Ο… ντριμλέρ παίζει εκ του ασφαλούς: Τι Παρίσι, τι κατεχόμενα, θα μπορούσε να υποστηρίξει η γνωστή παράφωνη χορωδία

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας κ. Νίκος Αναστασιάδης στο δείπνο που παραθέτει στο περιθώριο της Συνόδου προς τους ηγέτες της ΕΕ και του ΝΑΤΟ.Μουσείο Prado, Μαδρίτη, Ισπανία

Του ΚΩΣΤΑ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ

Θα μπορούσε ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν να αποδεχθεί συνάντηση με τον Πρόεδρο Αναστασιάδη, στο «ουδέτερο» Παρίσι, φιλοξενούμενοι αμφότεροι του Εμμανουέλ Μακρόν, για να συζητήσουν το Κυπριακό; Όχι βέβαια. Κι αυτό κυρίως γιατί δεν αναγνωρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία, την οποία θεωρεί ως γνωστό «εκλιπούσα». Όταν του πρότεινε τη συνάντηση ο Νίκος Αναστασιάδης, μπροστά σε μια ομήγυρη αρχηγών κρατών, δεν το ξέκοψε αμέσως και αντιπρότεινε αυτή να γίνει στα κατεχόμενα, γνωρίζοντας εκ προοιμίου την απάντηση του Κύπριου Προέδρου.

Είναι γνωστό ότι η τουρκική πλευρά δεν θεωρεί πως είναι συνομιλητής της η Λευκωσία. Η κατοχική δύναμη κατάφερε από την αρχή να τεθεί εκτός της μεγάλης εικόνας και να μετατρέψει το Κυπριακό -μετά την εισβολή της το 1974 στο νησί- σε μια δικοινοτική διαφορά. Και έκτοτε συζητούν οι δύο κοινότητες, χωρίς τον εισβολέα–κατακτητή, αλλά και χωρίς την Κυπριακή Δημοκρατία. Δεν έχει λόγο η Τουρκία να συζητά απευθείας και μόνη της με τη Λευκωσία γιατί κατάφερε να ξεπλυθεί από κατοχική δύναμη. Οι όποιες συζητήσεις για την εδραίωση, νομιμοποίηση των κατοχικών δεδομένων ή και για ροκάνισμα του χρόνου, διεξάγονται διά του εκάστοτε κατοχικού ηγέτη, ο οποίος εκφράζει τα τουρκικά συμφέροντα στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Όπως έχει αποδειχθεί, όποιος δεν είναι πολύ υπάκουος, τίθεται εκτός, χάνει την «εξουσία». Είναι όλοι τους αναλώσιμοι.

Ο Ερντογάν δεν έχει προφανώς κανένα λόγο, σε αυτή τη φάση, να συζητήσει για το Κυπριακό και τα ελληνοτουρκικά. Αισθάνεται ισχυρός, αναβαθμισμένος και θεωρεί ότι μπορεί να κερδίσει αυτά που επιδιώκει, αν όχι τώρα, σε ένα μεταγενέστερο χρόνο. Διαχρονικά κέρδιζε αυτά που διεκδικούσε χωρίς να πέσει σφαίρα. Διά της ισχύος και έχοντας απέναντι της, την ελληνική πλευρά, η οποία κυριαρχείτο από μια φοβική αντίληψη των εξελίξεων, προχωρούσε.

Η Άγκυρα αντιλήφθηκε ότι με το Ουκρανικό αναδείχθηκε σε χρήσιμο και κρίσιμο σύμμαχο. Και επειδή αυτό το αντιλαμβάνεται, δεν είναι δεδομένη για κανέναν. Με αυτή την προσέγγιση μπορεί να απαιτεί, να έχει αξιώσεις και να κερδίζει. Σε αντίθεση με την Αθήνα και τη Λευκωσία, που θεωρούνται δεδομένες και… δεμένες στην καρέκλα των «συμμάχων» και των ισχυρών. Είναι σαφές ότι δεν αντιδρούν στα διαδραματιζόμενα, αλλά παρακολουθούν παθητικά. Δεν νιώθουν, ως φαίνεται, την ανάγκη και δεν επιδιώκουν ρόλο στις εξελίξεις. Απλά αντιδρούν αμήχανα στη νέα ανακατανομή ισχύος και στον συνεχώς αναβαθμισμένο ρόλο της κατοχικής Τουρκίας. Οι δε αναλύσεις που γίνονται από κάποιους, κυρίως στην Αθήνα, είναι ρηχές. Στη Λευκωσία δεν πολυασχολούνται ή θεωρούν «ξένα» προς αυτήν τα όσα διαδραματίζονται. Οι γνωστές προσεγγίσεις του… μικρού χωριού.

Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, λοιπόν, όταν του εισηγήθηκε ο Νίκος Αναστασιάδη για τη συνάντηση στο Παρίσι αντιπρότεινε να γίνει αυτή στο «βόρειο τμήμα», όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Έριξε αυτή την ιδέα καθώς θεώρησε προφανώς προβλέψιμη την απάντηση Αναστασιάδη, που σχεδόν πανηγυρίζει για το σύντομο τέτ α τετ. Την ίδια ώρα και ο Κυριάκος Μητσοτάκης, εκλιπαρεί για μια συνάντηση με τον Ερντογάν, παρά τις χυλόπιτες που εισπράττει απ’ αυτόν.

Ο Τούρκος Πρόεδρος αναφέρθηκε σε συνάντηση στα κατεχόμενα, προεξοφλώντας ότι καθάρισε με αυτό το θέμα. Θεωρεί πως έκανε… ντρίπλα με τη δική του αντιπρόταση. Βέβαια, μπορεί να μην γνωρίζει πως θα βρεθούν κάποιοι στις ελεύθερες περιοχές- ισχνή μειοψηφία, παράφωνη χορωδία- να υποστηρίξουν πως «τι Παρίσι, τι κατεχόμενα, όλα αυτά είναι… τυπικότητες, η ουσία έχει σημασία». Και η οποία, ουσία, ποια είναι; Η αναγνώριση του ψευδοκράτους για μια τυπική συνάντηση, με προδιαγεγραμμένο αποτέλεσμα.

Η αναβάθμιση της κατοχικής Τουρκίας περνά και από την Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία. Η Ελλάδα από «ευγένεια» δεν έθεσε ζητήματα στη σύνοδο του ΝΑΤΟ, στη Μαδρίτη. Δεν τα έθεσε επειδή φοβόταν προφανώς  την τουρκική αντίδραση. Η Κυπριακή Δημοκρατία, κουβαλά πολλές φοβίες και λόγω του μεγέθους, αλλά και επειδή οι διαχειριστές του Κυπριακού κυριαρχούνται από φοβικά σύνδρομα. Η στάση Αθήνας και Λευκωσίας, όπως την παρακολουθούμε και την εισπράττουμε, διαμορφώνει δεδομένα που διευκολύνουν την τουρκική προέλαση.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.