Ο στρατηγικός ενεργειακός σχεδιασμός κλειδί για το νέο αναπτυξιακό και παραγωγικό υπόδειγμα

FILE PHOTO. Η πλατφόρμα της Noble Energy/ ΚΥΠΕ

Tου Αντώνη Κοντολέοντος
Η αναγκαία παραγωγική ανασυγκρότηση θα υπονομευθεί «εν τη γενέσει» εάν ο στρατηγικός ενεργειακός σχεδιασμός συνεχίσει να υπαγορεύεται από την ανάγκη να στηριχτούν επενδυτικές επιλογές του παρελθόντος και συμφέροντα.

Η χρόνια απουσία ενός Στρατηγικού Ενεργειακού Σχεδιασμού (ΣΕΣ), λαμβάνοντας υπόψη την ασφάλεια ενεργειακού εφοδιασμού, τη βέλτιστη αξιοποίηση των εγχώριων ενεργειακών πόρων και την προστασία των καταναλωτών (Βιομηχανικών και οικιακών), μέσα στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής ενεργειακής και περιβαλλοντικής νομοθεσίας είχε μακροχρόνιες αρνητικές επιπτώσεις στη χώρα που δεν υπάρχει πλέον η πολυτέλεια να συνεχιστούν. 

Είναι επιτακτική πλέον ανάγκη να γίνει μια ουσιαστική και ορθολογική συζήτηση γύρω από το ενεργειακό μείγμα για την ηλεκτροπαραγωγή, θέμα σύνθετο και εθνικής σημασίας.

Η μόνη ορθή κι εθνικά επωφελής επιλογή είναι ένα διαφοροποιημένο ενεργειακό μείγμα, που θα ενισχύει την ασφάλεια ενεργειακού εφοδιασμού, αξιοποιώντας πλήρως τους εγχώριους πόρους, επιτρέποντας σε διαφορετικές τεχνολογίες να αναπτύσσονται, να εξελίσσονται και να ανταγωνίζονται στην αγορά, με στόχο τη μείωση του ενεργειακού κόστους, την αύξηση της ενεργειακής αποδοτικότητας και βεβαίως το σεβασμό των κλιματικών και ενεργειακών στόχων της Ένωσης.

Αντιλαμβανόμαστε ασφαλώς και συμφωνούμε με τον εθνικό και ευρωπαϊκό στόχο της μείωσης του αποτυπώματος άνθρακα, της ενίσχυσης της ενεργειακής αποδοτικότητας και της σταδιακής μετάβασης προς «πράσινες» μορφές ενέργειας. Στόχοι που μπορούν και πρέπει να είναι συμβατοί με τη στρατηγικής σημασίας ανάγκη για ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού αλλά και για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας και ειδικότερα της βιομηχανίας.

Αυτή άλλωστε είναι και η γενικότερη ευρωπαϊκή κατεύθυνση, όπως περιγράφεται σε πολλές ανακοινώσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και σε σειρά ψηφισμάτων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, με πλέον πρόσφατο αυτό που αφορά την Ενεργειακή Ένωση: «Το διαφοροποιημένο ενεργειακό μείγμα των κρατών-μελών, βασισμένο στους εγχώριους πόρους που διαθέτει το καθένα, αλλά και τις γεωγραφικές, περιβαλλοντικές παραμέτρους, τις ενεργειακές ανάγκες και φυσικά τα κόστη?., αποτελεί περιουσιακό στοιχείο για την Ένωση συνολικά αφού ενισχύει την αντοχή της σε διακοπές/προβλήματα ενεργειακού εφοδιασμού, και οδηγεί στις πλέον συμφέρουσες επιλογές από πλευράς κόστους».

Έχοντας αντλήσει διδάγματα από την πρόσφατη κρίση η Ευρώπη (αλλά και οι ΗΠΑ) παίρνουν πρωτοβουλίες και σχεδιάζουν πολιτικές υπέρ της επανα-βιομηχάνισης, αναγνωρίζοντας την καθοριστική συμβολή της βιομηχανίας και της μεταποίησης για μια εύρωστη οικονομία με ποιοτικές θέσεις εργασίας και χωρίς κοινωνικούς αποκλεισμούς.

Σ αυτούς τους σχεδιασμούς καταλυτικό ρόλο παίζει το ενεργειακό κόστος. Η ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας και συνολικά της οικονομίας πλήττεται όταν στηρίζεται στο κόστος μιας μονάδας βάσης με εισαγόμενο καύσιμο. Η ανάπτυξη στην Ελλάδα τη δεκαετία του 60 βασίστηκε στα Υδροηλεκτρικά και στον λιγνίτη. Ασφαλώς και οι συνθήκες έχουν αλλάξει, κυρίως λόγω της αναγκαίας ενίσχυσης της συμμετοχής των ΑΠΕ, αλλά αυτό δεν μπορεί ούτε πρέπει να σημαίνει ότι απεμπολούνται οι εγχώριοι ενεργειακοί πόροι αντί να αξιοποιούνται στο μέγιστο και βέλτιστο βαθμό.

Η συμμετοχή του λιγνίτη στο ενεργειακό μείγμα πρέπει να καθορίζεται σε συνάρτηση με τους στρατηγικούς ενεργειακούς στόχους (ασφάλεια εφοδιασμού, αξιοποίηση εγχώριων πόρων, προστασία μικρών και μεγάλων καταναλωτών, ανταγωνιστικότητα της οικονομίας) και προφανώς δεν μπορεί να συσχετίζεται με την όποια εκτίμηση της τιμής των δικαιωμάτων CO2 το 2030 (!), εκτίμηση που εάν ήταν εφικτή κάποιοι θα γίνονταν εύκολα εκατομμυριούχοι!

Η σχεδιαζόμενη περαιτέρω αύξηση της συμμετοχής της παραγωγής από ΑΠΕ θα πρέπει να έχει ως αποτέλεσμα την μείωση της παραγωγής με καύσιμο φυσικό αέριο. Όπως άλλωστε έδειξε η πρόσφατη ενεργειακή κρίση τον Ιανουάριο, οι μονάδες παραγωγής με φυσικό αέριο δεν μπόρεσαν να στηρίξουν το σύστημα που έφθασε στα πρόθυρα του black out.

Θεωρούμε λοιπόν απλοϊκό αλλά και εθνικά επιζήμιο να επιχειρείται να εξοστρακιστεί ο λιγνίτης από το μείγμα καυσίμου ηλεκτροπαραγωγής προκειμένου να ενισχύσει τη θέση του ένα εισαγόμενο καύσιμο, τη στιγμή που βασικός ευρωπαϊκός αλλά και εθνικός στόχος είναι ο διαρκής περιορισμός της ενεργειακής εξάρτησης από εισαγωγές.

Κι αυτό όταν είναι γνωστό ότι οι νέες σύγχρονες ευέλικτες λιγνιτικές μονάδες, όπως αυτές που εντάσσονται στο επενδυτικό πλάνο της ΔΕΗ, θα έχουν σαφώς μειωμένο περιβαλλοντικό αποτύπωμα και θα είναι εξίσου ευέλικτες με τις μονάδες φυσικού αερίου.

Δεν υπάρχει πολυτέλεια να επαναληφθούν λάθη του παρελθόντος. Ο στρατηγικός ενεργειακός σχεδιασμός δεν μπορεί να υπαγορεύεται από την ανάγκη να στηριχθούν επενδυτικές επιλογές του παρελθόντος και επιμέρους συμφέροντα.

Ο στρατηγικός ενεργειακός σχεδιασμός πρέπει επιτέλους-να υπηρετεί το ΔΗΜΟΣΙΟ συμφέρον. Δηλαδή την ανάταξη της εθνικής οικονομίας και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητάς της, όπως και την προστασία των μικρών και μεγάλων ενεργειακών καταναλωτών.

 *Μέλος Δ.Σ. της Ένωσης Βιομηχανικών Καταναλωτών Ενέργειας

 

Ενεργειακή Ένωση, Λιγνίτης, featured, Στρατηγικός Ενεργειακός Σχεδιασμός, Καταναλωτές, ΗΠΑ, Ευρωπαϊκή Ένωση

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *