Ο πόνος της μάνας του αγνοουμένου είναι μια ανοικτή πληγή που πονά…   Η ανειρήνευτη και ασταμάτητη, δραματική προσπάθεια της Μαρίας Καρεφυλλίδη Ιωάννου να βρει τα ίχνη του αγνοούμενου αδελφού της, Χρήστου Καρεφυλλίδη, καταδρομέα της 33ης ΜΚ

ΤΟΥ ΣΑΒΒΑ ΙΑΚΩΒΙΔΗ

Όταν άρχισα να διαβάζω το βιβλίο της Μαρίας Καρεφυλλίδου Ιωάννου, «Αναζητώντας τα ίχνη» (εκδόσεις Hippasus, 2022) για τον αγνοούμενο αδελφό της, Χρήστο, καταδρομέα της 33ης ΜΚ, οι δημοσιογραφικές μνήμες με εκτόξευσαν 48 χρόνια πίσω, στο 1974. Νεαρός, τότε, δημοσιογράφος, κάλυπτα την απελευθέρωση εκατοντάδων Ελλήνων Κυπρίων αιχμαλώτων του Αττίλα. Κατέγραψα ιστορίες πικρής και φρικτής αιχμαλωσίας στα κάτεργα της Τουρκίας. Γονείς, συγγενείς, φίλοι, γνωστοί, συνωθούνταν κατά χιλιάδες στην τότε Ξενοδοχειακή Σχολή, όπου έφταναν τα λεωφορεία με τους απελευθερωθέντες αιχμαλώτους, για να αναζητήσουν τους δικούς τους.

Κι άκουσα εκεί, σπαρακτικές, εναγώνιες κραυγές γονιών, συζύγων, αδελφών: «Είδες τον Κώστα; Ήσουνα με τον Ανδρέα; Άκουσες για τον Αντώνη; Ο Παναγιώτης, ο Περικλής, ο Αχιλλέας, ο Χρήστος, ο Μάκης, ο Οδυσσέας, ο Μιχάλης;». Όταν τον Οκτώβριο του 1974 τερματίστηκαν οι απελευθερώσεις αιχμαλώτων και το κατοχικό καθεστώς και η Τουρκία υποστήριζαν ότι δεν κρατούσαν άλλους, τότε άρχισε το μαρτύριο και ο ανείπωτος Γολγοθάς εκατοντάδων γονιών για τους 1.619 και πλέον αγνοουμένους. Έγινε πιο καταθλιπτικός μετά την ομολογία του κατοχικού Ντενκτάς ότι Τ/κ «μουτζαχεντίν» σκότωσαν Έλληνες ως αντεκδίκηση.

«Νεκρός»

Μια νέα, φοβερή και θλιβερή λέξη ανακαλύφθηκε ξαφνικά και ως πελώριος βράχος καταπλάκωσε τις καρδιές και τις προσδοκίες των συγγενών: «Αγνοούμενος». Λίγες ημέρες μετά την πρώτη φάση της τουρκικής εισβολής, γράφει η Μαρία Καρεφυλλίδου, με τον σύζυγό της Ντίνο Ιωάννου, έτρεξαν σε ένα στρατιωτικό επιτελείο, στο κέντρο της Λευκωσίας για να μάθουν για τον αδελφό της Χρήστο, καταδρομέα. Προσθέτει:

«Ο στρατιώτης που βρισκόταν καθισμένος πίσω από το τραπέζι, ρώτησε χωρίς να μας κοιτάξει, ‘Όνομα’; ‘Χρήστος Καρεφυλλίδης’ είπα εγώ. Πήρε το πρώτο δεφτέρι και πάλι, χωρίς να μας κοιτάξει, μου απάντησε: ‘ΝΕΚΡΟΣ’. Ένιωσα μια μαχαιριά στην καρδιά και μια ζάλη να με τυλίγει. Με συγκράτησε ο σύζυγός μου. Μέσα στην παραζάλη μου άκουσα τον στρατιώτη να ψελλίζει ‘ναύτης δεν ήταν’;. Τότε ένιωσα τη μαχαιριά βαθύτερα στην καρδιά μου, γιατί εκείνο το καλοκαίρι συμπλήρωνε δύο χρόνια θητείας στο Ναυτικό, που είχε τη βάση του στο Κάστρο της Κερύνειας, ο πρώτος ξάδελφός μας, Χρήστος, γιος του δίδυμου αδελφού του πατέρα μας,  Γιάννη Καρεφυλλίδη.

»Ψιθύρισα με μια ένοχη ανακούφιση ‘Όχι, είναι καταδρομέας’. Παίρνει το άλλο δεφτέρι, ψάχνει για λίγο και μου λέει, πάντοτε χωρίς να με κοιτάξει: ‘ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟΣ’. Ήταν η πρώτη φορά που άκουγα τη λέξη ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟΣ. Κοίταξα με ένα σαστισμένο βλέμμα γεμάτο απορία τον Ντίνο με  την ελπίδα ότι θα μου έλεγε κάτι παρήγορο. Εκείνος έμεινε βουβός. Απλώς με πήρε από το χέρι και με απομάκρυνε για να δώσουμε σειρά στους επόμενους».

Έτσι άρχισε η τραγωδία για τη Μαρία Καρεφυλλίδου και την οικογένειά της. Η μητέρα και η γιαγιά της ήταν εγκλωβισμένες στο ξενοδοχείο «Ντόουμ», στην Κερύνεια. Με  παρέμβαση των Αμερικανών -η μητέρα της Ελένη ήταν Αμερικανίδα υπήκοος- επέστρεψε στις ελεύθερες περιοχές, όχι όμως και η γιαγιά της. Όλες οι πληροφορίες για την τύχη του Χρήστου ήταν συγκεχυμένες ή αβάσιμες. Στις 21 Ιουλίου, διηγείτο η μητέρα της Μαρίας, κάποιοι της είπαν ότι τον είδαν στο Μπέλλα Πάις, ότι ήταν καταπονημένος, ότι με άλλους στρατιώτες πολέμησαν στον Άγιο Ιλαρίωνα, πέτυχαν τον αντικειμενικό στόχο τους, αλλά οι ενισχύσεις που περίμεναν δεν  ήρθαν ποτέ.

«Λειψανολογία»

Η μητέρα της Μαρίας έστειλε επιστολές σε Αμερικανούς γερουσιαστές, ακόμα και στον περιβόητο Κίσινγκερ και στον Πρόεδρο Κάρτερ. Ουδεμία σοβαρή απάντηση, απλώς ευγενείς διαβεβαιώσεις. Το 1999, η μητέρα της Μαρίας προσέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το οποίο έδωσε κάποιες βραχυπρόθεσμες ελπίδες. Όπως όλες οι μάνες των αγνοουμένων, δεν μπόρεσε να δεχθεί ότι δεν θα ξανάβλεπε τον γιο της μια μέρα. Γράφει η Μαρία!

«Αυτό που την ταρακούνησε και της γκρέμισε το υπόβαθρο στο οποίο στηριζόταν  όλα εκείνα τα χρόνια, ήταν η απαρχή της λεγόμενης ‘λειψανολογίας. Δεν άντεχε να βλέπει τα οστά (που ταυτοποιούνταν με την μέθοδο του DNA) να επιδεικνύονται από τηλεοράσεως ως πρόοδος στο θέμα των αγνοουμένων. Δεν άντεχε στην ιδέα ότι μπορεί μια μέρα να της δώσουν τα οστά και τους δικού της παιδιού, του λεβέντη της, που τον έβλεπε πάντα ζωντανό στον ύπνο και τον ξύπνιο της, να της μιλά και να την αγκαλιάζει, για να ‘κλείσει’ το θέμα χωρίς τεκμαρτές αποδείξεις. Αυτό δε που τη λάβωνε ακόμα περισσότερο ήταν όταν την ρωτούσαν: ‘Μάθατε τίποτα; Βρήκαν τα οστά του Χρήστου;’».

Προσθέτει η Μαρία: «Με ποιον τρόπο εγώ θα μπορούσα να κάνω τον κόσμο να σκέφτεται πριν να μιλά; Πώς να τους εξηγούσα ότι ο πόνος, ιδιαίτερα της μάνας του αγνοουμένου, είναι μια ανοικτή πληγή που, όποτε την αγγίξεις, πονά και ματώνει το ίδιο, όπως την πρώτη φορά που της ανακοινώθηκε επίσημα ότι ο γιος της αγνοείται. Ακόμα  μια φορά, ο κυνισμός και η επιπολαιότητα του κόσμου την πλήγωνε, κι εκείνη χανόταν μέρα με τη μέρα…».

Γολγοθάς

Ο Μαρία υπογραμμίζει: «Η λέξη ‘αγνοούμενοι’ με εκνεύριζε αφάνταστα. Αισθανόμουν ότι μηδένιζε την ανδρεία των παιδιών που παρέμειναν στα πεδία των μαχών και πολέμησαν με πείσμα και εμμονή τους εισβολείς, παρόλο που γνώριζαν ότι οι μάχες ήταν άνισες και προδομένες. Είχα την αίσθηση ότι η λέξη ‘αγνοούμενοι’ ισοπέδωνε τη θυσία τους, μετατρέποντάς την σε ονομαστικούς καταλόγους, με αριθμούς και ένα κακό προαίσθημα για το μέλλον του θέματος ‘αγνοούμενοι’».

Τον Δεκέμβριο 2002 έφυγε ξαφνικά ο σύζυγος της Μαρίας, Ντίνος. Η μάνα της άρχισε σιγά-σιγά να καταρρέει. Το 2007 ξεκίνησε ένας νέος Γολγοθάς για τη  μητέρα της Μαρίας. Διαγνώστηκε με την επάρατη ασθένεια. Το 2013 η κατάσταση της υγείας της έφτασε σε οριακό σημείο. Η Μαρία προσπαθεί να ανασύρει παλιές θύμησες, ειδικά από την εποχή του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ και τον ήρωα Κυριάκο Μάτση που φιλοξένησαν πολλές φορές, αφού στο σπίτι τους υπήρχε και κρησφύγετο, για να απαλύνει τον πόνο της μητέρας της.

Όταν έφυγε η μάνα της Μαρίας, στις 19/7/2015 (σημαδιακή ημέρα), αυτή συνέχισε τον αγώνα διακρίβωσης της τύχης του Χρήστου. Πολλές μαρτυρίες, οι περισσότερες ψευδείς ή αναληθείς ή απλώς διαδόσεις. Τον είδαν σε διάφορα μέρη αλλά κυρίως ήταν σημαντική η μαρτυρία του Κώστα Σανταμά, που θυμάται πως είδε τον λεβέντη Κερυνειώτη καταδρομέα, με ένα κόκκινο μίνι, να κουβαλά στρατιώτες προς το Πέντε Μίλι, προς την Κερύνεια. Άλλοι τον είδαν στο Μπέλλα Πάις, άλλοι στο Γ.Σ. Πράξανδρος, άλλοι σε μάντρα.

Γροθιά

Η Μαρία είναι εξοργισμένη με τους υπευθύνους της Διερευνητικής Επιτροπής για τους Αγνοουμένους. Ο φάκελος του Χρήστου περιλαμβάνει ελάχιστα στοιχεία. Έτσι κάνει την καρδιά της πέτρα και προχωρεί μόνη να βρει τα ίχνη του αδελφού της. Πρόκειται για μια τιτάνια, ασταμάτητη προσπάθεια. Η Μαρία ασκεί σε βάθος διερευνητική δημοσιογραφία. Συναντά παλιούς συμπολεμιστές του αδελφού της, διασταυρώνει κάθε πληροφορία, διάδοση, ισχυρισμό, φήμη, ανακαλύπτει δημοσιεύματα της εποχής, για να ιχνηλατήσει την πορεία του μετά τις μάχες στον Άγιο Ιλαρίωνα. Στην απέλπιδα προσπάθειά της να μάθει για τον αδελφό της, η Μαρία, κατόπιν προτροπής του γνωστού δικηγόρου και ακαδημαϊκού, Αχιλλέα Αιμιλιανίδη, και σε συνεργασία με τη Σοφία Ιορδανίδου, δημιουργούν (2018) ένα ντοκιμαντέρ για τους αγνοουμένους.

Αλληλογραφεί επίμονα με όλες τις υπηρεσίες ενός κράτους που οι κυβερνήσεις και οι καθ’ ύλην υπεύθυνοι δεν έπραξαν όσα όφειλαν για να διεθνοποιηθεί το μέγα ζήτημα των αγνοουμένων της τουρκικής εισβολής. Και αυτό, όπως και το Κυπριακό, αλέστηκαν στις μυλόπετρες πολιτικών και κομματικών σκοπιμοτήτων, κυρίως για να μη χαλάσει το «κλίμα για επανέναρξη των συνομιλιών». Η Μαρία ενόχλησε έντονα και πιεστικά τη  μακαριότητα και το βόλεμα καρεκλοκένταυρων. Στο τέλος, οι αγνοούμενοι κατήντησαν αριθμοί και μικρά κασελάκια με μερικά οστά ταυτοποιημένα με τη μέθοδο DNA, που παραδίδονταν στους γονείς – αν ζούσαν ακόμα… – για να ταφούν με τις πρέπουσες τιμές.

Τα ερωτηματικά παραμένουν αναπάντητα: Πού χάθηκε ο Χρήστος; Υπό ποίες συνθήκες είναι αγνοούμενος αφού το όνομά του αναγραφόταν σε κατάλογο αιχμαλώτων; Κι αν είναι νεκρός, πού είναι ο τάφος του; Πώς πέθανε; Ένα κασελάκι με οστά δεν είναι απάντηση, είναι απλή ταυτοποίηση. Πώς ημερεύει η αγωνία; Πώς καταπραΰνεται ο αβάσταχτος πόνος της αμφιβολίας; Ποιος θα δώσει απαντήσεις; Το βιβλίο της Μαρίας Καρεφυλλίδου Ιωάννου είναι μια ξιστρεφτή γροθιά στο πρόσωπο κάθε υπευθύνου του κράτους και των υπηρεσιών του, αλλά και μια κραυγή αγώνα για τη διακρίβωση της τύχης και των συνθηκών πιθανού θανάτου των αγνοουμένων μας. Είναι η πιο συγκλονιστική αποτύπωση του αγώνα μιας αδελφής που δικαιούται να γνωρίζει τι συνέβη στον αγνοούμενο αδελφό της. Ποιος θα της απαντήσει στα εναγώνια ερωτήματά της;

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.