Οι αναλήθειες του Κώστα Σημίτη: Νομίζει ότι οι “μισές αλήθειες” γράφουν την ελληνική ιστορία…

Οι πρώην πρωθυπουργοί, Κώστας Σημίτης (Κ) και Γεώργιος Παπανδρέου (2Α), ανταλλάσσουν χειραψία κατά τη διάρκεια συνεδρίου του Κινήματος Αλλαγής στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας, στο Φάληρο. ΑΠΕ-ΜΠΕ, ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΒΛΑΧΟΣ

Του ΝΙΚΟΥ ΜΕΛΕΤΗ

Συμπεράσματα Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, 10 -11 Δεκεμβρίου 1999, Ελσίνκι:

  • «Εν προκειμένω, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο τονίζει την αρχή της ειρηνικής επίλυσης των διαφορών σύμφωνα με τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και παροτρύνει τα υποψήφια κράτη να καταβάλουν κάθε προσπάθεια για την επίλυση κάθε εκκρεμούς συνοριακής διαφοράς και άλλων συναφών θεμάτων. Άλλως, θα πρέπει να φέρουν τη διαφορά ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Το αργότερο στα τέλη του 2004, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο θα επανεξετάσει την κατάσταση ως προς κάθε εκκρεμή διαφορά, ιδίως όσον αφορά τις επιπτώσεις στην ενταξιακή διαδικασία προκειμένου να προαγάγει την επίλυσή τους μέσω του Διεθνούς Δικαστηρίου..»

Ο πρώην πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης για μια ακόμη φορά προβάλει αυτό που θεωρούσε σημαντικό επίτευγμα της εξωτερικής πολιτικής του με τρόπο που μάλλον δεν βοηθά ούτε την ιστορική αλήθεια ούτε την διαχείριση της πραγματικά δύσκολης περιόδου στην οποία έχουν εισέλθει τα ελληνοτουρκικά.

Ο κ. Σημίτης προβάλει ως δεδομένο και κάτι που είχε στο χέρι της η κυβέρνηση Κώστα Καραμανλή όταν διαδέχθηκε την κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ στις αρχές του 2004, την παραπομπή δηλαδή της διαφοράς της υφαλοκρηπίδας στην Χάγη και για κάποιο ανεξήγητο λόγο απαρνήθηκε το «δώρο» που της προσέφερε η απερχόμενη κυβέρνηση.

  • Συγχρόνως είναι γνωστό ότι η τότε κυβέρνηση της ΝΔ ,αντιμετώπιζε φοβικά την κρίση στα εθνικά θέματα με το κυπριακό στο αποκορύφωμα του, με το δημοψήφισμα για το Σχέδιο Ανάν, ενώ και ο ίδιος ο Πέτρος Μολυβιάτης με το σύνδρομο της Ζυρίχης» δεν ήθελε την εμπλοκή ενός νέου τότε Καραμανλή σε μια προβληματική για τα εθνικά ζητήματα υπόθεση.

Ο πρώην πρωθυπουργός λέει την αλήθεια ξεχνά ορισμένες πτυχές ,σημαντικές της αλήθειας αυτής. Πράγματι τρία χρόνια μετά τα Ίμια και δυο χρόνια μετά την υπογραφή από την κυβέρνηση του της Διακήρυξης της Μαδρίτης, η Αθήνα μετά από καλό σχεδιασμό στον οποίο πρωτεργάτες ήταν οι Γιάννος Κρανιδιώτης, Νίκος Θέμελης και ο Θεόδωρος Πάγκαλος (και μια σειρά σημαντικοί ακαδημαϊκοί) πέτυχαν να αποσυνδεθεί στην Σύνοδο Κορυφής του Ελσίνκι η έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Κυπριακής Δημοκρατίας από την επίλυση του Κυπριακού.

Για την απόφαση αυτή στρατηγικής σημασίας για τον Ελληνισμό (η Ελλάδα είχε απειλήσει με βέτο την διεύρυνση προς την ανατολική Ευρώπη) ένα υποχρεωτικό αντάλλαγμα ήταν η αναγνώριση της Τουρκίας ως υποψήφιας προς ένταξη χώρας. Η ελληνική κυβέρνηση προσπάθησε και πέτυχε σε αυτή την δύσκολη μάχη να μειώσει την «απώλεια» εισάγοντας στο κείμενο την παράγραφο η οποία αναφέρεται στην «επίλυση κάθε εκκρεμούς συνοριακής διαφοράς και άλλων συναφών θεμάτων» όπως προβλέπει ο Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών (σ.σ.«δια διαπραγματεύσεως, ερεύνης, μεσολαβήσεως, συνδιαλλαγής, διαιτησίας, δικαστικού διακανονισμού, προσφυγής εις τοπικάς οργανώσεις ή διευθετήσεις ή άλλων ειρηνικών μέσων της εκλογής των»).

Επισημαίνοντας ότι σε διαφορετική περίπτωση έπρεπε να φέρουν τη διαφορά ενώπιον του ∆ιεθνούς ∆ικαστηρίου εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Η Σύνοδος Κορυφής μάλιστα έθετε και χρονικό πλαίσιο αναφέροντας ότι «το αργότερο στα τέλη του 2004, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο θα επανεξετάσει την κατάσταση ως προς κάθε εκκρεμή διαφορά, ιδίως όσον αφορά τις επιπτώσεις στην ενταξιακή διαδικασία προκειμένου να προαγάγει την επίλυσή τους μέσω του ∆ιεθνούς ∆ικαστηρίου..». Το χρονικό ορόσημο του 2004 δεν επιλέχθηκε τυχαία καθώς τότε αναμενόταν να ολοκληρωθεί η διαδικασία ένταξης των άλλων υποψήφιων χωρών μελών, δηλαδή και της Κύπρου και ήδη στο παρασκήνιο είχαν ξεκινήσει οι διαδικασίες που κορυφώθηκαν επί κυβέρνησης Σημίτη και υπουργού εξωτερικών Γιώργου Παπανδρέου και κατέληξαν στην διαμόρφωση του Σχεδίου Ανάν.

Ήταν ένα «τέλειο» σχέδιο καθώς έτσι με ισχυρό κίνητρο την επίλυση του Κυπριακού η οποία θα χρησιμοποιούνταν και ως μέσο πίεσης τόσο στην Λευκωσία (που καίγονταν για την ένταξη στην Ε.Ε.) όσο και στην Τουρκία ώστε και να συναινούσε σε λύση του Κυπριακού που δεν απείχε πολύ από τις θέσεις της , θα άνοιγε ο δρόμος για μια συνολική διευθέτηση των ελληνοτουρκικών σχέσεων . Μια προσέγγιση η οποία δεν προέβλεψε πολλούς διαφορετικούς παράγοντες: το ΟΧΙ του κυπριακού Ελληνισμού στο Σχέδιο Ανάν και την αλλαγή κυβέρνησης στην Τουρκία, όπου ο Ταγίπ Ερντογάν μεν επιθυμούσε διακαώς την μεγαλύτερη σύνδεση με την Ε.Ε. αλλά το στρατιωτικοπολιτικό κατεστημένο ήταν ακόμη ισχυρό και χειραγωγούσε τον νέο τότε Τούρκο πρωθυπουργό, στερώντας του την δυνατότητα να κάνει το επόμενο μεγάλο βήμα στα ελληνοτουρκικά.

Παρ όλα αυτά η κυβέρνηση Σημίτη και ο Γιώργος Παπανδρέου ξεκίνησαν τις διερευνητικές επαφές οι οποίες παρά τα όσα λέγονται, ΔΕΝ ήρθαν ποτέ κοντά σε λύση. Από όσα στοιχεία έχουν κατά περιόδους διαρρεύσει, ειδικά μέχρι το 2004 ,οι συζητήσεις είχαν περισσότερο την μορφή την ανίχνευσης του πόσο μακριά μπορεί να φθάσει η άλλη πλευρά. Και όταν έρχονταν η ώρα των «αποφάσεων» προέκυπταν οι «εκκρεμείς διαφορές και τα συναφή θέματα». Γκρίζες ζώνες, επήρεια νησιών, εφαρμοστέο δίκαιο, καθορισμός της προς επίλυση διαφοράς, και φυσικά το εύρος των χωρικών υδάτων.

Σε μια τέτοια συζήτηση υπάρχει μόνο συνολική συμφωνία και όχι γενικώς «προσέγγιση σε συμφωνία» και αυτή μπορεί να υπάρξει μόνο όταν έχουν όλα συμφωνηθεί και δεν υπάρχει καμιά εκκρεμότητα. Είναι σαν τo παιδικό παιγνίδι ισορροπίας με τουβλάκια, που δεν τελειώνει ούτε το κερδίζει ο παίκτης που βάζει έστω και 19 τουβλάκια από τα 20, αλλά μόνο όταν βάλει και το τελευταίο στην θέση του. Σε κάθε περίπτωση πάντως η παραπομπή στην Χάγη δεν ήταν κάτι που παρέδωσε στα χέρια της επόμενης κυβέρνησης ο κ. Σημίτης,ούτε η Τουρκία το είχε αποδεχθεί.

Ήταν κάτι που εξαρτιόταν από τις τότε διαθέσεις της Ευρωπαϊκής ηγεσίας (που κανάκευε τον Ερντογάν) και φυσικά από την ίδια την Τουρκία και κατά πόσον το στρατιωτικοπολιτικό κατεστημένο θα προσέφερε στο «πιάτο» του κ. Ερντογάν την έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Ε.Ε. ,με αντάλλαγμα την αλλαγή στάσης σε ένα μείζον για την Τουρκία ζήτημα την αποδοχή παραπομπής των διαφορών στην Χάγη.

Τα αποτελέσματα των διερευνητικών και τα προβλήματα που υπήρχαν αποτυπώθηκαν με σαφήνεια στο Άκρως Απόρρητο σημείωμα που παρέδωσε στον Πέτρο Μολυβιάτη ο Τάσος Γιαννίτσης την επομένη των εκλογών. Και η αποτύπωση αυτής της εικόνας είναι που έπεισε ακόμη περισσότερο τον τότε πρωθυπουργό Κώστα Καραμανλή να οχυρωθεί πίσω από το ΟΧΙ του Τάσσου Παπαδόπουλου στο Σχέδιο Ανάν, να κάνει ανοίγματα στον Ερντογάν με την επίσκεψη στην Αθήνα και την πρώτη περιοδεία του στην Θράκη το 2004 λίγες εβδομάδες μετά το δημοψήφισμα στην Κύπρο και με φοβικό σύνδρομο να αποφύγει κάθε συζήτηση ή διαπραγμάτευση με την Τουρκία εγκαταλείποντας την διαδικασία που είχε προβλέψει το Ελσίνκι.

Το διάστημα μέχρι τον Δεκέμβριο του 2004 πέρασε ανεκμετάλλευτο με την προσπάθεια της Αθήνας να διαχειρισθεί το αδιέξοδο στο Κυπριακό και μετά την περίοδο της «κουμπαριάς», στις 3 Οκτωβρίου 2005 η Αθήνα συναίνεσε στην σύγκληση της Διακυβερνητικής Διάσκεψης στο Λουξεμβούργο που άνοιξε τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις της Τουρκίας. Η Ιστορία δεν γράφεται με τα αν και τα ίσως και πολύ περισσότερο με μισές αλήθειες…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *