Οι ενορχηστρωμένες απειλές του Ερντογάν και των περί αυτόν

Του ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ Λ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΠΟΥΛΟΥ

Έχουμε καταστεί μάρτυρες, εσχάτως, μιας επαυξημένης και ενορχηστρωμένης φραστικής επιθετικότητας, που εκπορεύεται από τον νεοοθωμανό σουλτάνο και τα παντοειδή Ακάρ-εά του, σε μια πρόδηλη προσπάθεια κατατρομοκράτησης των Ελλήνων και των Κυπρίων, προκειμένου να μην αντιδράσουν δυναμικά σε προσχεδιαζόμενα τετελεσμένα στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Είναι προφανές ότι ο σουλτάνος δοκιμάζει τις αντιδράσεις μας, ώστε να κλιμακώσει αναλόγως την αποτελεσματικότητα των κινήσεών του στη σκακιέρα της Ανατολικής Μεσογείου. Όσο αυτός βλέπει ότι οι δύο υπερδυνάμεις, Ρωσία και Αμερική, παρά τη σαφώς επιφυλακτική στάση της τελευταίας έναντι της Τουρκίας, δεν προειδοποιούν σοβαρά την Τουρκία για τις συνέπειες των ενεργειών της, τόσο στην Ανατολική Μεσόγειο όσο και στη Λιβύη, ενώ ταυτόχρονα δυο ευρωπαϊκές δυνάμεις, η Γερμανία και η Μεγάλη Βρετανία, ή φανερά την ανέχονται ή κρυφά την υποστηρίζουν, με μόνη εξαίρεση στην Ευρώπη τη Γαλλία, η οποία σαφώς τηρεί μια δυναμικότερη κατά του τουρκικού επεκτατισμού στάση, είναι φυσικό να συνεχίζει να μπλοφάρει αλά Χίτλερ, δοκιμάζοντας την ανοχή και την αντοχή του ΟΗΕ, των συμμάχων και της ίδιας της Ελλάδος και της Κύπρου.

Το πρώτο ερώτημα, που απορρέει από τις μπλόφες αυτές, είναι αν θα πραγματοποιήσει τις απειλές του, κάνοντας έρευνες στην ελληνική υφαλοκρηπίδα, παραβιάζοντας την ΑΟΖ της Κύπρου, εποικίζοντας την Αμμόχωστο, εγκαθιστώντας πραξικοπηματικά κυβέρνηση φιλοτουρκική στη Λιβύη και εξοντώνοντας τους Κούρδους του Βορείου Ιράκ. Το δεύτερο ερώτημα, που ευλόγως απορρέει, είναι αν η πολιτική αυτή της μπλόφας αποτελεί στοιχείο του ερντογανισμού, το οποίο θα εκλείψει από τον ορίζοντα της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, όταν εκλείψει και ο ερντογανισμός είτε λόγω φυσικών αιτίων είτε λόγω εκλογικής ήττας.

Ξεκινώντας από το δεύτερο ερώτημα, η άποψή μας είναι ότι ο νεοοθωμανικός ιμπεριαλισμός αποτελεί έκφανση του τουρκικού επεκτατισμού, και επομένως, δεν εξαρτάται η ισχύς του από πρόσωπα, αλλά από μία σταθερή ιδεολογικοπολιτική και θρησκευτική συνιστώσα, που για ιστορικούς και γεωπολιτικούς λόγους επιδιώκει την παγίωση της τουρκικής κυριαρχίας στην Ανατολική Μεσόγειο και ιδιαίτερα στην Κύπρο και την Ελλάδα. Μπορεί η Ελλάδα στην παρούσα συγκυρία να υπερέχει διπλωματικά, λόγω των επιλεκτικών διπλωματικών στρατηγικών της κινήσεων στην Ευρώπη (βλ. Γαλλία) και στη Μεσόγειο (Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Μπαχρέιν, Λιβύη, Αίγυπτος), υψώνοντας έτσι ένα τείχος απέναντι στον τουρκικό επεκτατισμό, στρατιωτικά όμως υπολείπεται κατά πολύ της Τουρκίας, η οποία τα τελευταία χρόνια μεθοδικά και συστηματικά οργάνωσε την πολεμική της βιομηχανία, όταν οι Έλληνες πολιτικοί περί άλλα ετύρβαζον. Οι διπλωματικές όμως αυτές ενέργειες χαρακτηρίζονται από επισφάλειες, όπως αποδείχθηκε από την τελευταία προσέγγιση Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και Τουρκίας. Τα 10 δις δολάρια με τα οποία τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ενίσχυσαν τον Ερντογάν, ανεξαρτήτως της σκοπιμότητάς τους, αποτελούν πρόδηλη στήριξη του καθεστώτος του και πρέπει να προκαλέσουν σκεπτικισμό στην Ελλάδα.

Με δεδομένη τη μακρόπνοη στρατηγική του νεοοθωμανικού επεκτατισμού, η οποία βέβαια σε καμία περίπτωση δεν είναι συνάρτηση προσώπων, αλλά πολιτικής γραμμής, η απάντηση στο πρώτο ερώτημα, ότι η Τουρκία θα προχωρήσει κατά τα σχέδιά της και στο Αιγαίο και στην Αμμόχωστο και στην Ανατολική Μεσόγειο, όσο η «ψύχραιμη στάση» της Ελλάδος και της Κύπρου, που υπαγορεύεται από ανασφάλειες, φοβικά σύνδρομα και αμυντικές ανεπάρκειες, δεν προτάσσει ένα casus belli στις στρατηγικές αυτές επιδιώξεις της Άγκυρας. Είναι καιρός να αντιληφθούν οι ηγήτορές μας ότι η ενίσχυση της αποτρεπτικής μας ικανότητας και η διασφάλιση των δικαιωμάτων μας στο πλαίσιο του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου, εκτός των διπλωματικών συμμαχιών, απαιτεί μια δυναμική συστράτευση με υπερτριπλάσια ισχύ πυρός από αυτή που διαθέτει ο εχθρός σε πυραυλικά συστήματα, αντιαεροπορικά και αντιαρματικά μέσα και όχι ευχολόγια και παρελάσεις. Αμυντικές βιομηχανίες, Πανεπιστήμια και Υπουργεία Άμυνας των χωρών μας πρέπει να αποδυθούν σε έναν τιτάνιο αγώνα και για να καλύψουν τα αμυντικά κενά βραχυπρόθεσμα και να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις μιας σύγχρονης αμυντικής υποδομής που θα εγγυάται την ασφάλεια και την ανάπτυξη των χωρών μας.

Καθηγητής Πανεπιστημίου, Πρόεδρος του Φ. Σ. ΠΑΡΝΑΣΣΟΣ.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *