Οι Αιγύπτιοι πυρόπληκτοι και η Αριάγνη του Τσίρκα

Της ΜΑΡΙΑΣ ΧΑΤΖΗΝΙΚΟΛΑ

Εξ αφορμής της πρόσφατης πυρκαγιάς στην Κύπρο και του τραγικού ολοκαυτώματος των Αιγύπτιων οικονομικών μεταναστών, θυμήθηκα ένα κείμενο του Στρατή Τσίρκα από τη διδακτέα ύλη στο Λύκειο. Πρόκειται για την Αριάγνη, το β’ βιβλίο της Τριλογίας Ακυβέρνητες Πολιτείες.

Θέμα του βιβλίου είναι οι ανθρώπινες και εργασιακές σχέσεις Ελλήνων παροίκων και Αιγύπτιων ιθαγενών στα χρόνια του Β’ Παγκόσμιου πολέμου. Το χωρόχρoνο αφορά το σπίτι μιας ελληνικής οικογένειας – της ηρωίδας Αριάγνης – στο Κάιρο, το 1942-’43.

Ο συγγραφές καταφέρνει να συγκεράσει αρμονικά την Ιστορία με τη μυθοπλασία, ενώ μέσα από τη μεταβλητή εσωτερική εστίαση, τα συμβάντα σχολιάζονται μέσα από το βλέμμα διαφορετικών αφηγηματικών φωνών. Διαμέσου της πολυεστιακής αφήγησης αναδύονται οι σκέψεις και οι διαπροσωπικές σχέσεις με κυρίαρχη τάση τον φανατισμό, τις ιδεοληψίες και τη διχαστική διάθεση.

Ως αφηγητής δευτέρου βαθμού, ο σύζυγος της Αριάγνης, Διονύσης Σαρίδης, διηγείται με κομπασμό σε πρωτοπρόσωπη αναδρομική αφήγηση την απεργία που ο ίδιος, πρωτοστατώντας, οργάνωσε σε ένα ζαχαροπλαστείο μαζί με άλλους Ευρωπαίους– «φιλοξενούμενους» στην Αίγυπτο – κατά των εκεί ντόπιων εργαζομένων:

«Αυτοί, καταλαβαίνεις, γομάρια, ό,τι και να τους δώσεις σου λένε κι ευχαριστώ. Να μη στα πολυλογώ του το ‘βαλα κοφτά. Μουσιού Ζακέ, του λέω, εδώ δεν είναι αστεία, παίζεται το ψωμί των παιδιών μας. Αν ως το Σάββατο δε διώξεις τους αραπάδες, την Κυριακή θ’ απεργήσουμε».

Τουναντίον, η Αριάγνη αντιπροσωπεύει την αποδοχή και την ανθρώπινη προσέγγιση προς τους ιθαγενείς, επικρίνοντας τις ιδεολογικές αγκυλώσεις και τα συμπλέγματα ανατολισμού, ρατσισμού:

Μέσα από την κατάθεση της άμεσης προσωπικής της εμπειρίας – την ιστορία διάσωσης της κόρης της, Ουρανίας, από τον Αιγύπτιο Γιούνες–μιλά με τη δύναμη των ίδιων των πραγμάτων κι όχι με θεωρίες.

«Η Ουρανία ήτανε σαν το πανί, σκυμμένη πάνω απ’ τη λεκάνη […] το αίμα κατέβαινε στο στομάχι της και την αναγούλιαζε. […]. Πάει, το χάνω το παιδί […] Βαστάτε της το κούτελο, τους λέω και πάω στα εικονίσματα. Έπεσα χάμω και χτυπούσα το κεφάλι στο πάτωμα. Παναγίτσα μου, έλεγα […] Κι ο Μιχάλης ξεχρόνιζε. Κι έφτασε κάποτε […]. Μα τι μου λέει; Ο πατέρας δεν πήγε απόψε καθόλου στη δουλειά. Ω, συμφορά, ω, ανάθεμα σ’ αυτόν που έβγαζε τις τράπουλες. Κάνω έτσι κι όταν είδα τη λεκάνη γεμάτη στα μισά, μου ήρθε σαν τρέλα. Μπα, λέω, αδύνατο τόσο αίμα να είναι του παιδιού, θα ‘χε τελειώσει. Αυτό είναι ξινισμένο κρασί απ’ τη νταμιζανίτσα του μπαλκονιού. Το παιδί χάνεται, Αριάγνη! Άνοιξα τα παράθυρα. Σώστε, χριστιανοί […], φωνάζω. […] — Βρε Γιούνες, του λέω, σώσε, το παιδί μου τελειώνει. Ώσπου να το πω ήταν απάνω. […]

Έτσι το σώσαμε το κοριτσάκι. Κι όταν γυρίσαμε σπίτι με τ’ αμάξι που μας έφερε ο Γιούνες[…] είδα τη λεκάνη πάνω στο τραπέζι: Θε μου, είπα, αυτό είναι το αίμα του παιδιού μου, πώς να το χύσω στο νεροχύτη; […] κι όταν γύρισε ο κύρης της, ξημερώματα πια […] — Το γουμάρι, του κάνω, ο ξιπόλητος, που λες καμιά φορά, έσωσε το παιδί μας απόψε. — Ποιος, τι; Κι όταν του τα είπα με το νι και με το σίγμα, τι γυρίζει και μου κάνει; — Κι άφησες αυτόν τον βρωμάραπα να πάρει στην αγκαλιά του το κορίτσι μας;»

Η ανεκδιήγητη στάση του Διονύση είναι χαρακτηριστική μιας μερίδας Ευρωπαίων, οι οποίοι συντηρώντας κάποια αποικιοκρατικά κατάλοιπα, υποστηρίζουν την «ανωτερότητα του λευκού ανθρώπου» – κατά τον Κίπλινγκ – έναντι των ιθαγενών που, εν προκειμένω, αποτελούν τον γηγενή πληθυσμό του τόπου. Η στάση αυτή περιέχει το στοιχείο της ύβρεως, που επιφέρει τη νέμεση των αλαζόνων, αλλά και αγνωμόνων.

Στον περίφημο μονόλογό της κι εγκιβωτισμένη αφήγηση, η Αριάγνη, όχι μόνο ξεχειλίζει από ανθρωπιά κι ευγνωμοσύνη, αλλά προφητεύει διορατικά την εκδίωξη όλων των Ευρωπαίων από τη φιλοξενούσα γη, την Αίγυπτο με την ιστορική Επανάσταση του Νάσερ, το 1956:

«Γιατί γουμάρια; Γιατί κουρμπάτσι; Εκεί που είναι ο πόνος κι ο ιδρώτας και τα δάκρυα, εκεί δεν είναι ο άνθρωπος; Γιατί λοιπόν σκάβετε ένα χαντάκι και χωρίζεστε; Πού θα σας βγάλουν αυτά τα μυαλά; Τρέμω. Θα ‘θελα να μη ζω. Να μη δούνε τα μάτια μου. Θα έρθει μέρα. Βλέπω κόσμο να στριμώχνεται στις προκυμαίες με βουνά γύρω τους τις βαλίτσες και τους μπόγους και τα στρώματα».

Σε ό,τι αφορά την κυπριακή επικαιρότητα, το μόνο θετικό στην όλη τραγωδία είναι ότι ανέδειξε την κοινωνική ευαισθησία των Ελληνοκυπρίων που έσπευσαν να συνδράμουν, συνεισφέροντας με κάθε τρόπο στη συμφορά των συνανθρώπων τους. Παράλληλα, υπήρξε συμπόνια κι ενσυναίσθηση απέναντι στους ξένους εργάτες, τους αποβιώσαντες στον αγώνα για το μεροκάματο. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης «πλημμύρισαν» με τη φωτογραφία και τα ονόματα των νεκρών εργαζομένων και με τη συγκίνηση της συντριπτικής πλειονότητας μπροστά στο δράμα των άτυχων συνανθρώπων μας και των οικογενειών τους. Γιατί, όπως θα ‘λεγε κι η Αριάγνη, «ολονών μπορεί να τρέχει ο ιδρώτας κι ολονών το αίμα είναι κόκκινο».

*Φιλόλογος-εκπαιδευτικός

maria.chatzinicola@gmail.com

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *