Οι μεγάλες αλήθειες του 1821: Τρίτομη Ιστορία του Σαράντου Καργάκου

Του ΛΑΟΚΡΑΤΗ ΒΑΣΣΗ

Α. Χαρακτήρας και ταυτότητα του ΄21

Ένα μνημειώδες έργο, πλούτος για την ιστοριογραφία μας, όπως η τρίτομη ιστορία του Σαράντου Καργάκου, για την Επανάσταση του ’21, πάνω από 2.000 σελίδες, εκδ. Περί Τεχνών, δεν χωράει σε σύντομες κριτικές θεωρήσεις. Γιατί, τι να πρωτοαναφέρεις απ’ τη συναρπαστική ιστόρηση των στρατιωτικών της γεγονότων ή απ’ τη στοχαστική ανάλυση της σύνθετης πολιτικής της διάστασης, απ’ τα πολύπλοκα δηλαδή πολιτικά της γεγονότα; Προέκρινα, γι’ αυτό, να επικεντρώσω την προσέγγισή μου στις πολύ κρίσιμες και καίριες αλήθειες του Καργάκου για τον χαρακτήρα και την ταυτότητα του ’21. Όπου, φωτίζοντας, με έξοχη ερμηνευτική πειστικότητα, την εθνο-αναγεννητική και όχι εθνο/γενετική ιστορική αλήθεια του Μεγάλου μας Ξεσηκωμού, κάνει, με την ευθύνη του επιστήμονα ιστορικού, «φύλλο-φτερό» τον ύπουλο και ύποπτο επιστημονικοφανή λόγο του επελαύνοντος, τα τελευταία χρόνια, νεο-ιστορικού αναθεωρητισμού και εθνο-αποδομητισμού. Που βάλθηκε να ξεθεμελιώσει παν τι το εθνικό και ελληνικό.

α. Στο εισαγωγικό πρώτο μου μέρος θέλω να τονίσω:

Πρώτον, ότι ο Σαράντος Καργάκος ανήκει στους αληθινά μεγάλους της πνευματικής μας ζωής, όπως δείχνει και το τεράστιο συγγραφικό του έργο. Υπερβαίνουν τα εκατό τα βιβλία που έχει γράψει, τα περισσότερα πολύτομα. Ιδίως τα ιστορικά, χάρη στα οποία και ανήκει στους κορυφαίους Νεοέλληνες ιστορικούς, δίπλα στον Παπαρρηγόπουλο, τον Βακαλόπουλο και τον Σβορώνο. Καθώς, σημαντικά συγγράμματά του, όπως η τρίτομη Ιστορία των Αθηνών, η δίτομη Ιστορία της Σπάρτης, η δίτομη ιστορία του Μ. Αλεξάνδρου, η δίτομη Μικρασιατική Εκστρατεία, η τετράτομη Ιστορία του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου και η τρίτομη Επανάσταση του ’21, για να αρκεστούμε σ’ αυτά, δικαίως τον ανυψώνουν στην πρώτη αυτή κατηγορία ιστορικών μας.

Δεύτερον, στην πνευματική προσωπικότητά του συν-υπάρχουν οι ιδιότητες: του ιστορικού, που είναι η κυρίαρχη, του μαχητικού διανοούμενου, με τις εκατοντάδες αρθρογραφικές και άλλες παρεμβάσεις του στην πνευματική ζωή του Τόπου μας, αλλά και του φωτισμένου εκπαιδευτικού, με την ιδιαίτερη συμβολή του στην παιδεία μας, διδακτική και συγγραφική. Ήταν ένας μοναδικά προικισμένος, πολυδιάστατος και χαλκέντερος πνευματικός άνθρωπος, με βαθείς δημοκρατικούς και πατριωτικούς καημούς.

Τρίτον, Η Ελληνική Ιστορία του ’21, γραμμένη με επίγνωση πως είναι μάλλον το τελευταίο μεγάλο σύγγραμμά του, γιατί, όπως σημειώνει στον επίλογο του τρίτου τόμου: «ουκέτι πλέον χρόνος ζωής για εργασίες μακράς πνοής», είναι η, οιονεί, ιστορική και εθνική παρακαταθήκη του, αν υπολογίσουμε τις εκτενείς ερμηνευτικές σελίδες και διδακτικές αποτιμήσεις του. Καθώς, έχοντας βαθιά συνείδηση του τι διακυβεύεται σε τούτη την πολύ κακή, για μας, καμπή των καιρών, θέλει να έχει ο ελληνικός λαός στα χέρια του, κυρίως όμως οι νεότερες γενιές, την αληθινή Ιστορία του ’21. Κι όπως γράφει: «να αποσπάσουμε το ’21 απ’ τα εργαστήρια των διάφορων «Μέγγελε» της ιστοριογραφίας». (Τόμ. Α΄, σελ. 13). Εννοώντας, προφανώς, το κακοποιητικό θόλωμα της Εθνεγερσίας μας απ’ τα επιστημονικοφανή χαλκεία του «νεο-ιστορικού αναθεωρητισμού». Που, υποσκάπτοντας την ταυτότητά της, υποσκάπτουν και την ταυτότητα του ελληνισμού.

Τέταρτον, με το κύκνειο, αυτό, συγγραφικό άσμα του, εξαντλώντας το πάθος του για την ιστορία, ιδίως του ’21, και εκπληρώνοντας το πνευματικό του χρέος, που τον «βάραινε» για την αποκατάσταση όλων των βαλλόμενων μεγάλων αληθειών του, μας χαρίζει την πληρέστερη και τη συναρπαστικότερη ιστορία της Εθνικής μας Παλιγγενεσίας. Την πληρέστερη, γιατί φωτίζει και ερμηνεύει όλες της τις διαστάσεις, πρωτίστως τα πολύ σύνθετα πολεμικά και πολιτικά της γεγονότα, ως τις έσχατες λεπτομέρειές τους και με υποδειγματική, απ’ τη μεριά του, τήρηση της δεοντολογίας της ιστορικής επιστήμης. Οπότε και χωρίς να διαπράττει, κι αυτός, κανένα απ’ τα «ατοπήματα», για τα οποία εγκαλεί κυρίως την αποδομητική «παρα-ιστορία». Την συναρπαστικότερη, επίσης, ιστορία, γιατί είναι γραμμένη σε μια λαγαρή, αβίαστα καταληπτή και απολαυστική «γλώσσα», ας μου επιτραπεί να πω, μια λόγιας λαϊκότητας γλώσσα. Που ποτέ, ακόμα κι όταν γίνεται «καυστική», εκεί που χρειάζεται, δεν χάνει την αισθητική της ποιότητα και το συνακόλουθο ήθος της. Κι αν θα έπρεπε, δίπλα στην επιστημονική πληρότητα και τη συναρπαστική γραφή να πρόσθετα κι ένα τρίτο γνώρισμα, αυτό θα ήταν η ιστορική σοφία, με την οποία προσεγγίζει τα «πολωτικά δίπολα» και τα «αμφιλεγόμενα» του Μεγάλου μας Αγώνα, όπως αυτά συνδέονται με τις «μαύρες τρύπες» του, όπως τις λέει, που δεν ήταν και λίγες.

β. Μη μπορώντας να επεκταθώ, δεν χωράνε εδώ, σ’ αυτές τις καίριες προσεγγίσεις του, αρθρωμένες με λόγο αντιμανιχαϊστικό και διαλεκτικό, για τα «πολωτικά δίπολα» (στρατιωτικοί – πολιτικοί, ολιγαρχικοί – δημοκρατικοί, «καλοί» – «κακοί» κλπ), αλλά και για τα μεγάλα «αμφιλεγόμενα» του Αγώνα (ρόλος προκρίτων, εκκλησίας, ξένων δυνάμεων κλπ), που είναι, με κριτήριο την τεκμηριούμενη ιστορική εγκυρότητα, το «μαντέμι» του έργου του, θα περάσω στο υπεσχημένο δεύτερο και κύριο μέρος της θεώρησής μου, που είναι οι ακόμα πιο καίριες , εξαιτίας και των καλλιεργούμενων συγχύσεων, ερμηνευτικές θεωρήσεις του για το ’21, για την ταλαιπωρημένη δηλαδή και εξακολουθητικά ταλαιπωρούμενη, ιδίως απ’ τη Μεταπολίτευση και εντεύθεν, ταυτότητά του. Με δεδομένο, πάντοτε, πως οι καθόλου αθώες περί αυτής αμφισβητήσεις τείνουν να υποκαταστήσουν το ενδιαφέρον και για τα ίδια τα ιστορικά του γεγονότα. Με σύνηθες επίδικο όχι μόνο το τί επανάσταση ήταν (εθνική, αστική, κοινωνική…), αλλά, σε πολύ ακραίες περιπτώσεις, ακόμα κι αν ήταν επανάσταση. Καθώς, η κατεδαφιστική μανία, όπως, επισημαίνει, δεν αφήνει τίποτε…όρθιο!

Σε τούτο το κύριο μέρος θα προτάξω τρεις υποστηρικτικές παρατηρήσεις.

Πρώτη, ο Σ.Κ. δικαιούται να ερμηνεύει την Ιστορία, προπαντός την Ιστορία του ’21: αφενός γιατί την ξέρει καλά, ως ακάματος μελετητής και ερευνητής και όχι σαν ερανιστικός επισκέπτης της, αφετέρου, γιατί έχει, όπως προ-ανέφερα, την παιδεία του καθολικού φιλολόγου και πνευματικού ανθρώπου, οπότε και όλο το στοχαστικό βάθος για το δύσκολο αυτό πνευματικό άθλημα. Με την αδογμάτιστη σκέψη του επιστήμονα ιστορικού και του φωτισμένου διανοητή να είναι και η εγγύηση της εγκυρότητας του ερμηνευτικού του λόγου.

Δεύτερη, χάρη σ’ αυτή του την «αρματωσιά», του επιστήμονα ιστορικού, που σέβεται την ιστορική δεοντολογία, και του πνευματικού ανθρώπου, με την πολυπρισματική πνευματική «όραση» του φωτισμένου διανοητή, που δεν θα μπορούσε να ανήκει στους θορυβώδεις μεταπράτες επιστημονικοφανών παρα-ιστορικών προϊόντων εξ Εσπερίας, αποφαίνεται με αμάχητη πειστικότητα και για το τί είναι και για το τί δεν είναι το ’21, έχοντας αναγνώσει εις βάθος και την ιστορική και την παρα-ιστορική «ύλη». Κι αποφαίνεται, με στέρεη τεκμηρίωση, ότι το ’21 είναι εθνική επανάσταση, επανάσταση έθνους που δημιουργεί κράτος, αντιπαρατιθέμενος στην εισαγόμενη «θεωρία» αγγλο/σαξωνικής ιστοριογραφικής κοπής, που, αγνοώντας τους ιστορικούς λαούς, θέλει τα κράτη να κατασκευάζουν έθνη. Με τη βαθιά του γνώση της Επανάστασής μας, που τη θεωρεί «πλάτανο με βαθύ ρίζωμα», «πύρωμα ψυχής», κατά Παλαμά, « πύρινο άνθος» και «ακατάλυτο καημό της Ρωμιοσύνης» κατά Χρήστο Μαλεβίτση, οι αναφορές σε Παλαμά και Μαλεβίτση δικές του, αναγνωρίζει το έθνος ως την αυτονόητη γεννητορική της «μήτρα». Είναι, μάλιστα, πολύ χαρακτηριστική η φράση του: «Το έθνος είναι η “ζύμη” για να σχηματιστεί το “καρβέλι” του κράτους».

Τρίτη, τέλος, παρατήρηση, με τις κεραίες του υψωμένες στους πολύ θολούς ορίζοντες του ελληνισμού και με βαθιά συνείδηση πως οι άμυνές μας ξεκινούν απ’ την «ψυχή» μας, απ’ τον εσώτερο αξιακό πυρήνα της ελληνικής ψυχής, είναι καταιγιστικός εναντίον του ιστορικού αποδομητισμού. Ρίχνοντας άπλετο φως στην «παρα-ιστορική ύλη» και στις συνακόλουθές της υποσκαπτικές του χαρακτήρα και της ταυτότητας του ’21 παρερμηνείες. Μιλώντας ξεκάθαρα και προειδοποιώντας: «Γράφοντας πολλά με ύπουλο τρόπο και με ύποπτες προθέσεις. Το ’21 είναι η ιστορική βάση μας. Υπονόμευση του ’21 συνιστά κίνδυνο για την εθνική μας ανεξαρτησία, για την εθνική μας αυτονομία και την εθνική μας ακεραιότητα… Το ’21 έχει πολύ πληγωθεί. Πρέπει να κλείσουμε τις δικές του για να κλείσουν και οι δικές μας πληγές. Πληγώνοντας το παρελθόν, πληγώνουμε και το μέλλον»(Τόμ. Α΄, σελ. 35 και 14).

Κι έρχομαι, μετά και τις τρεις παρατηρήσεις, στις πολύ σημαντικές κριτικές και ερμηνευτικές απόψεις του, όπως αυτές κατατίθενται κυρίως στις πολλές εισαγωγικές σελίδες, αρκούντως αναλυτικές, του πρώτου και του τρίτου τόμου, αν όχι και όλου σχεδόν του τρίτου τόμου. Για να μη μιλήσω για μια μοναδική ερμηνευτική επένδυση όλης της Ιστορίας του, όπου και αποκαθιστά όλες τις μεγάλες αλήθειες, για το ’21, που τόσο έχουν κακοπάθει: Πρώτον, από υμνολογικές (μεταφυσικές) υπερβολές, δεύτερον, από μηχανιστικές (μαρξολογικές) ιδεολογικοποιήσεις και τρίτον, όπερ και το μείζον, από αποδομητικές παραμορφώσεις.

Στην πρώτη κατηγορία, των υμνολογικών υπερβολών, που δίνει προσχήματα για… αμφισβητήσεις, κατατάσσει την ακραία εξιδανικευτική εκδοχή των παλαιών ιστορικών της καλούμενης εθνικής γραμμής για το ’21. Στους οποίους, όμως, με τις ποιοτικές διαβαθμίσεις του, πέραν της ασκούμενης κριτικής, με μέτωπο πάντοτε κατά του «ρατσιστικού» εθνο-φυλετισμού, αναγνωρίζει: αφενός τις καλές τους προθέσεις κι αφετέρου τη φρονηματιστική λειτουργία των «ψιμυθιωμένων» ιστορήσεών τους, ιδίως σε δύσκολες περιόδους της μετεπαναστατικής ιστορικής μας ζωής ( Βαλκανικοί πόλεμοι, Αντίσταση, αντιαποικιακός Κυπριακός Αγώνας!).

Στη δεύτερη κατηγορία, των μηχανιστικών ιδεολογικοποιήσεων, κατατάσσει την κοινωνική ή κοινωνιολογική εκδοχή του ’21 των πρώτων μαρξιστών ιστορικών, όπως ο Σκληρός, ο Κορδάτος και ο Ζεύγος, βάζοντας σε άλλο, προφανώς, επίπεδο, τον ύστερο και ώριμο μαρξισμό, με την αντιστοίχως ώριμη ιστορική σκέψη, του Νίκου Σβορώνου. Όπου, πρώτος ο Σκληρός θεωρεί πως «η Επανάσταση του ’21 ήταν κατά βάθος αστική» (Το κοινωνικό μας ζήτημα, 1907), το ίδιο και με μονομερή «απολυτότητα» ο Κορδάτος (Η κοινωνική σημασία της Επαναστάσεως του 1821, 1924), ενώ ο Ζεύγος, αλλάζοντας την ως τότε κομμουνιστική γραμμή (Κορδάτου), τη θεωρεί «αγροτο/λαϊκή επανάσταση». Για να βάλει, όπως είπαμε, απ’ την πλευρά αυτής της «σχολής», της κοινωνικής – μαρξιστικής, τα πράγματα στη θέση τους ο Σβορώνος, που βλέπει «όλο το έθνος…στον κοινό αγώνα για την ανεξαρτησία» (Επιθεώρηση Τέχνης, τεύχ.23-24, 1956). Ο Σ.Κ., με την προσήλωση του σοβαρού επιστήμονα στον κώδικα της ιστορικής δεοντολογίας, προφανώς και δεν μπορεί να δεχτεί την πρόσδεση του ’21 στην προκρούστεια κλίνη των κοινωνικο/ιδεολογικών ή και κομματικών σκοπιμοτήτων. Χωρίς, χάρη στην πολυ-πρισματική ιστορική ματιά του, να χάνει, κάθε άλλο, την επαφή του και με την υπαρκτή κοινωνική διάσταση της εθνικής μας επανάστασης, την οποία και αναδεικνύει, στα όριά της όμως πάντοτε, χωρίς υπερβολές ή αποσιωπήσεις. Όπως, επί παραδείγματι, όταν φωτίζει τις περιπτώσεις των Αντώνη Οικονόμου (Ύδρα), Καρατζά (Πάτρα) και Μπαλή(Άνδρος).

Η τρίτομη αυτή ιστορία, ένας συγγραφικός του άθλος, μας χαρίζει τη γνώση του αληθινού ’21, απαλλάσοντάς το όχι μόνο απ’ τις ως τώρα «παραμορφώσεις» της αλλά και προστατεύοντάς το, με στέρεη «οχύρωση», από μελλοντικές

Στην τρίτη κατηγορία, τέλος, αυτή των επιστημονικοφανών αμφισβητητικών παραναγνώσεων, κατατάσσει την ιστορικο-αναθεωρητική και ιστορικο-αποδομητική εκδοχή του ’21, την πλέον ιδεολογικοποιημένη, αλλά υπό τον μανδύα της…απο-ιδεολογικοποίησης. Εναντίον της οποίας, μετά λόγου γνώσεως, όπως ήδη έχω τονίσει, βάλλει «κατά ριπάς», με την απολύτως πειστική τεκμηρίωση του έγκυρου ιστορικού του λόγου, απογυμνώνοντας:

Πρώτον, την προκλητικά μειωτική, διαστροφικά αποψιλωτική και μανιωδώς αποδομητική παρα-ιστορική «επιχείρηση» ισοπεδωτικής… απομάγευσης ηρωικών μορφών και ηρωικών γεγονότων της Εθνεγερσίας μας. Που καθόλου δεν συνδέεται με τη λογική προσπάθεια απαλλαγής της ιστορίας του ’21 απ’ τις ακραίες υμνολογικές και μεταφυσικές υπερβολές της , με γνώμονα τη στέρεη ιστορική αλήθεια και μέλημα την αποκατάστασή της στις πραγματικές της διαστάσεις.

Δεύτερον, το πλέον σημαντικό, την πλήττουσα την ίδια την ταυτότητα του ’21, συνακολούθως και του ελληνισμού, οργανωμένη «απόπειρα» αναιρετικής υπόσκαψης και αλλοίωσης του εθνο-αναγεννητικού, όπως ήδη έχω τονίσει, χαρακτήρα του Μεγάλου μας Ξεσηκωμού. Με τους πρωταγωνιστές αυτής της «απόπειρας» να διακονούν, έχοντας προνομιακές προσβάσεις στο δημόσιο χώρο, τις απόψεις τους: περί του εθνογενετικού χαρακτήρα της Επανάστασης του ’21 και περί μονοσήμαντης σχέσης της με τον Διαφωτισμό και τη Γαλλική Επανάσταση. Με άρνηση δηλαδή του ενδογενούς ιστορικού της βάθους, οπότε και με άρνηση της ιστορικής συνέχειας του ελληνισμού έθνους, όπως το θέλει η… νεο-φαλμεραγερική αυτή ανάγνωση της νεότερης ιστορίας του ελληνισμού. Κι εδώ, ο Σ.Κ., έχει ανελέητο ιστορικό και υψηλής εθνικής ευθύνης πνευματικό και πατριωτικό λόγο, γνωρίζοντας πολύ καλά και εις βάθος τι θα γίνει αν δεν «τσιμεντωθούν» αυτοπροστατευτικά (ιστορικά, πνευματικά και ιδεολογικά) οι «κερκόπορτες», που ανοίγει ο νεο-ιστορικός εθνο-αποδομητισμός. Με το ιδεολογικό «τσιμέντωμά» τους να προϋποθέτει ελληνικό φρονηματισμό σε «γραμμή» Ρήγα, Σολωμού, Κάλβου και Μακρυγιάννη. Που είναι η «γραμμή» του δημοκρατικού πατριωτισμού, στην οποία ήταν κι ο ίδιος αμετάθετα ταγμένος σε όλη του τη ζωή.

γ. Αντί άλλης επιλογικής αναφοράς, περνώντας στο τρίτο μέρος της θεώρησής μου, θα προσφύγω σε τρία μικρά μόνο δείγματα της αντι- αποδομητικής ιστορικής και πνευματικής του γραφής. Το πρώτο: «Μετά τη μεταπολίτευση (1974), και εξαιτίας της καπηλείας ιερών και οσίων απ’ το δικτατορικό καθεστώς (1967 – 74), άρχισε μεθοδικά να εφαρμόζεται η διδακτική της απομυθοποιήσεως ή απομυθεύσεως. Αλλά, όπως συμβαίνει συχνά στον τόπο μας, από το ένα άκρο, φτάσαμε στο άλλο»(Τόμ. Γ’, σελ. 160). Το δεύτερο, αναφερόμενο στην ανιστόρητη θεωρία της μη «συνέχειας»: «Κι όμως η συνέχεια υπάρχει. Καμία ανθρώπινη γενιά δεν ήρθε απ’ το πουθενά… Η πίστη του Παπαρρηγόπουλου στην συνέχεια του ελληνικού έθνους δεν βγήκε απ’ το κεφάλι του…, ούτε είναι δάνειο, μιας Βαυαρικής κατασκευής ιδεολογίας. Ήταν κάτι το βαθιά ριζωμένο στην ψυχή των αγωνιστών… Όταν υπάρχει συνέχεια στη γλώσσα, υπάρχει και στην ιστορία»(Τόμ.Α΄, σελ.32- Τόμ. Γ΄, σελ. 16). Το τρίτο, αναφερόμενο αυτό στη συνακόλουθη της μη «συνέχειας» θεώρηση του ’21 ως μονοσήμαντου, άρα εθνο-γενετικού, καρπού του Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης: «Είναι αφελές, γράφει, να υποστηρίζεται ότι η ανθρώπινη ζύμη που δημιούργησε το ’21 δεν είχε εθνικά προσδιοριστικά στοιχεία και περίμενε τις εκσπερματώσεις του Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επαναστάσεως για να γονιμοποιηθεί και να λάβει μια ευρωπαϊζουσα ελληνομορφία… Οι Έλληνες επαναστάτες (του ’21) δεν ήσαν τέκνα του Μαρά, ούτε πρόδρομοι του Λένιν και του Τρότσκυ. Έκαναν τη δική τους επανάσταση»(Τόμ. Γ΄, σελ. 172). Ειδικά, μάλιστα, για τη σχέση Γαλλικής και Ελληνικής Επανάστασης, σημειώνει επιγραμματικά πως «δεν ήταν σχέση δανείου αλλά δονήσεως». Ωθητική δηλαδή της ενδογενούς κυρίας δυναμικής και προέλευσής της και όχι «γεννητορική», όπως θέλουν οι «νεο-ιστορικοί» της εθνο-αποδόμησής μας.

Ολοκληρώνοντας: Η τρίτομη αυτή ιστορία, ένας συγγραφικός του άθλος, μας χαρίζει τη γνώση του αληθινού ’21, απαλλάσοντάς το όχι μόνο απ’ τις ως τώρα «παραμορφώσεις» της αλλά και προστατεύοντάς το, με στέρεη «οχύρωση», από μελλοντικές. Ιδίως απ’ τις προ-οιωνιζόμενες, ενόψει την προγραμματιζόμενων «γκλαμουράτων» εορτασμών της 200ης επετείου της Εθνικής μας Παλιγγενεσίας. Όπου και θα προσπαθήσουν, με επιστημονικοφανείς ιστορικοαναθεωρητικές «αναγνώσεις», να καταστήσουν συμβατό το φλογερό μήνυμα της Εθνικής μας Ανεξαρτησίας με την κίβδηλη κανονικότητα της μετα-νεωτερικής επικυριαρχίας, απ’ τη Χρεοκοπία του ’10 και εντεύθεν, των κατ’ ευφημισμόν λεγομένων «Θεσμών» στον Τόπο μας. Ματαίως, όμως, γιατί, όπως μας διδάσκει με την ιστορική παρακαταθήκη του, αλλά και με όλο το πνευματικό του έργο ο Σαράντος Καργάκος: Το ’21, με τις βαθιές του ρίζες στα αξιακά άχραντα των αιώνων του ελληνισμού, είναι αθάνατο και μας δείχνει το δρόμο του Χρέους!

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *