«Όχι πλέον σύμμαχος» η Τουρκία: Ξαφνικά οι Αμερικανοί άρχισαν να καταλαβαίνουν τον κίνδυνο

FILE PHOTO. Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλτ Τραμπ σε συνάντηση που είχε με τον Ταγίπ Ερντογάν στον Λευκό Οίκο στις 16 Μαΐου 2017/ EPA/MICHAEL REYNOLDS

Του Μάριου Ευρυβιάδη

Ένας συλλογικός τόμος κυκλοφορεί την περίοδο αυτή στο διαδίκτυο με τη μορφή pdf, δηλαδή προσβάσιμος από τον οποιοδήποτε. Τιτλοφορείται “Ally No More”, δηλ. «Όχι πλέον σύμμαχος» και αφορά, εν μέρει, και στο ιστορικό των σχέσεων ανάμεσα στην κεμαλική αλλά κυρίως τη σημερινή ισλαμιστική Τουρκία με τις ΗΠΑ. 

Ο χαρακτηριστικός υπότιτλός του μας παραπέμπει ευθέως στο θέμα: “Erdogan’s New Turkish Caliphate and the Rising Jihadist Threat to the West” («Το καινούργιο χαλιφάτο του Ερντογάν και ο αναδυόμενος τζιχαντιστικός κίνδυνος για τη Δύση»). Εκδότης του τόμου είναι το Center for Security Policy που εδρεύει στην αμερικανική πρωτεύουσα. Το CSP είναι γνωστό υπερσυντηρητικό, φιλοϊσραηλινό και αντιμουσουλμανικό think tank και για το οποίο θα αναφερθώ περαιτέρω στη συνέχεια.

Για μια σειρά από λόγους, που θα επικαλεστώ στη συνέχεια –και πέραν του γεγονότος πως η έκδοσή του γίνεται σκόπιμα και προωθεί συγκεκριμένη ατζέντα–, θεωρώ τα κείμενα στον τόμο – μαζί με τους συγγραφείς τους– εξαιρετικά σημαντικά. Το καθένα και όλα μαζί χρήζουν της δικής μας επισταμένης μελέτης τόσο για την παρενθοτολογία τους όσο και για τις πολιτικές που οι συγγραφείς εισηγούνται για τη «θεραπεία» τού υπό διάγνωση τουρκοκεντρικού τζιχαντιστικού προβλήματος.

Ο όγκος του τόμου είναι μικρός –150 σελίδες κείμενο και 40 παραπομπές– με κάθε κείμενο να μην ξεπερνά τις 20 σελίδες. Αυτό σημαίνει πως το όλο έργο όσο και τα επί μέρους κείμενα είναι ευκολοδιάβαστα. Επιπλέον, και θέλω να το τονίσω εξαρχής, η τεκμηρίωση είναι εκτενέστατη (με εξαίρεση δύο κείμενα) με 454 παραπομπές. Και υπάρχει λόγος.

Στον τόμο υποστηρίζεται πως η Τουρκία, η οποία κατά το ατλαντικό μεταπολεμικό και μεταψυχροπολεμικό «αφήγημα» αποτελούσε:

α) τον ακρογωνιαίο λίθο του ευρωατλαντικού οικοδομήματος ασφάλειας – «πιστός και αφοσιωμένος σύμμαχος», “loyal and faithful ally” ήταν το επαναλαμβανόμενο κλισέ,

β) παραδειγματικό μοντέλο ανάπτυξης μη δυτικού κοσμικού κράτους, και

γ) –μεταψυχροπολεμικά– παραδειγματικό μοντέλο «μετριοπαθούς» ισλαμικού κράτους έπαψε να είναι όλα τα παραπάνω.

Και πως με την άνοδο και κυριαρχία του πολιτικού Ισλάμ, με καθοδηγητή τον Ταγίπ Ερντογάν, αλλά και τον πάλαι ποτέ σύμμαχο και συνεργάτη του τον χότζα Φετουλάχ Γκιουλέν, η Τουρκία έπαψε να είναι πλέον σύμμαχος τον ΗΠΑ και έχει μετατραπεί σε αιχμή του τζιχαντιστικού δόρατος, αλλά και η ηγέτιδα δύναμη του «πολιτισμικού τζιχάντ» (“civilisation jihad”), που απειλεί όλο τον μη μουσουλμανικό κόσμο με πρώτο στόχο τον κόσμο της Δύσης.

Ακριβώς επειδή η θέαση αυτή φαίνεται ακραία, υποστηρίζεται από εκτενέστατη τεκμηρίωση, η οποία αποτελεί, από μόνη της, ένα εξαιρετικά χρηστικό και ερευνητικό εργαλείο για κάθε σοβαρό μελετητή. Στις παραπομπές και στις υποσημειώσεις οι ενδιαφερόμενοι θα εντοπίσουν τις πηγές γνωστών και άγνωστων θέσεων, διακηρύξεων και σχετικών λεγομένων του διδύμου Ερντογάν – Γιουλέν και όχι μόνο, καθώς επίσης και την «εσωτερική» γλώσσα επικοινωνίας των ισλαμιστών-τζιχαντιστών την οποία εμείς είτε παρευρμηνεύουμε (θεληματικά πολλές φορές) ή απλά δεν κατανοούμε.

Ο τόμος έχει και ένα επιπλέον ενδιαφέρον για τους μελετητές του στρατηγικού συμμαχικού τριγώνου ΗΠΑ – Τουρκίας – Ισραήλ που λειτούργησε κυρίαρχα για σχεδόν τέσσερις δεκαετίες –από τα μέσα του 1970 μέχρι πρόσφατα– διαμορφώνοντας καταστάσεις και πολιτικές τόσο στις ΗΠΑ όσο και στη Ανατολική Μεσόγειο και στη Μέση Ανατολή. Το παράδοξο είναι πως οι σχέσεις Τουρκίας – Ισραήλ δεν εξετάζονται άμεσα, ούτε εξετάζεται το ιστορικό του αντισημιτισμού στην Τουρκία, το οποίο δεν χαρακτηρίζει μόνο τον Ερντογάν και το περιβάλλον του, αλλά ενυπάρχει στην κοινωνία και στις δομές του κράτους. Η αναφορά γίνεται έμμεσα και ο αναγνώστης αφήνεται να βγάλει το δικό του συμπέρασμα γιατί με την κυριαρχία του τζιχαντιστή Ερντογάν κατέρρευσε και ο στρατηγικός άξονας μεταξύ των δύο κρατών. Η εκτίμησή μου είναι πως αυτό γίνεται σκόπιμα διότι ο προφανής στόχος του τόμου είναι να αναδείξει ένα ευρύτερο στρατηγικό πρόβλημα για τις φιλοδοξίες μιας «νεο-οθωμανικής»Τουρκίας που έχει ήδη, κατά τους συγγραφείς, αναλάβει την ηγεσία ενός «πολιτισμικού τζιχάντ» κατά της Δύσης με τον Ερντογάν ως τον νέο χαλίφη.

Ο τόμος είναι βέβαια «Ερντογανοκεντρικός», με τον Ερντογάν να θεωρείται καταλύτης των εξελίξεων για τη δημιουργία της «νέας» τζιχαντιστικής Τουρκίας, αλλά και, ταυτόχρονα, παράδειγμα μιας ισλαμιστικής, δηλαδή μίας μη κεμαλικής Τουρκίας που πάντοτε υπήρχε. Η τελευταία ποτέ δεν απεδέχθη την κεμαλική εκδοχή του εκδυτικισμού, η οποία της επεβλήθη εκ των άνω από το 1923 μέχρι το τέλος του 20ού αιώνα από τον Κεμάλ, την κεμαλική ελίτ που τον διαδέχθηκε το 1938 και την στρατογραφειοκρατία.

Η κεμαλική ελίτ μαζί με τη στρατογραφειοκρατία συναποτελούσαν το βαθύ κράτος (“derin devlet” ή “gizli devlet”), που ασκούσε εξουσία στην Τουρκία στο διάστημα αυτό, που νέμονταν τον πλούτο της χώρας, και που υλοποιούσε πραξικοπήματα (1960, 1971, 1980, 1997), κάθε φορά που ένιωθε να απειλείται η θεσμοθετημένη κεμαλική ισχύς και το ολοκληρωτικό σύστημα ελέγχου που επισταμένα εφάρμοζαν.

Στους δέκα συγγραφείς του τόμου συμπεριλαμβάνονται και δύο Τούρκοι, η Uzay Bulut και ο Burak Bektil. Και οι δύο έχασαν τις δουλειές τους ως δημοσιογράφοι στην Τουρκία, με την κυρία Bulet να ζει αυτοεξόριστη στην αμερικανική πρωτεύουσα. Όλοι οι υπόλοιποι συγγραφείς υπηρέτησαν σε κρίσιμα πόστα σε διαδοχικές κυβερνήσεις από την εποχή του Προέδρου Ρέηγκαν. Ιδεολογικά είναι συντηρητικοί, νεοσυντηρητικοί και φιλοϊσραηλινοί και ταυτίζουν απόλυτα τα στρατηγικά συμφέροντα των ΗΠΑ με αυτά του Ισραήλ. Το δε Center for Security Studies χρηματοδοτείται με πολλά εκατομμύρια δολάρια ετησίως από γνωστά υπερσυντηρητικα ιδρύματα και από όλες τις μεγάλες πολεμικές βιομηχανίες των ΗΠΑ.

Η σύγκρουση Ερντογάν – Γκιουλέν

Οι ενότητες που καλύπτονται στον τόμο είναι: α) το ιστορικό τις μεταμόρφωσης του Ερντογάν από «μοντέλο μετριοπαθούς», τάχατες, μουσουλμάνου ηγέτη σε παγκόσμια ηγετική τζιχαντιστική φυσιογνωμία, β) τα οικονομικά και δημογραφικά δεδομένα και ειδικά η διαφαινόμενη κυριαρχία του κουρδικού στοιχείου μέχρι το 2040, γ) η κατάλυση των ανθρώπινων και πολιτικών δικαιωμάτων εκατομμυρίων Τούρκων πολιτών, δ) την οργανωμένη διείσδυση των ισλαμιστικών μηχανισμών του Ερντογάν σε μια απονευρωμένη Ευρώπη, και ε) την αντίστοιχη διείσδυση των ίδιων μηχανισμών στις ΗΠΑ.

Οι τελευταίες δύο ενότητες και ιδιαίτερα αυτή για την Αμερική αξίζει ενδελεχούς μελέτης για ευνόητους λόγους, αλλά και για έναν ιδιαίτερο. Εξετάζεται η αρχική συνεργασία Ερντογάν – Γκιουλέν να εκτοπίσουν τους κεμαλιστές από τα αμερικανικά κέντρα εξουσίας, στα οποία εγκαταστάθηκαν με την βοήθεια της αμερικανικής κυβέρνησης, αλλά και του αμερικανο-εβραϊκού λόμπι, αλλά και η μετέπειτα σύγκρουση των δύο στην Αμερική που συνεχίζεται «μέχρι θανάτου». Η σημασία του κεφαλαίου αυτού προκύπτει από το γεγονός πως όλες σχεδόν οι πληροφορίες προέρχονται από άτομα που υπηρέτησαν στις μυστικές υπηρεσίες ή προέρχονται από «διαρροές» των αμερικανικών και των ισραηλινών υπηρεσιών. Συναφείς είναι και οι πληροφορίες για άμεση συνεργασία και τουρκική χρηματοδότηση του «πολιτισμικού τζιχάντ» στις ΗΠΑ και την καθοδήγησή του από την Άγκυρα.

Κατέβασε τις μάσκες

Θεωρώ τον τόμο εξαιρετικά χρήσιμο και χρηστικό για μια σε βάθος κατανόηση των βαθύτερων αιτιών της συμπεριφοράς του Ερντογάν και της ισλαμιστικής Τουρκίας, καθώς επίσης και τις εισηγήσεις πολιτικής για την αντιμετώπισή της. Ταυτόχρονα είναι και διαφωτιστικός ως προς τα κίνητρα των συγγραφέων πλην των δύο τουρκικής καταγωγής.

Όλοι τους υπήρξαν στο παρελθόν φανατικοί υποστηρικτές της κεμαλικής Τουρκίας, αλλά και του Ερντογάν, μέχρι που ο τελευταίος κατέβασε και τις τρεις τους μάσκες: τη φιλοδυτική, τη φιλοεβραϊκή και τη φιλοειρηνική. Μερικοί δε από αυτούς συνεχίζουν να αυτοπαραμυθιάζονται πως το φαινόμενο Ερντογάν είναι περιστασιακό και προσωπαγές και πως είναι θέμα χρόνου η Τουρκία να επανέλθει ως ένας από τους ακρογωνιαίους λίθους του ευρωατλαντικού συστήματος ασφάλειας.

Πρέπει, εισηγούνται, να ακολουθηθούν πολιτικές κατά του Ερντογάν, όχι όμως εναντίον και του τουρκικού λαού.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *