Οι γεωπολιτικοί ανταγωνισμοί αναστατώνουν τη διεθνή σκηνή: Η αποπομπή Μπόλντον και η «σφήνα» του Ισραήλ

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ στο Λευκό Οίκο. EPA, JIM LO SCALZO

 

Του ΣΠΥΡΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ

Η αποπομπή του Συμβούλου Εθνικής Ασφαλείας των ΗΠΑ ήταν το πιο πρόσφατο σημάδι της ασταμάτητης κρίσης που διαπερνά τα πιο σημαντικά κέντρα εξουσίας των ΗΠΑ.

Ο Τζον Μπόλτον δεν ήταν βέβαια ο πρώτος, ούτε ο τελευταίος ίσως, «στενός συνεργάτης» του Αμερικάνου προέδρου που απομακρύνεται με «ατιμωτικό» τρόπο. Πολλοί από τους μέχρι τώρα συνεργάτες του Αμερικάνου προέδρου, ιδιαίτερα όσοι εμπλέκονταν άμεσα με την εξωτερική πολιτική, σύμβουλοι, αξιωματούχοι αλλά και υπουργοί Άμυνας και Εξωτερικών έχουν τύχει ανάλογης συμπεριφοράς. Το πρόβλημα μάλιστα δεν εντοπίζεται στον στενό κύκλο των συνεργατών του Αμερικάνου προέδρου.

Σημαντικά τμήματα του πολιτικού κατεστημένου των ΗΠΑ, από το FBI έως μια ευρεία διακομματική πλειοψηφική συναίνεση στο Κογκρέσο έχουν πολλές φορές έρθει σε ανοικτή και δημόσια αντιπαράθεση με των Ντ. Τραμπ για τα πιο κρίσιμα θέματα της αμερικάνικης εξωτερικής πολιτικής και ιδιαίτερα για τις σχέσεις ΗΠΑ-Ρωσίας με όλες τις κρυφές ή φανερές διασυνδέσεις, Ιράν-Τουρκία-Ισραήλ-Β.Κορέα-Κίνα, που διαπλέκονται αξεδιάλυτα με αυτή τη σχέση.

Είναι αδιανόητο να ερμηνευθεί αυτή η πρωτοφανής σε έκταση ενδόρρηξη στο εσωτερικό των ΗΠΑ με ερμηνευτικό εργαλείο τον ιδιόμορφο χαρακτήρα του Αμερικάνου προέδρου. Θυμίζουμε δηλώσεις Αμερικάνων αξιωματούχων, την επαύριο της εκλογής Τραμπ, που σημείωναν ότι «είναι πολύ σοβαρή η εργασία του Αμερικάνου προέδρου για να την ασκεί κάποιος από μόνος του». Η επιμονή Τραμπ και η συνεχής αναταραχή του πολιτικού συστήματος των ΗΠΑ έχει βαθύτερες αιτίες.

Είναι φανερό ότι ο Αμερικάνος πρόεδρος, παρά τις παλινωδίες του ή τα εμπόδια που συναντά, επιμένει εμφατικά να τηρεί όσα προεκλογικά εξήγγειλε. Το σχέδιο του «Πρώτα η Αμερική» περνά κυρίως μέσα από τον οικονομικό πόλεμο των δασμών και του ισχυρού ανταγωνισμού με Κίνα και Ε.Ε. και δευτερευόντως μέσω της στρατιωτικής μηχανής των ΗΠΑ.

Ο Ντ. Τραμπ επιχειρεί συστηματικά να φορτώσει το κόστος της αμερικάνικης κυριαρχίας στους συμμάχους, πιέζει για αύξηση των στρατιωτικών δαπανών στις χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ, προσπαθεί για αξιοποίηση τοπικών συμφωνιών ή και συμμαχιών για την προάσπιση των αμερικάνικων συμφερόντων σε κρίσιμες περιοχές (Μ. Ανατολή, Βαλκάνια, Αφρική, Κ. Ασία) με ταυτόχρονη απεμπλοκή των αμερικάνικων στρατιωτικών δυνάμεων από τα θερμά μέτωπα του πλανήτη. Αν και ο ίδιος έχει ανακηρύξει την Ρωσία-Κίνα και Ιράν ως τους κύριους εχθρούς των ΗΠΑ σταθερά επιδιώκει να τους οδηγήσει σε μια οικονομική εξάντληση και στρατιωτική περικύκλωση παρά σε μια ευθεία στρατιωτική αντιπαράθεση.

Η πρόσφατη πρόταση του για συμμετοχή της Ρωσίας στο G7, η πρόθεσή του για συνομιλίες με τη κυβέρνηση του Ιράν, η «φιλία» του με τον Ερντογάν, το κατέβασμα των τόνων με την Β. Κορέα είναι ενδεικτική των στόχων της εξωτερικής του πολιτικής. Είναι ταυτόχρονα και τα σημεία ευθείας αντιπαράθεση με το «βαθύ κράτος» των ΗΠΑ, επιφανής εκπρόσωπος του οποίου ήταν ο Τζον Μπόλτον.

Ισραήλ-Τουρκία πυροδοτούν τις εξελίξεις

Οι αναστατώσεις της πολιτικής σκηνής των ΗΠΑ σχετίζονται, μεταξύ άλλων, με το ρόλο που επιφυλάσσεται αλλά και τα ανταγωνιστικά σχέδια δύο σημαντικών περιφερειακών δυνάμεων, του Ισραήλ και της Τουρκίας.

Το Ισραήλ, όπως άλλωστε και η Σαουδική Αραβία, αποτέλεσε κρίσιμο και πρόθυμο υποστηρικτή των αμερικανικών συμφερόντων στη Μέση Ανατολή από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Το Ισραήλ αντιλαμβάνεται το Ιράν και το ιδιαίτερο σιιτικό τόξο που ξεκινώντας από τη Τεχεράνη και απλώνεται σε Συρία και Λίβανο ως εξαιρετικό κίνδυνο για την ασφάλεια και την υπόστασή του.

Πίεζε και πιέζει τις ΗΠΑ για μια επιθετική πολιτική σε βάρος του Ιράν και πολλές φορές αναλάμβανε στρατιωτικές πρωτοβουλίες που ξεπερνούσαν τα εσκαμμένα. Ο ίδιος ο Τζον Μπόλτον ήταν φανατικός υποστηρικτής των σχεδίων του Ισραήλ και της άμεσης στρατιωτικής στοχοποίησης του Ιράν. Ο πρώην Αμερικάνος προεδρικός σύμβουλος πρωτοστατούσε σε επιθετικές πρωτοβουλίες του Ισραήλ σε βάρος των Παλαιστινίων –ανακήρυξη της Ιερουσαλήμ σε πρωτεύουσα, σχέδιο προσάρτηση της κοιλάδας του Ιορδάνη– και υποδαύλιζε την αντιπαράθεση για ηγεμονία στην περιοχή μεταξύ Ισραήλ και Τουρκίας παίρνοντας σαφής αποστάσεις από το καθεστώς Ερντογάν και ζητώντας την τιμωρία του για τη φιλορωσική στροφή του. Η διαφωνία αυτή έπαιξε σημαντικό ρόλο στην απόφαση Τραμπ.

Είναι φανερό ότι οι ΗΠΑ, ο πρόεδρος Τραμπ, και οι δυνάμεις που τον στηρίζουν, δεν είναι πρόθυμες να αποδεχθούν την απώλεια της Τουρκίας από τη γεωπολιτική επιρροή της Δύσης. Επιθυμούν να διατηρήσουν τόσο το Ισραήλ όσο και την Τουρκία ως βασικούς συμμάχους των ΗΠΑ στην περιοχή χωρίς την κυριαρχία ή το υπερβολικό δυνάμωμα της κάθε χωριστής δύναμης. Σε αυτή τη φάση είναι πρόθυμοι να προσφέρουν ανταλλάγματα στην Άγκυρα προκειμένου να τη «δελεάσουν» έναντι της ρωσικής πολιτικής στην περιοχή.

Η πολιτική της «δίκαιης μοιρασιάς» των ενεργειακών πόρων της Αν. Μεσογείου, η ανάδειξη της Τουρκίας σε ρυθμιστή των ενεργειακών ροών στην περιοχή και η αναγνώριση ρόλου στην σπαρασσόμενη Συρία, παρά τις συνεχιζόμενες εξωφρενικές απαιτήσεις της, η μη λήψη μέτρων σε βάρος της παρά την αγορά των ρωσικών πυραύλων, είναι τα πιο απτά παραδείγματα της πολιτικής προσέγγισης και κατευνασμού του Ερντογάν. Το «φιλέτο» βέβαια των δελεαστικών ανταλλαγμάτων παραμένει η Κύπρος, το Αιγαίο και η Θράκη.

Αυτή η, αβέβαιη ως προς την έκβαση, διελκυστίνδα των γεωπολιτικών αναστατώσεων επηρεάζει βαθιά το πολιτικό σκηνικό όλων των εμπλεκομένων δυνάμεων. Οι ΗΠΑ ζουν μια προεκλογική περίοδο και παραμένει άγνωστη η διάταξη δυνάμεων μετά την τετράχρονη διακυβέρνηση Τραμπ. Στην Τουρκία ο Ερντογάν αμφισβητείται με την ενεργοποίηση φιλοδυτικών δυνάμεων όπως εκφράζονται από τις «διασπαστικές» πρωτοβουλίες του πρώην πρωθυπουργού Νταβούντογλου και των κινήσεων Γκιούλ και Μπαμπατζάν.

Και μόνο στην Ελλάδα «αλλάζουν» κυβερνήσεις παραμένοντας στο ίδιο πειθήνιο πνεύμα εθελόδουλου ραγιαδισμού…

ΠΗΓΗ: edromos.gr/

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *