Οδοφράγματα, συμβολισμοί και πραγματικότητες: Ο κακός οιωνός ομαλοποίησης της υφιστάμενης κατάστασης

FILE PHOTO. Το οδόφραγμα στη Ζώδια που άνοιξε το 2005/ Χρίστος Αβρααμίδης/ ΓΤΠ

Του Γιώργου Κέντα

Εν όψει της αναμενόμενης ανακοίνωσης από τους κκ. Αναστασιάδη και Ακιντζί της διάνοιξη δύο ακόμη σημείων διέλευσης από τις ελεύθερες στις κατεχόμενες περιοχές, θα πρέπει να γίνει μία ψύχραιμη και νηφάλια ανάλυση των ουσιαστικών προοπτικών, καθώς και των συμβολισμών της ενέργειας αυτής, όπως και του ευρύτερου φαινομένου.

Τα οδοφράγματα άνοιξαν πριν από δέκα πέντε χρόνια, με μονομερή απόφαση της τουρκικής πλευράς. Ήταν μία κίνηση τακτικής, με στόχο να δοθεί μία προοπτική συνύπαρξης “δύο οντοτήτων”, οι οποίες θα μπορούσαν να μετεξελιχθούν σε μία χαλαρή ομοσπονδία ή μία συν-ομοσπονδία δύο συνιστώντων κρατών. Μπορεί η αφορμή να ήταν η αποσυμφόρηση της πίεσης που ένιωσε ένα μεγάλο μέρος των Τουρκοκυπρίων μετά την κατάρρευση της διαδικασίας στη Χάγη το 2003 και την επικείμενη τότε υπογραφή της Πράξης Προσχώρησης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά η πολιτική απόφαση για τη διάνοιξη των οδοφραγμάτων είχε ένα μεγαλύτερο βάθος, το οποίο αγνοείται έκτοτε από το πολιτικό προσωπικό στις ελεύθερες περιοχές.

Στη βασική ρητορική των Ελληνοκυπρίων, το άνοιγμα των οδοφραγμάτων και οι διελεύσεις (που αριθμούν σε μερικά εκατομμύρια) είναι ένδειξη της προοπτικής ομαλής συμβίωσης και απουσίας κινδύνου εθνοφυλετικής σύγκρουσης. Ένα επιχείρημα που χρησιμοποιείται και για να υποδειχθεί το «αχρείαστο» των ξένων εγγυήσεων και της παρουσίας ξένων στρατευμάτων. Από την άλλη, η τουρκική πλευρά προβάλλει το ίδιο φαινόμενο ως ισχυρή ένδειξη της δυνατότητας ειρηνικής συμβίωσης των “δύο οντοτήτων,” των «δύο λαών» στην Κύπρο, με την παρουσία του τουρκικού στρατού, ο οποίος “παρέχει ασφάλεια και σταθερότητα”. Τόσες δεκάδες χιλιάδες Ελληνοκυπρίων διέρχονται των οδοφραγμάτων, κυκλοφορούν, διαμένουν και συναλλάσσονται με το καθεστώς, τους “θεσμούς” και τις “αρχές” του, “χωρίς κανένα πρόβλημα.” Αυτοί που οι Ελληνοκύπριοι θεωρούν “παράνομους έποικους”, λένε οι Τουρκοκύπριοι, είναι εκεί και συνυπάρχουν ομαλά με τους διερχόμενους, διαμένοντες και συναλλασσόμενους Ελληνοκυπρίους. Οι Τουρκοκύπριοι προβάλλουν ακόμη, με έντονο τρόπο, μεμονωμένα περιστατικά βίας που προκλήθηκα κατά τις διελεύσεις, ως απόδειξη της ανάγκης για διαιώνιση των εγγυητικών δικαιωμάτων της Τουρκίας στην Κύπρο και της παρουσίας του τουρκικού στρατού.

Υπάρχει βεβαίως και η διάσταση των ανθρωπίνων και διαπροσωπικών σχέσεων ανάμεσα σε Ελληνοκυπρίους και Τουρκοκυπρίους, η οποία ενδυναμώνει την προσέγγιση ανάμεσα στις δύο κοινότητες. Όπως επίσης υπάρχει και η διάσταση της αγαστής συνεργασίας ανάμεσα σε μέλη του υποκόσμου και του οργανωμένου εγκλήματος. Δύο διαφορετικές “πραγματικότητες”, με διαφορετικούς προσανατολισμούς και διαφορετικές προοπτικές που εξελίσσονται παράλληλα.

Δέκα πέντε χρόνια εμπειρίας και πρακτικής των σημείων διέλευσης μπορούν να οδηγήσουν σε τελικά συμπεράσματα και διαπιστώσεις για τις δυνατότητες και τα όρια του φαινομένου αυτού. Τίποτα νέο, τίποτα άλλο δεν μπορεί να προσφέρει το φαινόμενο αυτό απ’ ότι ήδη προσφέρει.

Η διάνοιξη οδοφραγμάτων έχει νόημα. Νόημα όμως διαφορετικό για την κάθε πλευρά, με διαφορετική δυνατότητα εξέλιξης του Κυπριακού. Στην παρούσα φάση, η διάνοιξη νέων οδοφραγμάτων εξυπηρετεί δύο οράματα: Το όραμα για επανένωση και το όραμα για οριστική διχοτόμηση με “ειρηνική συνύπαρξη πλάι-πλάι”. Το τελευταίο ήταν το όραμα του κ. Ραούφ Ντενκτάς, ο οποίος ήταν (σε συνεργασία με την Άγκυρα) ο ενορχηστρωτής της διάνοιξης των οδοφραγμάτων. Το όραμα του κ. Ντενκτάς κερδίζει δυστυχώς έδαφος και στην Ελληνοκυπριακή κοινότητα, στις τάξεις των λεγόμενων απορριπτικών και των οπαδών της όποιας λύσης (το μόνο σημείο σύγκλισης των “δύο στρατοπέδων”).

Χωρίς προετοιμασία και προοπτική οριστικής και διαρκούς λύσης του Κυπριακού, η οριστικοποίησης της διάνοιξης δύο νέων σημείων διέλευσης εξυπηρετεί μεν κάποιες ανάγκες της καθημερινότητας ορισμένων ανθρώπων, είναι όμως και ένας κακός οιωνός ομαλοποίησης της υφιστάμενης κατάστασης, η οποία άρχισε να γίνεται μέρος της αντίληψης ορισμένων για ένα βολικό μέλλον. Είναι καλό να ζουν οι άνθρωποι πάνω στα σύννεφα της φαντασίας τους. Αλίμονο τους όμως όταν η πραγματικότητα τους ξυπνήσει βίαια.

*Αναπληρωτής Καθηγητής διεθνούς πολιτικής και διακυβέρνησης, Πανεπιστήμιο Λευκωσίας

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *