Abolish Nuclear Weapons (ICAN) που λειτουργεί από το 2007. Πρόκειται για έναν παγκόσμιο συνασπισμό της κοινωνίας των πολιτών, αριθμώντας 468 οργανώσεις-εταίρους σε 101 χώρες.

Ο επίμονος αγώνας της ICAN είχε ως αποτέλεσμα 50 χώρες να ξεκινήσουν την προσπάθεια για την υιοθέτηση της προαναφερθείσας συνθήκης σε διάσκεψη στον ΟΗΕ. Την προπερασμένη Τρίτη, παρουσιάστηκε στη Νέα Υόρκη μια νέα έκθεση 80 σελίδων της Ένωσης Ελέγχου των Όπλων, με καταγραφή σημαντικών εξελίξεων σ’ αυτό τον τομέα. Μεταξύ άλλων, αξιολογούνται τα πρόσφατα αρχεία πυρηνικών κρατών και οι συστηματικές προσπάθειες άλλων χωρών να αποκτήσουν πυρηνικά.

Κύριο συμπέρασμα της έκθεσης είναι ότι ξεκίνησε ένας νέος πυρηνικός ανταγωνισμός και παρατηρείται αυξανόμενη αθέτηση δεσμεύσεων, βασικών κανόνων και υποχρεώσεων για τη μη διάδοση των πυρηνικών όπλων. Τον περασμένο Μάιο, η διευθύντρια του Ερευνητικού Ιδρύματος των Ηνωμένων Εθνών για τον Αφοπλισμό (UNIDIR), Ρενάτα Ντουάν, προειδοποίησε ότι ο κίνδυνος να χρησιμοποιηθούν πυρηνικά όπλα βρίσκεται σήμερα στο υψηλότερο επίπεδο μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Χαρακτήρισε το θέμα «κατεπείγον» και κάλεσε τη διεθνή κοινότητα να το αντιμετωπίσει άμεσα.

Η κ. Ντουάν ανέφερε επίσης ότι όλες οι πυρηνικές δυνάμεις εφαρμόζουν προγράμματα εκσυγχρονισμού των πυρηνικών όπλων τους και ότι εξαιτίας κυρίως του ανταγωνισμού μεταξύ των ΗΠΑ και της Κίνας δημιουργούνται «νέα δεδομένα» όσον αφορά τον έλεγχο των εξοπλισμών.

Στην έκθεση «Αξιολόγησης της προόδου της μη διάδοσης των πυρηνικών όπλων και του αφοπλισμού, 2016-2019» επισημαίνεται ότι τα κράτη έδωσαν χειρότερα αποτελέσματα στην πλειονότητα των κριτηρίων σε σύγκριση με την προηγούμενη έκθεση που κάλυπτε την περίοδο 2013-2016.

  • Η έρευνα αξιολογεί διεξοδικά τα αρχεία των ΗΠΑ, της Ρωσίας, της Κίνας, της Γαλλίας και του Ηνωμένου Βασιλείου (δηλαδή των πέντε μονίμων μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ), καθώς και της Ινδίας, του Ισραήλ, του Πακιστάν και της Βόρειας Κορέας που διαθέτουν πυρηνικά όπλα, όπως επίσης του Ιράν και της Συρίας, σε σχέση με τις ανησυχίες για απόκτηση πυρηνικού οπλισμού.

«Η επανεξέταση των ενεργειών και της αδράνειας αυτών των έντεκα χωρών υποδηλώνει μια ανησυχητική τάση μακριά από τις μακρόχρονες, αποτελεσματικές προσπάθειες ελέγχου και μη διάδοσης πυρηνικών όπλων», δήλωσε η διευθύντρια της Ένωσης Ελέγχου Όπλων, Κέλσι Ντάβενπορτ, προσθέτοντας ότι «με την τεκμηρίωση των πολιτικών απ’ αυτά τα κράτη, κατά την τελευταία δεκαετία, αποδεικνύεται ότι διαβρώνεται συνεχώς η στήριξη για κρίσιμους κανόνες μη διάδοσης πυρηνικών όπλων και αφοπλισμού»

Η πυρηνική απειλή γίνεται όλο και πιο ορατή, παραμένοντας ο σοβαρότερος κίνδυνος για την ανθρωπότητα. Κι όμως, οι ηγέτες των πυρηνικών δυνάμεων και όσων κρατών φιλοδοξούν να αποκτήσουν πυρηνικά διαχειρίζονται το όλο ζήτημα λες και κάνουν μπίζνες και όχι για να προστατέψουν τις ζωές των ανθρώπων.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *