Ο τουρκικός επεκτατισμός, ο «τρίτος παράγοντας» και τα μεγάλα παρακλάδια της «ρίζας του κακού» σε Ελλάδα και Κύπρο  

File Photo: Φρεγάτες, υποβρύχια, πυραυλάκατοι είναι τα πλοία που σχηματίζουν τα τμήματα που καλούνται να βρίσκονται σε πλήρη επιφυλακή στο Ανατολικό Αιγαίο. Φωτογραφία ΓΕN

Του ΠΑΝΙΚΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ

Ο προσδιορισμός ενός προβλήματος οριοθετεί τη δυναμική και το πλαίσιο της λύσης του. Στο Αιγαίο δεν υπάρχουν διαφορές μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας, αλλά τουρκικές διεκδικήσεις σε βάρος των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων. Στην Κύπρο δεν πρόκειται για δικοινοτικές διαφορές, αλλά για τουρκική κατοχή και διαρκές έγκλημα πολέμου με τον εποικισμό των κατεχομένων περιοχών.

Η αντιμετώπιση των δυο εθνικών ζητημάτων από τη διεθνή κοινότητα είναι λανθασμένη επειδή δεν στηρίζεται στις πραγματικότητες και τις αληθινές προεκτάσεις τους. Γι’ αυτό, δεν υπήρξε και δεν υπάρχει πιθανότητα για διαμόρφωση συνθηκών σωστής διαχείρισής τους.

Η 48χρονη τουρκική κατοχή στην Κύπρο και ο τρόπος προσέγγισης των τουρκικών προκλήσεων στο Αιγαίο από τις μεγάλες δυνάμεις και τους διεθνείς οργανισμούς στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στην έως τώρα πολιτική της Αθήνας και της Λευκωσίας. Όταν εκδηλώνονται από μέρους του Ελληνισμού αντιδράσεις για δηλώσεις και πολιτικές των ΗΠΑ, της Ρωσίας, της Βρετανίας και της ΕΕ που αφορούν την Τουρκία, θα πρέπει συνάμα να αναζητούνται και οι παράγοντες που συμβάλλουν σ’ αυτή την απαράδεκτη στάση της διεθνούς κοινότητας.

Μπορεί καταλυτικό ρόλο να διαδραματίζουν τα γεωπολιτικά και οικονομικά συμφέροντά τους, αλλά μερίδιο ευθύνης φέρουν η Αθήνα και η Λευκωσία, πριν και μετά το 1974. Με το προδοτικό πραξικόπημα της χούντας και των εκπροσώπων της στην Κύπρο συνέβη το μεγαλύτερο έγκλημα μετά την Μικρασιατική Καταστροφή που σημάδεψε την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους.

Στη συνέχεια, η διχοτόμηση του νησιού και η συνεχής πειρατική και παραβατική συμπεριφορά της Τουρκίας στο Αιγαίο αντιμετωπίστηκαν με παροδικές και σπασμωδικές τις πλείστες φορές αποφάσεις και ενέργειες, χωρίς αποκρυσταλλωμένη, συγκροτημένη και εθνική στρατηγική. Γι’ αυτό, υπήρξαν επικίνδυνοι ακροβατισμοί και επιζήμιες υποχωρήσεις που συνέβαλαν στην προώθηση των τουρκικών επιδιώξεων.

Το αξιόλογο βιβλίο των αγαπητών συναδέλφων Μιχάλη Ιγνατίου και Νίκου Μελέτη «Η συμφωνία που γκρίζαρε το Αιγαίο» (παρουσιάστηκε πριν λίγες μέρες στην Αθήνα) αποτελεί ένα αντιπροσωπευτικό, ισχυρό ντοκουμέντο, αναδεικνύοντας περίτρανα αυτή την θλιβερή πραγματικότητα που έχει τεράστιο πλήγμα για τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας.

Όλα αυτά τα χρόνια, οι εκάστοτε κυβερνήσεις, ενδεχομένως στην προσπάθειά τους να διαμορφώσουν συνθήκες με κύριο μέλημα να αποφευχθούν πολεμικές περιπέτειες, έφτασαν στο «άλλο άκρο» επειδή με τις επιλογές τους έδωσαν την ευκαιρία στην Τουρκία να αποθρασυνθεί περαιτέρω και συνάμα έδωσαν τη δυνατότητα στον «τρίτο παράγοντα» να αντιμετωπίζει τις τουρκικές διεκδικήσεις ως «ελληνοτουρκικές διαφορές», εξισώνοντας πλήρως τον θύτη με το θύμα και ζητώντας αμοιβαίες υποχωρήσεις.

Αν εξαιρεθεί η συμβολική και προσωρινή αποχώρηση της Ελλάδας από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ, μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974, ουδέποτε η Αθήνα επέδειξε την απαιτούμενη αποφασιστικότητα έναντι της Συμμαχίας για να καταδείξει ότι η τουρκική επιθετικότητα είναι μόνιμη απειλή για την ενότητα και τη συνοχή του ΝΑΤΟ.

Ο τότε πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής υποστήριξε ότι η αποχώρηση από το στρατιωτικό σκέλος είχε υπαγορευθεί από την ανάγκη να προστατευθεί η ανεξαρτησία της χώρας, τονίζοντας ότι θα διαρκούσε μέχρι την αποχώρηση των τουρκικών δυνάμεων από την Κύπρο. Αλλά, τον Οκτώβριο του 1975, η Αθήνα είχε παρουσιάσει σχέδιο για την επανένταξη, με κάποιους όρους (που με την πάροδο του χρόνου φαίνεται ότι έχασαν την αρχική τους σημασία) και το 1980 επέστρεψε στο ΝΑΤΟ.

Μετά από πέντε σχεδόν δεκαετίες, οι τουρκικές δυνάμεις εξακολουθούν να κατέχουν το 37% των κυπριακών εδαφών και το 52% των κυπριακών ακτών, ενώ παραβιάζουν συστηματικά τον ελληνικό εναέριο και θαλάσσιο χώρο.

Το ΝΑΤΟ όχι μόνο αποφεύγει να καταδικάσει τις τουρκικές προκλήσεις, αλλά στην ουσία ενθαρρύνει την Άγκυρα στην παραβίαση του διεθνούς δικαίου και της Σύμβασης του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας.

Τα όσα ισχυρίστηκε ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, Γενς Στόλτενμπεργκ, για «κατανοητές ανησυχίες» της Τουρκίας (στο θέμα της ένταξης της Σουηδίας και της Φιλανδίας) δεν αποτελούν έκπληξη, γιατί για δεκαετίες (και με ευθύνες της Αθήνας) επικρατεί η λανθασμένη άποψη ότι η Τουρκία είναι πολύ πιο σημαντική για την ασφάλεια και τα συμφέροντα της Δύσης σε σχέση με το ρόλο της Ελλάδας.

Επίσης, τα όσα καταγράφονται στις εκθέσεις του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών για το Κυπριακό δεν θεωρούνται «απρόσμενη εξέλιξη». Μια σειρά γεγονότων και συμβιβαστικών προτάσεων από μέρους του Ελληνισμού συνέβαλαν καθοριστικά ώστε τα παράνομα τετελεσμένα που δημιουργήθηκαν ή επιδιώκονται να δημιουργηθούν από την Τουρκία και το εγκάθετο κατοχικό καθεστώς να θεωρούνται πλέον από τον ΟΗΕ ως «δεδομένα» και ως μέρος της επιδιωκόμενης λύσης.

Αυτές οι καταστάσεις δεν προέκυψαν από το πουθενά. Πριν λοιπόν κρίνουμε και επικρίνουμε το ΝΑΤΟ, τις ΗΠΑ, την ΕΕ και τη Ρωσία του αυταρχικού Πούτιν για το πως αντιμετωπίζουν τον ισλαμοφασίστα Ερντογάν, ας αναζητήσουμε τα μεγάλα παρακλάδια της «ρίζας του κακού» σε Ελλάδα και Κύπρο, προκειμένου να χαραχτεί επιτέλους ενιαία, μακροπρόθεσμη στρατηγική για την αντιμετώπιση του τουρκικού επεκτατισμού.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.