Ο σκοταδισμός των Ταλιμπάν, ο ισλαμοφασισμός του Ερντογάν και η ήττα των αξιών του ανθρωπισμού και του πολιτισμού  

Οι τρομοκράτες Ταλιμπάν υψώνουν τη σημαία τος στο κυβερνείο της πόλης Κανταχάρ, στο Αφγανιστάν. EPA, STRINGER

Του ΠΑΝΙΚΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ

Δραματικές εξελίξεις επιφέρει η αποχώρηση των αμερικανικών και συμμαχικών στρατευμάτων από το Αφγανιστάν, μετά από 20 χρόνια ενός χαμένου πολέμου.

Πρόκειται για ακόμα μία οικτρή αποτυχία της Δύσης. Εκτός από το ανυπολόγιστο ανθρώπινο και οικονομικό κόστος, είναι πολύ πιθανό να επιστρέψει σε μεγαλύτερο βαθμό η τρομοκρατική απειλή σε Ευρώπη και Αμερική.

Όπως και σε άλλες περιπτώσεις, η Τουρκία επιδιώκει να εκμεταλλευτεί τη νέα κατάσταση πραγμάτων και φυσικά δεν είναι η μόνη χώρα. Προηγήθηκε η Κίνα.

Πριν δυο εβδομάδες, ο Κινέζος υπουργός Εξωτερικών είχε υποδεχθεί αντιπροσωπεία των Ταλιμπάν και δήλωσε ότι αποτελούν «μια κρίσιμη πολιτική και στρατιωτική δύναμη στο Αφγανιστάν».

Φαίνεται ότι το Πεκίνο ευελπιστεί ότι «καλοπιάνοντας» τους Ταλιμπάν και ανοίγοντάς τους τον δρόμο για διεθνή αναγνώριση, δεν θα προσφέρουν καταφύγιο και στήριξη στους Ουιγούρους αυτονομιστές του Ισλαμικού Κόμματος Τουρκεστάν, όπως έκαναν με την Αλ Κάιντα του Οσάμα μπιν Λάντεν.

Πέρα όμως από το ζήτημα της μουσουλμανικής μειονότητας στην Κίνα, το καθεστώς του Πεκίνου στοχεύει στην προώθηση μεγάλων οικονομικών συμφερόντων μέσω του Δρόμου του Μεταξιού.

Με πανομοιότυπο σκεπτικό λειτούργησε ο Βλαντιμίρ Πούτιν όταν άνοιξε τις αγκάλες του στον Ταγίπ Ερντογάν, το αυταρχικό καθεστώς του οποίου τροφοδοτούσε την τρομοκρατία και εμπλεκόταν σε λαθρεμπόριο πετρελαίου με τους τζιχαντιστές του Ισλαμικού Κράτους σε Συρία και Ιράκ.

Βέβαια, σε «παράλληλη πορεία» κινούνται οι ΗΠΑ, η Βρετανία και η Ευρωπαϊκή Ένωση όταν προτάσσουν οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα, παραμερίζοντας την κατάργηση του κράτους δικαίου και τη συστηματική παραβίαση κάθε έννοιας διεθνούς δικαίου σε Κύπρο, Αιγαίο, Ανατολική Μεσόγειο, Συρία, Ιράκ, Λιβύη, Αρμενία κι αλλού.

Επιπλέον, ο νεοσουλτάνος Ερντογάν έδωσε και μια άλλη, πιο επικίνδυνη διάσταση στις τουρκικές επιδιώξεις, προτάσσοντας την εθνικιστική και ισλαμιστική ιδεολογία. Αυτή η πραγματικότητα ουδέποτε αντιμετωπίστηκε με βάση τις αληθινές διαστάσεις της.

Σε μια ομιλία του στην τουρκική πρωτεύουσα, τον Μάρτιο του 2017, είχε πει ότι «αν η Ευρώπη συνεχίσει έτσι, κανένας Ευρωπαίος, σε κανένα σημείο της Γης, δεν θα μπορεί να περπατά με ασφάλεια στους δρόμους».

Δεν ήταν η πρώτη ούτε η τελευταία φορά που απείλησε την Δύση με τρομοκρατικές επιθέσεις. Και δεν περιορίστηκε σε λόγια ούτε σε διακηρύξεις για εσωτερική κατανάλωση.

Το μανιφέστο του δεν διαφέρει και πολύ από το μανιφέστο του θεοκρατικού καθεστώτος των Ταλιμπάν όσον αφορά τα ανθρώπινα δικαιώματα και ειδικότερα τα δικαιώματα των γυναικών.

Ο τρόπος σκέψης και δράσης του Ερντογάν αθωώνει τα εγκλήματα τζιχαντιστικών οργανώσεων. Άλλωστε, σε εκθέσεις αμερικανικών και ευρωπαϊκών μυστικών υπηρεσιών έχει καταγραφεί η στήριξη που έχει προσφέρει στο Ισλαμικό Κράτος και τις παραφυάδες του.

«Οι αρμόδιοι τουρκικοί θεσμοί εργάζονται για τη διοργάνωση συνομιλιών με τους Ταλιμπάν» ανέφερε την Πέμπτη σε συνέντευξή του στα τηλεοπτικά δίκτυα CNN Turk και Kanal D, προσθέτοντας μάλιστα ότι «ίσως, έχω κι εγώ την ευκαιρία να φιλοξενήσω τον άνθρωπο που θα γίνει ο ηγέτης τους». Την δήθεν «ειρηνευτική πρωτοβουλία» του στήριξε αμέσως η ηγεσία του Πακιστάν.

Όπως είναι γνωστό, μετά τη συνάντηση Μπάιντεν – Ερντογάν στις Βρυξέλλες, στα μέσα Ιουνίου, είχε γνωστοποιηθεί ότι η Τουρκία πρότεινε να αναλάβει την ασφάλεια του αεροδρομίου της Καμπούλ. Από τότε, η Άγκυρα επιδόθηκε σε ένα σκληρό ανατολίτικο παζάρι, με σκοπό να εξασφαλίσει σημαντική οικονομική και στρατιωτική βοήθεια από τις ΗΠΑ.

Η τουρκική εμπλοκή στο Αφγανιστάν από το 2001, με την στρατιωτική επιχείρηση των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ, ήταν διαφορετική. Ενώ τα τουρκικά στρατεύματα ήταν μέρος της αποστολής του ΝΑΤΟ, συμμετείχαν μόνο σε μη πολεμικές επιχειρήσεις και σχεδόν ποτέ δεν είχαν γίνει στόχος των Ταλιμπάν.

Τώρα, επειδή ο Ερντογάν βλέπει ότι οι Ταλιμπάν θα αποκτήσουν ξανά τον έλεγχο ολόκληρης της χώρας, προέτρεξε να εκδηλώσει τις πραγματικές προθέσεις του.

Την ίδια στιγμή, δεν μπορεί να αγνοηθεί το γεγονός ότι οι ΗΠΑ διέθεσαν τρισεκατομμύρια δολάρια στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ, αλλά και οι δυο αυτές χώρες από τότε που βρέθηκαν «υπό την προστασία» της Δύσης είχαν τις πιο διεφθαρμένες κυβερνήσεις στον κόσμο.

Είκοσι χρόνια μετά τα τρομοκρατικά χτυπήματα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, οι δυο αυτοί πόλεμοι άφησαν βαριές και πολύπλευρες απώλειες για τον Αμερικανικό λαό, αλλά τεράστια κέρδη για λομπίστες και για το στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα.

Μέσα απ’ όλα αυτά, αξίζει πάντα να επισημαίνεται ότι τέτοιες τραγικές καταστάσεις (με τους σοβαρούς κινδύνους που ελλοχεύουν από την ανάδυση και επικράτηση ακραίων ισλαμιστικών κινημάτων) δεν σηματοδοτούν σύγκρουση χωρών και λαών, αλλά ένα διαρκή πόλεμο της ελεύθερης και ανυπότακτης σκέψης κατά της βίας, του σκοταδισμού και του δογματισμού απ’ όπου κι αν προέρχεται.

Και η επιστροφή των Ταλιμπάν είναι μια βαριά ήττα των αξιών της δημοκρατίας, του ανθρωπισμού και του πολιτισμού.

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *