Ο Τζόρτζ Πολκ μιλά από τον τάφο: Μια έρευνα ετών που ρίχνει φως σε πολλά σκοτεινά σημεία

Το εξώφυλλο του βιβλίου ΟΙ ΕΞΙ ΘΑΝΑΤΟΙ ΤΟΥ ΤΖΟΡΤΖ ΠΟΛΚ των συγγραφέων Κώστα Παπαϊωάννου και Μιχάλη Ιγνατίου

Του Γιώργου Σκαφίδα

Η σκηνή φαντάζει ειδυλλιακή. «Σε ένα αθηναϊκό ταβερνάκι, ένα ζευγάρι δεν κρύβει τον έρωτά του. Κοιτάζονται στα μάτια, αδιαφορούν για τους γύρω τους, αγαπιούνται…» Εκείνος, ο 30αρης Αμερικανός δημοσιογράφος Τζωρτζ Πολκ. Εκείνη, η δεκαεννιάχρονη Ελληνίδα αεροσυνοδός Ρέα Κοκκώνη.

Είχαν γνωριστεί μόλις λίγες εβδομάδες πριν, «στον αέρα», σε πτήση από Θεσσαλονίκη Αθήνα. Και θα παντρεύονταν μόλις λίγες εβδομάδες μετά, το Σεπτέμβριο του 1947, στην Ελλάδα του εμφυλίου, κεραυνοβολημένοι από έρωτα.

Η συνέχεια, ωστόσο, δεν θα ήταν ειδυλλιακή. Κάθε άλλο.

Το Μάιο του 1948, ένα πτώμα εντοπίζεται να επιπλέει στα νερά του Θερμαϊκού, όχι μακριά από την παραλία. Φέρει τραύμα από σφαίρα στο πίσω μέρος του κεφαλιού, είναι δεμένο χειροπόδαρα και ψάρια έχουν φάει τα μάτια του. Στις τσέπες του βρίσκονται χρήματα, ταυτότητες, προσωπικά αντικείμενα. Είναι το πτώμα του 35χρονου Τζωρτζ Πολκ, ο οποίος είχε εξαφανιστεί μυστηριωδώς μόλις λίγα 24ωρα νωρίτερα, «μέσα από ένα ξενοδοχείο-φρούριο, στην καρδιά μιας στρατοκρατούμενης πόλης», όπως ήταν τότε η Θεσσαλονίκη.

Ακριβώς 70 χρόνια μετά, το ερώτημα παραμένει: Ποιοι και γιατί σκότωσαν τον Τζωρτζ Πολκ; Ήταν το μοναρχοφασιστικό παρακράτος; Η χωροφυλακή; Οι κομμουνιστές; Βρετανοί πράκτορες ή μήπως κάποιος άλλος;

«Οι νεκροί δεν μιλάνε», με αποτέλεσμα το μυστήριο να παραμένει.

Το μόνο σίγουρο είναι ότι τον Πολκ δεν τον σκότωσε ο δημοσιογράφος Γρηγόρης Στακτόπουλος, που όμως καταδικάστηκε και πέρασε 12 χρόνια στη φυλακή για τη δολοφονία. Το σίγουρο, επίσης, είναι ότι οι κυβερνήσεις τριών κρατών (των ΗΠΑ, της Ελλάδας και της Βρετανίας) συνεργάστηκαν στενά και διαχρονικά για να συγκαλύψουν τους πραγματικούς δράστες.

  • Εβδομήντα χρόνια μετά, οι δημοσιογράφοι Μιχάλης Ιγνατίου και Κώστας Παπαϊωάννου ξαναπιάνουν το νήμα εκείνης της υπόθεσης, μέσα από το βιβλίο «Οι Έξι Θάνατοι του Τζωρτζ Πολκ» στις εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ, αξιοποιώντας έρευνες δεκαετιών τις οποίες μάλιστα οδηγούν ένα βήμα παραπέρα.

Όλα ξεκινούν το 1947, όταν η Ελλάδα περνάει από τον βρετανικό σε αμερικανικό έλεγχο, με την Ουάσιγκτον να παρέχει οικονομική βοήθεια (Σχέδιο Μάρσαλ) «για την ανάκαμψη και ανοικοδόμηση» της χώρας. Στόχος: ο τερματισμός του Εμφυλίου με «την συντριβήν των κομμουνιστοσυμμοριτών».

Ο Τζωρτζ Ουάσιγκτον Πολκ (1913-1948), ανερχόμενος ρεπόρτερ του ραδιοφωνικού αμερικανικού δικτύο CBS, έρχεται στην Αθήνα τον Ιούλιο του 1947, δικτυώνεται άμεσα και πιάνει δουλειά… συγκεντρώνοντας στοιχεία για τα σκάνδαλα της εν Ελλάδι Δεξιάς σε σχέση με την αμερικανική βοήθεια.

«Η κατάσταση που επικρατούσε εδώ ήταν τραγική από κάθε άποψη, με τα σκάνδαλα να κυριαρχούν, την οικονομία να βουλιάζει και μια κυβέρνηση διεφθαρμένη», με τις καταγγελίες για διαφθορά να αναφέρονται κυρίως στο συγκυβερνών Λαϊκό Κόμμα του αντιπροέδρου της κυβέρνησης Κ. Τσαλδάρη, όπως σημειώνεται στο βιβλίο των Ιγνατίου και Παπαϊωάννου.

Ο Πολκ έχει ήδη «τη φήμη δημοσιογράφου που κυνηγάει την επιτυχία με μανία, που δε λογαριάζει χρήματα αν είναι να βρει κάτι, και δε φοβάται!». «Η Ανατολική Μεσόγειος ήταν η δυσκολότερη περιοχή στον κόσμο για έναν δημοσιογράφο και ο Πολκ ήταν από τους λίγους άφοβους και αντικειμενικούς δημοσιογράφους που θα μπορούσαν να την καλύψουν», λένε για αυτόν.

“Διεφθαρμένον  μέχρι μυελού οστέων”

Ως ανταποκριτής του CBS, γράφοντας από την Ελλάδα, ο Αμερικανός περιγράφει ένα κρατικό σύστημα «διεφθαρμένον μέχρι μυελού οστέων», όπου «τριάντα πέντε οικογένειες κυριαρχούν της χώρας οικονομικώς… με επίκεντρο της Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, ιδιωτικό ίδρυμα».

Ο Πολκ μπαίνει από νωρίς στα βαθιά. Βρίσκει στοιχεία σύμφωνα με τα οποία, ο τότε αντιπρόεδρος Κ. Τσαλδάρης εμφανίζεται να έχει σε προσωπικό λογαριασμό σε τράπεζα της Νέας Υόρκης 25.000 δολάρια… προερχόμενα από την αμερικανική βοήθεια προς την Ελλάδα. Συναντιέται μάλιστα με τον Τσαλδάρη, στις αρχές Μαΐου του 1948, και του το λέει «στα ίσα».

Την ίδια περίοδο, εν μέσω εμφυλίου, αναζητάει πρόσβαση στους κομμουνιστές αντάρτες. Επιδιώκει να κανονίσει συνάντηση με τον στρατηγό Μάρκο Βαφειάδη, ανώτατο διοικητή του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ) και επικεφαλής της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης (ΠΔΚ), ενδεχομένως κάπου στη βόρεια Πίνδο, με στόχο να του πάρει συνέντευξη.

Την Παρασκευή, 7 Μαΐου του 1948, φεύγει μόνος για Θεσσαλονίκη. Στόχος του, να περάσει εκεί λίγες ημέρες προτού επιστρέψει «οριστικά» πίσω στις ΗΠΑ στις 20 Μαΐου. Βρίσκει κατάλυμα στο φρουρούμενο από τις Αρχές ξενοδοχείο «Αστόρια». Την Κυριακή, 9 Μαΐου, εξαφανίζεται μυστηριωδώς, και ακριβώς μια εβδομάδα μετά, στις 16 Μαΐου, το πτώμα του εντοπίζεται να επιπλέει στη θάλασσα.

Η καταδίκη Στακτόπουλου

Οι Αρχές θα κατηγορήσουν για τη δολοφονία τον τότε 38χρονο «φιλοκομμουνιστή» δημοσιογράφο της Θεσσαλονίκης, Γρηγόρη Στακτόπουλο.

Θα υποστηρίξουν ότι ο Στακτόπουλος οργάνωσε τη δολοφονία μαζί με άλλους δύο γνωστούς κομμουνιστές, τον Αδάμ Μουζενίδη και τον Βαγγέλη Βασβανά. Ότι οι Μουζενίδης και Βασβανάς έβαλαν τον Πολκ σε μια βάρκα, υποτίθεται για να τον οδηγήσουν στον Μάρκο, αλλά τον εκτέλεσαν (ο Μουζενίδης), με στόχο να προκαλέσουν κρίση στις σχέσεις της κυβέρνησης των Σοφούλη-Τσαλδάρη με τις ΗΠΑ.

  • Ο Στακτόπουλος καταδικάστηκε σε ισόβια (και αποφυλακίσθηκε το 1960) ως συνεργός και οι δύο κύριοι δράστες σε θάνατο αλλά ερήμην. Όπως θα αποδεικνυόταν αργότερα, ο Μουζενίδης ήταν ήδη νεκρός την ημέρα της δολοφονίας και ο Βασβανάς μακριά.

Όσο για τον Στακτόπουλο, εκείνος πέρασε την υπόλοιπη ζωή του αναζητώντας τη δικαίωση που όμως ποτέ δεν ήρθε. Το βιβλίο «Οι Έξι Θάνατοι του Τζορτζ Πολκ» των Ιγνατίου και Παπαϊωάννου αφιερώνεται σε εκείνον.

Πηγή: ΕΘΝΟΣ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *