Οι “Φράγκοι”, οι “Γραικοί” και το Ανατολικό Ζήτημα

Του ΜΕΛΕΤΗ ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ

Το 1204, η τότε Δύση (Βατικανό, Ενετία και φεουδαλικές ηγεμονίες της Δυτικής Ευρώπης) οργάνωσαν μία ληστρική επιχείρηση εναντίον της Ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Το Βατικανό για να επεκτείνει την επιρροή του στην Ανατολή, η Ενετία για να αποκτήσει αποικίες-εμπορικούς σταθμούς στην Ανατολική Μεσόγειο, οι πειναλέοι φεουδάρχες της υπανάπτυκτης δυτικής Ευρώπης για να αποκτήσουν πρόσβαση στον θρυλικό πλούτο της Ρωμανίας.

Χάρις στην εμφύλια έριδα της δυναστείας των Αγγέλων, η επιχείρηση πέτυχε και η Ρωμανία διαμελίσθηκε. Αποτελέσματα: το Βατικανό επιχείρησε να αφομοιώσει θρησκευτικά την Ορθοδοξία, απέτυχε παταγωδώς και τελικώς προκάλεσε το άσβεστο διαχρονικό μίσος του χριστιανικού κόσμου της Ανατολής εναντίον του. Η Ενετία υπερεπεκτάθηκε και εξετέθη σε συνεχείς επιθέσεις Τούρκων κλπ. εναντίον των αποικιών της που την έφθειραν. Οι δε Φράγκοι, Βαλλόνοι, Φλαμανδοί ιππότες ήλθαν, είδαν και απήλθαν τελικώς ηττημένοι, μετά από βραχύβια παρουσία στην Ελλάδα.

Αλλά το μακροπρόθεσμο αποτέλεσμα του 1204 υπήρξε η διάλυση του ισχυρού κράτους, που επί μία χιλιετία συγκράτησε την επέλαση Περσών, Αβάρων, Αράβων, Πετσενέγων, Σελτζούκων και λοιπών ασιατικών βαρβαρικών φύλων προς δυσμάς. Όταν το 1259-1261 ο Μιχαήλ Παλαιολόγος εξεδίωξε τους “Σταυροφόρους” από την Ανατολή, το ανιδρυμένο Βυζάντιο δεν ήταν πλέον η ρωμαϊκή υπερδύναμη, αλλά ένα συρρικνωμένο ελληνικό κράτος, εν μέσω μίας πανσπερμίας βαλκανικών και μικρασιατικών κρατιδίων, τουρκομανικών ηγεμονιών και ενετικών αποικιών.

Τα τουρκομογγολικά φύλα προήλασαν χωρίς αντίσταση και το 1453 κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη, εν μέσω ελληνικού εμφυλίου διχασμού μεταξύ Ανθενωτικών και Ενωτικών. Και ενώ οι Ενωτικοί είχαν δίκιο στην στρατηγική επιλογή τους να εκμαιεύσουν την στρατιωτική βοήθεια της Δύσης, οι Ανθενωτικοί δικαιώθηκαν από την εμπαθή άρνηση των Δυτικών να διασώσουν την Κωνσταντινούπολη από την Άλωση.

Αυτοί πάντως που σίγουρα δεν δικαιώθηκαν ήταν οι Ευρωπαίοι, αφού το 1529, οκτώ μόλις δεκαετίες μετά την Άλωση, οι Τούρκοι έφθασαν στα τείχη της Βιέννης. Η απέχθειά τους για το ορθόδοξο Βυζάντιο τους εμπόδισε να διακρίνουν καθαρά την γεωστρατηγική του αξία ως αναχώματος προς Ανατολάς. Το 1821-1830 η στρατηγική επιλογή της Δύσης ήταν αρχικώς μεν η ακεραιότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, μετά δε την μεταστροφή της αγγλικής πολιτικής υπό τον Κάννιγκ η δημιουργία γεωγραφικά ελάχιστου, μη βιώσιμου και άρα εξαρτημένου κρατιδίου στο νότιο άκρο της Βαλκανικής.

Διασώζοντας την Οθωμανική Αυτοκρατορία

Με έντεχνο τρόπο και κυρίως με τις ραδιουργίες του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, εξουδετερώθηκε η αρχική παμβαλκανική δυναμική της Επανάστασης και το σχέδιο της Φιλικής Εταιρείας για την απελευθέρωση της Ρωμανίας και την ανασυγκρότηση του Ανατολικού Ρωμαϊκού κράτους, που ήταν η αυτονόητη βούληση του υπόδουλου ελληνικού έθνους.

Αντί, λοιπόν, για την διάλυση ή τον δραστικό περιορισμό στην Εγγύς Ανατολή του τουρκομογγολικού οθωμανικού χαλιφάτου και την ανασύσταση μεγάλου χριστιανικού ευρωπαϊκού κράτους ένθεν και ένθεν του Αιγαίου με πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη (κράτους φορέα του ελληνικού πολιτισμού, στον οποίον θεμελιώθηκε η ίδια η Ευρώπη), επελέγη η διαιώνιση του δουλοκτητικού, καθυστερημένου οθωμανικού κράτους, που ιστορικά είχε απειλήσει την ίδια την υπόσταση του ευρωπαϊκού κόσμου.

Το 1854 στον Κριμαϊκό Πόλεμο, εκ νέου η Δύση προστάτευσε το τουρκομογγολικής προελεύσεως χαλιφάτο από την διάλυση, κηρύσσοντας τον πόλεμο στην Ρωσία και στην Ελλάδα που αποπειράθηκαν να το καταλύσουν. Κατά τον Κριμαϊκό Πόλεμο, μάλιστα, η Αγγλία και η Γαλλία έστειλαν στρατεύματα και απέκλεισαν τον Πειραιά, προκαλώντας χιλιάδες θύματα, ο δε Όθων, που πίστευσε ότι η παλινόρθωση του ορθοδόξου Βυζαντίου ήταν καθήκον του χριστιανικού κόσμου, έχασε και τον θρόνο του.

Το καταρρέον οθωμανικό κράτος, που απεχθανόταν την έννοια “Δύση”, πρόδωσε βεβαίως τις δυτικές Μεγάλες Δυνάμεις που το προστάτευσαν από την διάλυση. Προσερχόμενο σε αποικιοκρατική σύμβαση με την αναδυόμενη Γερμανία στα τέλη του 19ου αιώνος, κατέστη γεωπολιτικός αντίπαλος της Δύσης. Με φρίκη το βρετανικό, γαλλικό και ρωσικό υπουργείο είδαν την Οθωμανική Αυτοκρατορία να αποικιοποιείται πρόθυμα από την Γερμανία του Kάϊζερ Βίλχελμ.

Η δυτική βοήθεια στον Κεμάλ

Οι Αγγλογάλλοι στήριξαν επομένως αποφασιστικά την Ελλάδα στον Πρώτο Βαλκανικό Πόλεμο, ως πιόνι για τη εκδίωξη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από την Ευρώπη και το Αιγαίο. Αλλά στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο δεν την δέχθηκαν ως σύμμαχο, κρυπτόμενες πίσω από την ουδετεροφιλία του βασιλιά Κωνσταντίνου. Ακόμα και όταν λόγω της γαλλικής πίεσης η Ελλάς εισήλθε στον πόλεμο λίγο πριν την λήξη του, δεν την αντιμετώπισαν ως ισότιμο εταίρο, με δικαιώματα νικήτριας δυνάμεως.

Το 1919 έδωσαν στην Ελλάδα εντολή να καταλάβει την Σμύρνη, μόνον για να προλάβουν την Ιταλία. Και το 1920 παραχώρησαν στην Ελλάδα το βιλαέτι της Σμύρνης και της Ανατολικής Θράκης χωρίς εγγυήσεις και χωρίς στρατιωτική και οικονομική κάλυψη. Μετά την πτώση του Βενιζέλου τον Νοέμβριο του 1920 οχυρώθηκαν και πάλι πίσω από την παλινόρθωση του έκπτωτου Κωνσταντίνου, για να προχωρήσουν στην προαποφασισμένη άρση της στήριξής τους στην ελληνική εκστρατεία στην Μικρά Ασία και να έρθουν σε διαπραγματεύσεις με τον Μουσταφά Κεμάλ.

Η δε προέλαση στον Σαγγάριο το καλοκαίρι του 1921 λειτούργησε ως μηχανισμός ασφυκτικής πίεσης προς τον Κεμάλ, ώστε αυτός να εγκαταλείψει τα σχέδιά του να ενσωματώσει την πετρελαιοφόρα Μοσούλη στο υπό σύστασιν τουρκικό κράτος. Όταν το επέτυχαν, το 1922, άφησαν τους συμμάχους τους Έλληνες να υποστούν γενοκτονία από τους (εχθρούς της Δύσης στον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο) Τούρκους, χωρίς καν να παράσχουν στοιχειώδη ανθρωπιστική βοήθεια στον σφαγιαζόμενο Ελληνισμό της Σμύρνης.

 

Το εκπληκτικό είναι ότι οι Αγγλογάλλοι και οι θανάσιμοι αντίπαλοί τους Σοβιετικοί υπό τον Λένιν και τον Τρότσκυ σε ένα μόνον σημείο βρέθηκαν σύμφωνοι και συλλειτουργοί: στην στήριξη του πολέμου του Κεμάλ εναντίον των Ελλήνων. Τελικώς, μετά την λήξη του πολέμου, το 1922, οι Άγγλοι υποχρεώθηκαν ταπεινωτικά από τον Κεμάλ να εκκενώσουν και την υπό συμμαχικό έλεγχο Κωνσταντινούπολη, με αποτέλεσμα οι Τούρκοι να επιστρέψουν στην Ευρώπη, σταματώντας στον Έβρο μόνον χάρις στον στρατηγό Πάγκαλο.

Το μίσος των “Φράγκων” στους “Γραικούς”

Το αποτέλεσμα των δραματικών γεγονότων της περιόδου 1919-22 υπήρξε η ανασύσταση εκτεταμένου τουρκικού κράτους στην Ανατολική Θράκη και στην Μικρά Ασία, με σύνορα την Ελλάδα και την Βουλγαρία, τον Καύκασο, την Περσία, την Συρία και το Ιράκ. Κράτους που συμπεριλαμβάνει την ιστορική και θρησκευτική πρωτεύουσα του Ελληνικού Έθνους, την Κωνσταντινούπολη, τα παράλια της Μικράς Ασίας, καθώς και τα Στενά, δηλαδή την δίοδο από τον Εύξεινο Πόντο στην Ανατολική Μεσόγειο.

Επομένως, ενός κράτους-κλειδί για την παγκόσμια γεωστρατηγική αρχιτεκτονική, το οποίο όμως ελέγχεται από μία ιθύνουσα τάξη αναθεωρητών και νοσταλγών του οθωμανικού μεγαλείου. Αυτοί διεκδικούν την ανασύσταση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την υπαγωγή της ευρωπαϊκής ηπείρου υπό τον τουρκικό έλεγχο, μέσω των προωθούμενων στα διάφορα ευρωπαϊκά κράτη εργαλειοποιημένων μουσουλμανικών πληθυσμών.

Διερωτάται κανείς αν πίσω από την εμμονική, ανιστόρητη, αυτοκαταστροφική, διαχρονική στήριξη της Δύσης στην επιβίωση του τουρκικού κράτους, κρύβεται ένα μακροϊστορικό, οντολογικό, ασυνείδητο, ψυχαναλυτικού τύπου μίσος των “Φράγκων” προς τους “Γραικούς”, όπως αυτό αποτυπώνεται στην αναφορά του επισκόπου Κρεμόνας Λιουτπράνδου, πρεσβευτού του Γερμανού ηγεμόνα Όθωνος Α’ στην αυλή του Νικηφόρου Φωκά (963-969).

Ο Λιουτπράνδος υπερασπίζεται την άποψη ότι το Ανατολικό Ρωμαϊκό Κράτος με πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη είναι στην ουσία ένα ελληνικό κράτος, ενώ η διαδοχή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ανήκει στην Δύση και στο Βατικανό. Τον Λιουτπράνδο ο Έλληνας πλανητάρχης δέχθηκε στην αυλή του, αρνούμενος να αναγνωρίσει τον Όθωνα ως αυτοκράτορα και αποκαλώντας τον «ρήγα». Ακολουθούν το σχίσμα του 1054, η τέταρτη “Σταυροφορία” το 1204, η πρώτη άλωση της Κωνσταντινουπόλεως και η Φραγκοκρατία, που εμπέδωσαν αμοιβαία συλλογικά τραύματα και αισθήματα, που ίσως έχουμε υποτιμήσει και παρερμηνεύσει.

ΠΗΓΗ: https://slpress.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.