Ο πικρός Ιούλης: Σε μας εναπόκειται να οριοθετήσουμε τη δική μας πολιτική στη βάση αυτών των δεδομένων και να υιοθετήσουμε την αναγκαία στρατηγική επιβίωσής μας

Τα τουρκικά πλοία προσεγγίζουν τις κυπριακές ακτές, 20 Ιουλίου 1974, Φωτογραφία από το αρχείο του τουρκικού στρατού

Του ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ

Κάθε Ιούλη οι πικρές μνήμες επανέρχονται. Για κάποιους είναι μια «επετειακή» ανάγκη. Για τους πολλούς είναι η πικρή ανάμνηση όσων έζησαν το 1974. Για τους νεότερους είναι η μνήμη πως μεγάλωσαν σε συνθήκες κατοχής. Είναι κι αυτοί που προσπαθούν να αναθεωρήσουν την Ιστoρία, να δικαιολογήσουν άμεσα ή έμμεσα το πραξικόπημα και την εισβολή, φορτώνοντας την ευθύνη στο θύμα. Διότι ασφαλώς τα όποια λάθη της ελληνικής πλευράς δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την εισβολή και προπάντων τη συνεχιζόμενη κατοχή.

Η Κυπριακή Δημοκρατία ήταν και παραμένει μια ανεξάρτητη Πολιτεία και κανένας διεθνής νόμος δεν μπορεί να δικαιολογήσει την κατοχή των εδαφών της από τον εισβολέα. Γνωρίζουν οι νεοφιλελεύθεροι αναθεωρητές αλλά και αυτοί της «αριστερής» μετάλλαξης πως με τις πικρές εμπειρίες του παρελθόντος, με όλη την πείρα που συσσωρεύτηκε, Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι μπορούν να συμβιώσουν χωρίς κανένα πρόβλημα στο πλαίσιο μάλιστα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Είναι δε τραγικό να ακούονται γενναίες φωνές από τους Τουρκοκυπρίους που μιλούν για κατοχή και να υπάρχουν Ελληνοκύπριοι και Ελλαδίτες που άμεσα ή έμμεσα να τη δικαιολογούν. Ως πρόσφατα μάλιστα ήταν  και θαυμαστές του Ερντογάν!

Από τα χειρότερα: η συμφιλίωση με την κατοχή και την τουρκική προπαγάνδα! Το δικό μας Βισύ!

Οι επέτειοι είναι για να θυμόμαστε βέβαια, είναι ημέρες μνήμης, αλλά είναι και ημέρες στοχασμού, μελέτης και σχεδιασμού για το μέλλον. Οι καλοθελητές επαναλαμβάνουν το ίδιο τροπάρι για τις «χαμένες ευκαιρίες». Επαναλαμβάνουν, όπως το κάνουν συνεχώς εδώ και μισό αιώνα, κάθε φορά που γίνεται μια προσπάθεια επίλυσης του Κυπριακού, πως τάχατες είναι η «τελευταία ευκαιρία». Μόνον πολιτικά αστοιχείωτοι μπορούν να μιλούν συνεχώς για «τελευταία ευκαιρία» και πάντα να διαψεύδονται από τα γεγονότα. Όσο ένα πρόβλημα παραμένει άλυτο πάντα θα αναζητείται η λύση του.

Στην ουσία η θεωρία της τελευταίας ευκαιρίας χρησιμοποιείται ως πολιτικός εκβιασμός για να υποχρεωθεί ο λαός να αποδεχθεί τα τετελεσμένα της εισβολής και της κατοχής.

Δεν έχει κανείς παρά να θυμηθεί τον εκβιασμό που ασκήθηκε με το σχέδιο Ανάν και που κατά κόρον επαναλαμβανόταν ότι επρόκειτο για την τελευταία ευκαιρία επίλυσης του Κυπριακού. Και ω του θαύματος, μας παρουσιάσθηκαν ξανά και ξανά νέες ευκαιρίες που και πάλι κάθε μια βαφτιζόταν ως η «τελευταία» ευκαιρία. Δεν σημαίνει φυσικά πως δεν πρέπει να αρπάξουμε την όποια ευκαιρία παρουσιαστεί και να καταβάλουμε την αναγκαία προσπάθεια για την εξεύρεση μιας βιώσιμης λύσης.

Η Κυπριακή Δημοκρατία, παρά το κατάντημα στο οποίο την έχουν φέρει σήμερα οι πολιτικοί της, οι πάσης φύσεως χωρίς όραμα ελίτ της, είναι σε θέση να επιδιώξει τη λύση εκείνη που θα διασώζει την ίδια και τα ανθρώπινα δικαιώματα των πολιτών της, όπως και τα συλλογικά δικαιώματά τους. Είναι βέβαια καιρός να γίνει παρελθόν το νοσηρό κλίμα της διαφθοράς που εκθέτει την Κύπρο διεθνώς.

Η Κύπρος με την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση ανέτρεψε εν μέρει τις ισορροπίες που δημιούργησε η εισβολή και η κατοχή. Άσχετα αν οι πολιτικές ηγεσίες στην  Αθήνα και Λευκωσία αποδείχθηκαν ανίκανες να χρησιμοποιήσουν τον ευρωπαϊκό μοχλό για να προκαλέσουν κόστος στην Τουρκία

Οποιεσδήποτε και να είναι οι εσωτερικές εξελίξεις στην Τουρκία, ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός της, όχι με πλήρη ένταξη αλλά με μιας μορφής ειδική σχέση, δεν πρόκειται να ανακοπεί ποτέ.  Η Τουρκία είναι απόλυτα εξαρτημένη οικονομικά και όχι μόνο από την Ευρώπη.

Αυτός ο προσανατολισμός άρχισε με τους τελευταίους σουλτάνους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και οριοθετήθηκε αργότερα από τους Νεότουρκους και τον Μουσταφά Κεμάλ. Σε αυτόν τον προσανατολισμό προσχώρησαν και οι ισλαμιστές για τους δικούς τους λόγους. Τα δε συμφέροντα της Δύσης είναι τέτοια, γεωστρατηγικά, γεωπολιτικά και οικονομικά, που παρά τα μουρμουρητά  που ακούονται σε κάποιες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες δεν πρόκειται να αφεθεί εύκολα η Τουρκία εκτός δυτικής επιρροής.

Το ίδιο συμβαίνει και με τις ΗΠΑ. Οι Αμερικανοί δεν θα ωθήσουν τις σχέσεις τους με την Τουρκία στα άκρα επειδή ξέρουν ότι ακόμη και μέσα στο AKP υπάρχουν εναλλακτικές στον Ερντογάν φιλοαμερικανικές δυνάμεις.

Σε μας εναπόκειται να οριοθετήσουμε τη δική μας πολιτική στη βάση αυτών των δεδομένων και να υιοθετήσουμε την αναγκαία  στρατηγική επιβίωσης μας. Οι σημερινές  περιφερειακές γεωπολιτικές ισορροπίες, ακόμη και οι διεθνείς, παρέχουν ευκαιρίες. Το θέμα είναι να μην καρπωθούν άλλοι αυτή τη γεωπολιτική αξία που έχει αυτή την στιγμή Κύπρος και Ελλάδα. Να μην την παραδώσουμε οι ίδιοι στην Άγκυρα, τις ΗΠΑ  και το ΝΑΤΟ, όπως φαίνεται να δείχνουν ότι θα συμβεί με τους σημερινούς χειρισμούς  Αθήνας και Λευκωσίας.

Στην περίπτωση της Κύπρου εξυπακούεται να μην παραδώσουμε το μοναδικό όπλο επιβίωσης που έχουμε στα χέρια μας, την Κυπριακή Δημοκρατία. Και αντί για δομή κράτους με αναγνωρισμένη διεθνή προσωπικότητα, να δεχτούμε την υποβάθμισή μας σε κοινότητα. Εξυπακούεται η κοινή στρατηγική ανάσχεσης-αποτροπής με την Αθήνα. Αυτά αναλύθηκαν επανειλημμένα στο παρελθόν. Αλλά η Αθήνα φαίνεται να υιοθετεί την καταστροφική πολιτική περιχαράκωσης στο Αιγαίο.

Οι μνήμες του Ιούλη πρέπει να καθοδηγούν τα βήματά μας στην οργάνωση μιας δημοκρατικής, κοσμικής Πολιτείας, με σεβασμό των δικαιωμάτων όλων των πολιτών της, όποια και να είναι η καταγωγή τους, η θρησκεία ή η γλώσσα τους. Με μια κοινή πολιτική ταυτότητα, ρεπουμπλικανική και ευρωπαϊκή, που δεν θα θέτει υπό διαπραγμάτευση την όποια εθνική ταυτότητα των πολιτών.

Για τον Ιούλη όμως έχουμε και άλλα να πούμε και θα επανέλθουμε! Είναι πολύ πικρός αυτός ο Ιούλης. Και φέτος συμπίπτει και με τα 200 χρόνια από την Επανάσταση του 1821.

*Πανεπιστημιακός, συγγραφέας της μυθιστορηματικής τριλογίας ΝΟΜΑΔΑΣ, Αθήνα, Εκδόσεις Βακχικόν, 2017-2019

stephanos.constantinides@gmail.com

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *